Πώς κινείται ιστορικά η εργατική τάξη; Κομβικές εξάρσεις του εργατικού κινήματος | Α’ Μέρος

Από τον Ανέστη Ταρπάγκο

Διερεύνηση των όρων ανάταξης του κοινωνικού κινήματος

Τρία χρόνια μετά την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ στην διακυβέρνηση της χώρας και την ολοσχερή μνημονιακή του μεταστροφή, την μετατόπισή του δηλαδή στο αντίπαλο στρατόπεδο της αστικής πολιτικής, διαπιστώνεται η αδρανοποίηση του εργατικού και λαϊκού κινήματος στην αντιμετώπιση των καταστρεπτικών αποτελεσμάτων της καπιταλιστικής κρίσης και των μνημονιακών πολιτικών της τελευταίας οκταετίας. Παράλληλα είναι περισσότερο από προφανές ότι η ανατροπή και ακύρωση των θεμελιωδών συνεπειών τους (υψηλή ανεργία, κατεδάφιση εργασιακών σχέσεων, μειώσεις μισθών και αποψίλωση συντάξεων, ιδιωτικοποιήσεις δημόσιων επιχειρήσεων κλπ.), παρόλες τις τοποθετήσεις των σχηματισμών του αριστερού κινήματος και των ταξικών εργατικών παρατάξεων, δεν μπορεί να αναδειχθεί παρά με αφετηρία και στην βάση της κίνησης του λαϊκού παράγοντα, η οποία προς ώρας δεν εμφανίζεται στο κεντρικό πολιτικό προσκήνιο.

Η αιτιολογία αυτής της λαϊκής κινηματικής παράλυσης, που έχει ήδη αναλυθεί, συνοπτικά εντοπίζεται : Στο μείζον πολιτικό πλήγμα που έχει επιφέρει το ιστορικά πρωτοφανές γεγονός της ανάδειξης ενός αριστερού κόμματος στην κυβερνητική εξουσία και της ευθύς εξ αρχής υιοθέτησης της πολιτικής γραμμής των αντίπαλων νεοφιλελεύθερων κομμάτων (ΝΔ και ΠΑΣΟΚ), της ελληνικής αστικής τάξης και των υπαγορεύσεων των ευρωπαϊκών οικονομικών κέντρων.

– Στη νίκη που έχει πραγματοποιήσει το κεφάλαιο επί της εργασίας, με την έκλυση της μαζικής ανεργίας που έχει προέλθει από τις εκκαθαριστικές λειτουργίες της κρίσης υπερσυσσώρευσης και τις δρακόντειες δημοσιονομικές πολιτικές.

– Την σταδιακή παραφθορά μέχρις εσχάτων του εργατικού συνδικαλισμού στην καπιταλιστική παραγωγή, αλλά και την άπνοια που διακρίνει το εργατικό κίνημα στον δημόσιο τομέα, παρόλη την στοιχειώδη του φορμαλιστική υπόσταση σ’ αυτόν.

– Τον κατακερματισμό των εργατικών ταυτοτήτων που απορρέει από την ουσιαστική πανσπερμία πλέον των μορφών απασχόλησης (προσωρινή και μερική απασχόληση, μαύρη εργασία κ.ά.) που εμποδίζουν την ενιαία αντιμετώπιση των κοινωνικών ζητημάτων.

– Την δίχως ιστορικό προηγούμενο αφερεγγυότητα και αναξιοπιστία, την «εξαφάνιση» από το προσκήνιο των μηχανισμών του θεσμικού εργοδοτικού και μνημονιακού συνδικαλισμού όπως διαμορφώνονται σε τριτοβάθμιο επίπεδο (ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ), και της πλήρους απροθυμίας και αδυναμίας να τροφοδοτήσουν τη οποιαδήποτε μορφή αντίστασης της μισθωτής εργασίας.

– Τον διαχωρισμό και τις ασύμπτωτες πορείες που ακολουθούνται στο επίπεδο των ταξικών εργατικών παρεμβάσεων και κινήσεων από τις δυνάμεις των αγωνιστικών κοινωνικών παρατάξεων.

Όλη αυτή η αναφορά δεν γίνεται για να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι έχει κλείσει ο κύκλος του κινηματικού εργατικού συνδικαλισμού, όπως είχε αναδειχθεί στην πρώτη περίοδο των μνημονίων. Ούτε εξίσου γίνεται για να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι εφόσον το λαϊκό κίνημα έχει παροπλισθεί, θα πρέπει να στραφούμε ολοσχερώς προς πολιτικές αριστερές διαδικασίες ανάταξης των πραγμάτων, γιατί αυτές δεν μπορούν να γίνουν χωρίς μια ενεργό κοινωνική έδραση. Και κατά μείζονα λόγο δεν μπορεί κανείς, κατά τρόπο ανεκδιήγητο, και εν πολλοίς πέραν της φυσιογνωμίας της Αριστεράς και της εργατικής τάξης, να αναζητήσει διεξόδους στα συλλαλητήρια του εθνικισμού και νεοναζισμού, της ακροδεξιάς, του εκκλησιαστικού σκοταδισμού, των στρατοκρατικών αντιλήψεων κ.ά. που είναι προϊόν της ήττας του αντιμνημονιακού λαϊκού κινήματος, και σε καμία περίπτωση «στρεβλής» ανάδειξης των επιδιώξεων του λαϊκού παράγοντα. Θεμελιακή επιδίωξη είναι η διερεύνηση των σημερινών υλικών όρων, κοινωνικών, πολιτικών και ιδεολογικών για την επανεμφάνιση της εργατικής λαϊκής δυναμικής, κινητήριας δύναμης για οποιαδήποτε εναλλακτική αντιμνημονιακή, ριζοσπαστική, σοσιαλιστική πορεία χειραφέτησης του εργαζόμενου λαού. Μ’ αυτή την έννοια, σ’ αυτή την σημερινή δυσχερέστατη, από την άποψη των ταξικών συσχετισμών, συγκυρία, είναι αναγκαίο να ανατρέξουμε στην 45χρονη πορεία της μεταπολιτευτικής ελληνικής κοινωνίας, και να προσεγγίσουμε αυτούς τους όρους ιστορικής κίνησης της εργατικής τάξης, ως οδηγό για την σημερινή ανάταξη.

Εργατικός ριζοσπαστισμός σε σοσιαλδημοκρατική διέξοδο

Α) Η πρώτη μεταπολιτευτική μαζική ανάδειξη του κινήματος της εργατικής τάξης, και μάλιστα με μορφές εξαιρετικά πρωτοποριακές σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αναδείχθηκε στην δεκαετία 1975 – 85, με την φαντασμαγορική εξάπλωση των εργοστασιακών σωματείων καθώς και εκείνων των δημόσιων κοινωφελών επιχειρήσεων, που συνδέθηκαν οργανικά με την ανερχόμενη σοσιαλδημοκρατία. Το κίνημα αυτό κατόρθωσε κυρίαρχα να «νομιμοποιήσει» την συλλογική υπόσταση της μισθωτής εργασίας , κατά έναν τρόπο αντί-συντεχνιακό, δηλαδή διεπαγγελματικό (από την καθαρίστρια μέχρι τον μηχανικό), μέσα στην ίδια την καρδιά της εργοστασιακής παραγωγής. Με την μεταρρυθμιστική πολιτική «αλλαγή» του 1981 κατόρθωσε και επέβαλε μια ισχυρή βελτίωση των εργατικών αποδοχών, την πενθήμερη εβδομάδα εργασίας των 40 ωρών και τον δημοκρατικό συνδικαλιστικό νόμο (1264 / 1982) που ήρθε να αντικαταστήσει την προηγούμενη αντεργατική νομοθεσία (330 / 1976), και την εκκαθάριση του θεσμικού συνδικαλισμού από τον χουντικό μακρη-θεοδωρισμό.

Οι παράγοντες που οδήγησαν σ’ αυτή την γόνιμη εξέλιξη ήταν μεταξύ των άλλων: Το γεγονός ότι σ’ αυτή την περίοδο η εργατική ανεργία βρίσκονταν σε εντελώς χαμηλά επίπεδα (ανεργία τριβής του 3%), πράγμα που βοηθούσε στο ξεδίπλωμα της εργατικής συνδικαλιστικής συγκρότησης.

– Η βιομηχανική ανάπτυξη του ελληνικού καπιταλισμού που είχε προηγηθεί θέτοντας τέρμα στην θεωρία της «ψωροκώσταινας» και στην ενδημική μιζέρια ορισμένων αριστερών θεωριών της «υπανάπτυξης» και «εξάρτησης» της ελληνικής οικονομίας.

– Στην απελευθέρωση ενός πολλαπλά καταπιεσμένου εργατικού δυναμικού από την επιβολή της στρατιωτικής δικτατορίας (1967 – 74), με αποτέλεσμα η εργατική τάξη μεταπολιτευτικά να αναδείξει πολυάριθμα εργοστασιακά «πολυτεχνεία» του λαϊκού ριζοσπαστισμού.

– Η σύνδεση αυτής της κοινωνικής κίνησης με ένα αντι-δεξιό μεταρρυθμιστικό πολιτικό κίνημα, που λειτούργησε κάτω και από την ισχυρή πίεση της ενεργοποιημένης κινηματικά εργατικής τάξης (άλλο αν η κομμουνιστική Αριστερά εκείνης της περιόδου αδυνατούσε να τεθεί επικεφαλής αυτής της κίνησης).

– Τέλος, η προβολή στο προσκήνιο μιας εκρηκτικής ιδεολογικής ριζοσπαστικοποίησης, απότοκος των Ιουλιανών και της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, που έδινε ταξική αυτοπεποίθηση στις εργαζόμενες τάξεις, και το κυριότερο ανίχνευε δρόμους στρατηγικής απελευθέρωσης της μισθωτής εργασίας, δηλαδή σοσιαλιστικού μετασχηματισμού.

Συνέτρεξαν άρα σ’ αυτή την περίπτωση ένα σύνολο «ευνοϊκών» παραγόντων που αξιοποίησε ο εργαζόμενος κόσμος για να αλλάξει τους ταξικούς συσχετισμούς προς όφελός του : Καπιταλιστική ανάπτυξη, χαμηλή ανεργία, πολιτική εκπροσώπηση του νέου εργατικού κινήματος, ανθοφορία των αριστερών ιδεολογιών διαφόρων αποχρώσεων. Το μόνο που απουσίασε και στάθηκε καθοριστικό για τις παραπέρα εξελίξεις των πραγμάτων ήταν η ανεπάρκεια διαδραμάτισης καθοριστικού και αποφασιστικού ρόλου αυτών των εργατικών συλλογικοτήτων μέσα στο ίδιο το θεσμικό πλαίσιο των πολιτικών μηχανισμών της σοσιαλδημοκρατίας του ΠΑΣΟΚ, η λειτουργία τους ως αντίβαρο στην μεταρρυθμιστική και εκσυγχρονιστική του πολιτική, ως ανάχωμα στον βαθύτερο πολιτικό του ρόλο για την επιδίωξη της «μακροπρόθεσμης σταθεροποίησης των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής». Ο πρωτογενής και νευραλγικός παράγων ( = κινητοποιημένη εργατική τάξη) μετατράπηκε σε δευτερογενή υποτελή «συγγενή» της πολιτικής, διοικητικής και κοινοβουλευτικής μορφής της σοσιαλδημοκρατίας, η οποία δεν άργησε να εγκαταλείψει ατάκτως τον μεταρρυθμισμό της και να προσχωρήσει στην πορεία προς τον μονεταρισμό και το νεοφιλελευθερισμό.

Ταξική αντιπαράθεση με την οικουμενική διακυβέρνηση;

Β) Η δεύτερη έξαρση του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος καταγράφεται στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1980, όπου άρχισε να υλοποιείται η μονεταριστική μεταστροφή της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, ως πρώτη μορφή προσχώρησης της σοσιαλδημοκρατίας στον αρχόμενο σε παγκόσμια κλίμακα νεοφιλελευθερισμό, συνέχεια των πολιτικών Μ. Θάτσερ και Ρ. Ρήγκαν. Αυτή η μεταστροφή, σε συνδυασμό με την ανάδειξη του κρίσιμου παραγωγικού ζητήματος των «προβληματικών» επιχειρήσεων (πτώση της καπιταλιστικής αποδοτικότητας εξ αιτίας της πρώτης μεταπολεμικά κρίσης υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου), οδηγεί την μεγάλη πλειοψηφία της συνδικαλιστικής βάσης της σοσιαλδημοκρατίας (σωματεία βιομηχανίας και δημόσιων επιχειρήσεων) σε ανοιχτή ρήξη με την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ και καταλήγει στη δημιουργία της ΣΣΕΚ (Σοσιαλιστική Συνδικαλιστική Εργατοϋπαλληλική Κίνηση). Αυτή συγκροτεί συμμαχία με τις συνδικαλιστικές δυνάμεις της Αριστεράς (ΕΣΑΚ με παρουσία στα κλαδικά συνδικάτα και ΑΕΜ κυρίως στο δημόσιο τομέα), και έτσι προκύπτει ταξική πλειοψηφία στο μεγαλύτερο μέρος των συνδικαλιστικών οργανώσεων της χώρας σε όλα τα επίπεδα εκπροσώπησης. Οι πολυσήμαντες πανεργατικές κινητοποιήσεις που ξεκίνησαν διασφάλισαν μια δίχως προηγούμενο εργατική συμμετοχή και η δυναμική τους μπορούσε να αντιμετωπίσει ευθέως τον αρχόμενο νεοφιλελευθερισμό του ΠΑΣΟΚ και το νεοσυντηρητισμό της ΝΔ.

Ενώ λοιπόν τα πράγματα μετά το 1986 κινούνταν σε μία κατεύθυνση ισχυρής ανάπτυξης μιας ενωτικής ταξικής εργατικής δυναμικής, το κίνημα αυτό εξαντλήθηκε γιατί αντιμετώπισε την ολόπλευρη μεταστροφή της ενιαίας τότε Αριστεράς (ΚΚΕ + ΕΑΡ), προς τον κυβερνητισμό, τον εκσυγχρονισμό και την αναπτυξιολογία. Αντί η Αριστερά να αναλάβει την πολιτική εκπροσώπηση και την μαζική υποστήριξη αυτού του αντί – μονεταριστικού κινήματος, μετατράπηκε σε «αρχάγγελο της κάθαρσης» και μάλιστα συμμάχησε στο κυβερνητικό επίπεδο αρχικά με την αντιδραστική ΝΔ (κυβέρνηση Τ. Τζανετάκη) και στη συνέχεια και με το ΠΑΣΟΚ (οικουμενική κυβέρνηση Ξ. Ζολώτα). Αντί δηλαδή να αποσταθεροποιήσει την κλονιζόμενη τότε αστική δικομματική κυριαρχία, ήρθε να γίνει αρωγός της «εξυγίανσης» και αποκατάστασης της σταθερότητας του αστικού πολιτικού συστήματος, συμβάλλοντας στην διάνοιξη του δρόμου για την αναρρίχηση της μετωπικής συντηρητικής παράταξης στην εξουσία το 1990, κόβοντας ταυτόχρονα τους δεσμούς με την εργατική βάση της σοσιαλδημοκρατίας που και τότε στρέφονταν προς τα «αριστερά».

Το συμπέρασμα από αυτή την δεύτερη περίπτωση έξαρσης του εργατικού κινήματος, και στη συνέχεια εκφυλισμού του, είναι ότι η ταξική εργατική κινητοποίηση δεν μπορεί να ανοίξει ευρύτερους ορίζοντες εφόσον στερείται πολιτικής διεξόδου, την οποία το μεν ΠΑΣΟΚ εγκατέλειψε με την υιοθέτηση του μονεταρισμού, η δε «ενωμένη» Αριστερά της γύρισε την πλάτη μια και ήθελε να δοκιμάσει την τύχη της στις συγκυβερνήσεις με τις δυνάμεις του αστικού δικομματισμού. Βέβαια σε τέτοιες συνθήκες μπορεί να τεθεί το ζήτημα της ευθείας πολιτικής αντικαπιταλιστικής υποκειμενοποίησης του ίδιου του εν κινήσει εργατικού κινήματος. Ωστόσο δεν υπήρχαν πλέον τέτοιοι υποκειμενικοί όροι για ένα τέτοιου είδους εγχείρημα, εφόσον οι αριστερές συνδικαλιστικές παρατάξεις «αποσύρθηκαν» χάριν του Κοινού Πορίσματος ΚΚΕ και ΕΑΡ, οι δε δυνάμεις που μαζικά είχαν αποχωρήσει από την ΠΑΣΚΕ ξαναπήραν τον δρόμο της επιστροφής στην «πατρώα γη», παίρνοντας ως ανταλλάγματα βουλευτικές έδρες, υπουργικές θέσεις και διοικητικά πόστα στον αστερισμό της κυριαρχίας του ΠΑΣΟΚ.

Το κύκνειο άσμα του μεταρρυθμιστικού εργατικού κινήματος

Γ) Η τρίτη περίπτωση που το κίνημα της μισθωτής εργασίας ήρθε εκ των πραγμάτων στο προσκήνιο με εξαιρετικά μαζικούς όρους, πραγματοποιώντας την μεγαλύτερη απεργιακή κινητοποίηση στα σαράντα πέντε χρόνια της μεταπολιτευτικής διαδρομής της χώρας, ήταν η συγκυρία του Απριλίου 2001 με την πανεργατική κινητοποίηση όλων των συνδικαλιστικών φορέων απέναντι στην επιχειρούμενη βαθειά μετάλλαξη του κοινωνικού ασφαλιστικού συστήματος (σχέδιο νόμου Τ. Γιαννίτση). Ήταν από τις ελάχιστες ιστορικές φορές που μια τόσο μεγάλων διαστάσεων πανελλαδική απεργία υποχρέωσε εντός της ημέρας την εκσυγχρονιστική και νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση του Κ. Σημίτη να ανακρούσει πρύμναν και να αποσύρει αυτή την αντί – ασφαλιστική μεταρρύθμιση (συνέχεια των προηγούμενων του 1990 – 93 του Δ. Σιούφα).

Ωστόσο όμως από ό,τι αποδείχθηκε στην συνέχεια επρόκειτο για το «κύκνειο άσμα» του εργατικού συνδικαλισμού της εποχής, στο μέτρο που οι δυνάμεις της μεταρρυθμιστικής εργατικής σοσιαλδημοκρατίας είχαν ήδη μπει στην τροχιά του μετασχηματισμού τους στον μετέπειτα ανοιχτό εργοδοτικό και συναινετικό συνδικαλισμό, η δε Αριστερά, πολιτικά και συνδικαλιστικά, δεν είχε πλέον την δυναμική να διαμορφώσει μια προοπτική διεξόδου απέναντι στον κυβερνητικό νεοφιλελευθερισμό. Άλλωστε, όπως αποδείχθηκε στη συνέχεια, μέσα στην επόμενη διετία, η κυβέρνηση του εκσυγχρονισμού και της ενσωμάτωσης του ελληνικού καπιταλισμού στην ΟΝΕ (μεταίχμιο του 2000), δεν άργησε να εισάγει εκ νέου το νομοσχέδιο Δ. Ρέππα για το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης που και υπερψηφίστηκε, σηματοδοτώντας την απαρχή όλων των μετέπειτα αλλαγών αποψίλωσης των εργατικών ασφαλιστικών δικαιωμάτων. Σε κάθε περίπτωση ήταν πλέον η εποχή μιας έντονα κερδοφόρας ανάκαμψης του ελληνικού κεφαλαίου από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 και μέχρι την έναρξη της σύγχρονης καπιταλιστικής κρίσης (2008), υλοποίησης των μεγάλων τεχνικών έργων υποδομών, και του μπλοκαρίσματος των εργατικών συνδικαλιστικών διεκδικήσεων. Πλέον η μισθωτή εργασία στρέφονταν στην δεκάωρη καθημερινή και εξαήμερη εβδομαδιαία εργασία, προκειμένου να βελτιώσει τους όρους ζωής της μέσα από την υπερεργασία, και όχι δια μέσου των ταξικών εργατικών κινητοποιήσεων, πράγμα που συνέβαλε σε μια ισχυρή απονεύρωση του εργατικού κινήματος. Ο νεοφιλελευθερισμός είχε ήδη αρχίσει να αλώνει εργατικές συνειδήσεις και πρακτικές…

Εργατική προοπτική που μετακόμισε στο νεοφιλελευθερισμό

Δ) Η τελευταία περίπτωση σπουδαίας έξαρσης των εργατικών κινητοποιήσεων στάθηκαν οι συνεχόμενες πανελλαδικές απεργίες της περιόδου Άνοιξη 2010 – Άνοιξη 2012, απέναντι στα μέτρα του πρώτου και δεύτερου μνημονίου του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ. Παρόλη την μαζικότητα και τον επίμονο χαρακτήρα τους δεν κατόρθωσαν ευθέως να ακυρώσουν την ψήφιση των εφαρμοστικών νόμων των δύο μνημονίων, ωστόσο προκάλεσαν την ολοσχερή απονομιμοποίηση της νεοφιλελεύθερης σοσιαλδημοκρατίας, την εκλογική της καταβαράθρωση και την αναζήτηση πολιτικής διεξόδου από τον εργαζόμενο λαϊκό κόσμο «προς τα αριστερά» και εν προκειμένω στον ΣΥΡΙΖΑ, με αποτέλεσμα αυτός να εκτοξευθεί εκλογικά και να καταλάβει την θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης (27% του Ιουνίου 2012).

Ωστόσο από εκεί και πέρα και μέχρι σήμερα, τα πράγματα ακολούθησαν διαφορετική τροχιά, εφόσον αυτή η αριστερή στροφή νοήθηκε από τον ΣΥΡΙΖΑ μονοδιάστατα ως «εκλογική» έκφραση και επιλογή, μια και ο ίδιος προσανατολίστηκε στον εκλογικισμό, τον κυβερνητισμό και τον κοινοβουλευτικό δρόμο (Ιούνιος 2012 – Ιανουάριος 2015). Αυτή η πολιτική στάση του ΣΥΡΙΖΑ, αντί να επανατροφοδοτήσει την στήριξη και ενίσχυση του εργατικού κινήματος που είχε υποστεί μια «αγωνιστική κόπωση», αντί να διαμορφώσει οργανικές (και όχι μόνον εκλογικές) σχέσεις εκπροσώπησης με την εργατική τάξη, χρησιμοποίησε την πλειοψηφική εργατική ψήφο για την υπηρέτηση των δικών του υποκειμενικών σκοπών, των σχεδιασμών της ηγεμονικής μικροαστικής εκσυγχρονιστικής τεχνοκρατίας : Η εργατική τάξη ήταν ευπρόσδεκτη για τον ΣΥΡΙΖΑ μόνον ως «εκλογική πελατεία» και όχι ως η πρωταρχική κοινωνική δύναμη ριζοσπαστικών λαϊκών μετασχηματισμών. Η παρουσία της μισθωτής εκτελεστικής εργασίας εντός της πολιτικής υποκειμενικότητας της Ριζοσπαστικής Αριστεράς ήταν το λιγότερο περιθωριακή, έναντι των κυρίαρχων στρωμάτων της μικροαστικής διανοητικής εργασίας, που ως εκ της ταξικής τους φύσης διέπονταν από κατευθύνσεις αστικού εκσυγχρονισμού, ευρωπαϊκής καπιταλιστικής ενσωμάτωσης, τεχνοκρατικού εξορθολογισμού, εν ολίγοις ό,τι συγκροτεί μια αστική πολιτική.

Έτσι στο διάστημα αυτό επήλθε ένας «παροπλισμός» του ταξικού συνδικαλιστικού κινήματος, η συστηματική καλλιέργεια μιας στάσης κοινοβουλευτικής «αναμονής» (από την αξιωματική αντιπολίτευση στην κοινοβουλευτική διακυβέρνηση), εξαφανίζοντας από το προσκήνιο τον θεμελιώδη παράγοντα (=κίνηση εργατικής τάξης) ακόμη και στην οπτική μιας υποτιθέμενης «αριστερής εκδοχής» του ούτως ή άλλως αναποτελεσματικού ευρωκομμουνισμού. Κι’ ακόμη περισσότερο στην επόμενη κυβερνητική περίοδο του ΣΥΡΙΖΑ (Ιανουάριος 2015 – Ιανουάριος 2018), η καθολική μνημονιακή μεταστροφή του (σπάνια περίπτωση κόμματος που εκλέγεται στη διακυβέρνηση μιας χώρας και αναλαμβάνει να εφαρμόσει επακριβώς την πολιτική των αντιπάλων του), επέφερε το χειρότερο πλήγμα που θα μπορούσε να δεχθεί ο εργαζόμενος και άνεργος κόσμος, από τον ίδιο τον πολιτικό σχηματισμό που είχε πλειοψηφικά ψηφίσει. Αυτή είναι η κύρια πολιτική αιτία που επέφερε όπως ήταν φυσικό την αδράνεια και παράλυση του εργατικού κινήματος στα τρία τελευταία χρόνια που σημαδεύτηκαν από την εφαρμογή του τρίτου υπέρ – μνημονίου.

Το συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι δεν μπορεί να αναδειχθεί μια λαϊκή ριζοσπαστική εναλλακτική λύση από πολιτικές δυνάμεις που διέπονται από την μικροαστική εκσυγχρονιστική και τεχνοκρατική ηγεμονία, που εκ της ταξικής τους φύσεως είναι η «εμπροσθοφυλακή» της αστικής στρατηγικής, είναι οι «διαμεσολαβητές» της αστικής κοινωνικής εξουσίας, ακόμη και αν εκπροσωπούν «εκλογικά» τα λαϊκά εργαζόμενα στρώματα. Δεν πρόκειται για θέμα βούλησης ή προθέσεων, ούτε για «προδοσίες» και «κωλοτούμπες», αλλά για την αναπότρεπτη πολιτική συνέπεια των ταξικών δυνάμεων που κυριαρχούν στο εσωτερικό τους. Αντιμνημονιακές αλλαγές τελικά ή ακόμη περισσότερο αντικαπιταλιστικοί μετασχηματισμοί δεν μπορούν να προωθηθούν, με βάση την υπαρκτή πλέον τραγική εμπειρία, παρά από πολιτικούς σχηματισμούς που έχουν οργανικές σχέσεις με την εργατική τάξη, βασίζουν την τακτική τους στο έδαφος κινηματικών λαϊκών διαδικασιών, έχουν κατοχυρωμένο στο εσωτερικό τους τον πρωτεύοντα ρόλο ταξικών δυνάμεων των «από κάτω» και όχι μικροαστών τεχνοκρατών και εκσυγχρονιστών, και δεν εξαντλούν τη στρατηγική τους στο αστικό πολιτικό παιχνίδι, αλλά εισάγουν παράλληλα τη διάσταση του εργατικού ελέγχου και εξουσίας ως θεμελιακή παράμετρο και δικλείδα ασφαλείας της όποιας αριστερής διαδικασίας μετάβασης.