Απαιτήσεις κατά του Δημοσίου – Παραγραφή αξιώσεων: π.χ., 13ος, 14ος μισθός, επίδομα άδειας

Από το Σύλλογο Εργαζομένων ΟΤΑ νομού Ηρακλείου

misthos

Για τις αξιώσεις από το Ελληνικό Δημόσιο υπήρχε μία διγνωμία, η εξής: Για την παραγραφή της αξίωσης ισχύει η πενταετία ή η διετία; Για την παραγραφή μιας αξίωσης που δημιουργήθηκε μετά από την 1η/1ου/2015, ισχύει ο Ν. 4470/14.

Άρθρο 140 Ν.4470/14
Παραγραφή απαιτήσεων κατά του Δημοσίου

1. Οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου, πλην εκείνων για τις οποίες εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013, Α΄ 170), παραγράφεται μετά την παρέλευση πενταετίας, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής αυτής.

2……

3. Η απαίτηση οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ` αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις παραγράφεται μετά την παρέλευση διετίας από τη γένεσή της.

Για τις αξιώσεις που γεννήθηκαν πριν την 1η/1ου/2015, ίσχυε το Ν.Δ. 321/69 και όταν καταργήθηκαν οι διατάξεις του, ίσχυε ο Ν. 2362/95.

Και το άρθρο 91 Ν.Δ. 321/69 και το άρθρο 90 του Ν. 2362/95 προέβλεπαν πενταετή παραγραφή χρηματικής αξίωσης κατά του Δημοσίου και διετή παραγραφή αξιώσεων δημοσίων υπαλλήλων.

Μάλιστα όσο ίσχυε αυτό το νομοθετικό πλαίσιο, είχε εκδοθεί Απόφαση Ανώτατου Ειδικού (ΑΕΔ 2/2012) για να κρίνει τη συνταγματικότητα της διάταξης της παρ. 3 για τους δημοσίους υπαλλήλους, που αφορούσε τη διετία, μετά από διχογνωμία του Αρείου Πάγου και του ΣτΕ. Σύμφωνα με τη απόφαση αυτή η διάταξη του άρθρου 91 παρ. 3 του ΝΔ/τος 321/1969, (η διετία) δεν αντίκειται στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος.

Αναλυτικά προέβλεπε η ΑΕΔ 2/2012:

1. Αν οι αξιώσεις των με οποιαδήποτε σχέση υπαλλήλων του Ελληνικού Δημοσίου από καθυστερούμενες αποδοχές ή απολαβές οποιασδήποτε φύσεως ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό, οι οποίες ορίζονται και οφείλονται απ’ ευθείας από το νόμο και των οποίων την πληρωμή αρνείται ή καθυστερεί το Δημόσιο για οποιοδήποτε λόγο, σύμφωνα με την έννοια την οποία προσδίδουν τα όργανά του στο νόμο, από την οποία όμως άρνηση ή καθυστέρηση δεν παρακωλύεται η δικαστική επιδίωξη της αξιώσεως, υπόκεινται σε διετή παραγραφή.

2. Η πενταετής παραγραφή, αντιθέτως, ισχύει όταν για τη θεμελίωση του επί των αποδοχών ή των πάσης φύσεως απολαβών δικαιώματος, απαιτείται η έκδοση πράξεως του Δημοσίου, την οποία παρανόμως παραλείπουν να εκδώσουν τα όργανα του, δηλαδή όταν δεν πρόκειται για ευθεία αγωγή λόγω αρνήσεως ή καθυστερήσεως καταβολής των αποδοχών, αλλά για αγωγή αποζημιώσεως, λόγω παραλείψεως οφειλομένης νόμιμης ενέργειας των οργάνων του Δημοσίου.

Μετά από τα προαναφερόμενα, για κάποια αξίωση Δημοσίων Υπαλλήλων, π.χ. δώρο Πάσχα, Χριστουγέννων, επίδομα αδείας, κ.α. η παραγραφή είναι διετής, μετρώντας από το χρόνο που γεννήθηκε η αξίωση. Με δεδομένο το χρόνο που απαιτείται για να εκδικαστεί μία αξίωση υπαλλήλων μόνιμου δικαίου, στα Διοικητικά Πρωτοδικεία (τουλάχιστον έξι (6) χρόνια), θα χρειασθεί να κατατεθούν τρεις (3) αγωγές. Και αυτό ισχύει, με την προϋπόθεση, το Δημοτικό Συμβούλιο να αποφασίσει να παραιτηθεί της έφεσης και να μην συνεχιστεί η δικαστική διεκδίκηση σε Διοικητικό Εφετείο (άρθρο 54, Ν.4447/2016).

Είναι λογική η διευθέτηση αυτή του ζητήματος;

«Δεν ανήκει στη δικαστική αλλά στη νομοθετική εξουσία να αποκαθιστά ανισότητες, με άμεση ή έμμεση επέκταση του πεδίου εφαρμογής μισθολογικών ρυθμίσεων σε κατηγορίες δημόσιων κ.λπ. υπαλλήλων και λειτουργών, στις οποίες ο νομοθέτης δεν είχε προβλέψει. Διότι ο κίνδυνος άνισης μεταχείρισης ουσιωδώς ομοίων καταστάσεων εξ’ αιτίας αυθαίρετων ρυθμίσεων, δεν δικαιολογεί εν προκειμένω την υποκατάσταση του νομοθέτη από τον δικαστή» (ΑΕΔ 2/2012).