Η ενεργειακή φτώχεια της Γερμανίας: πώς ο ηλεκτρισμός έγινε είδος πολυτελείας

Στην Ευρώπη η κριτική κατά των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, των γνωστών ΑΠΕ, έχει ξεκινήσει εδώ και καιρό και εστιάζεται κυρίως στις υπέρογκες αυξήσεις της τιμής της ηλεκτρικής ενέργειας για τους καταναλωτές, οι οποίες έχουν οδηγήσει σε ενεργειακή φτώχεια τα οικονομικά ασθενέστερα στρώματα.

Στην Ελλάδα είμαστε πολύ πίσω, όσον αφορά τη συζήτηση αυτή. Οι κοινωνικές αντιδράσεις κατά των ΑΠΕ προέρχονται αποκλειστικά από τις τοπικές κοινωνίες ( π.χ. Μάνη, Καφηρέας, Σαμοθράκη, Κρήτη) που αντιδρούν στην εγκατάσταση αιολικών πάρκων λόγω της περιβαλλοντικής καταστροφής που προκαλούν. Οι φωνές που μιλούν για την αύξηση της τιμής του ηλεκτρικού ρεύματος για τους καταναλωτές λόγω των παχυλών επιδοτήσεων που απολαμβάνουν οι παραγωγοί της «πράσινης ενέργειας» είναι ελάχιστες και μέχρι στιγμής καλύπτονται από τα φληναφήματα περί φτηνής ενέργειας από τον ήλιο και τον άνεμο και περί της υποτιθέμενης προστασίας του περιβάλλοντος.

Για να παρακολουθήσετε τον προβληματισμό που έχει αναπτυχθεί σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες για το θέμα αυτό, μπορείτε να διαβάσετε το παρακάτω άρθρο του από SPIEGEL ONLINE» με τίτλο «Germany’s Energy Poverty – How Electricity Became a Luxury Good». Δημοσιεύθηκε στις 04-09-2013 και είναι άκρως διαφωτιστικό για τα προβλήματα που δημιούργησαν οι ΑΠΕ στους οικονομικά ασθενέστερους καταναλωτές της Γερμανίας.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ

Η επιθετική και απερίσκεπτη επέκταση της αιολικής και ηλιακής ενέργειας της Γερμανίας είχε βαρύ τίμημα για τους καταναλωτές, και το κόστος συχνά επιβαρύνθηκαν δυσανάλογα οι φτωχοί. Οι σύμβουλοι της κυβέρνησης προτείνουν τώρα μια εντελώς νέα αρχή.

Αν θέλετε να κάνετε κάτι μεγάλο, πρέπει να αρχίσετε από το μικρό. Αυτό είναι κάτι που ο Γερμανός Υπουργός Περιβάλλοντος Peter Altmaier γνωρίζει πολύ καλά. Ο πολιτικός, μέλος της κεντροδεξιάς Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης (CDU), συνέταξε ένα εγχειρίδιο πρακτικών συμβουλών σχετικά με το πώς ο καθένας μπορεί να κάνει μικρά, καθημερινά βήματα προς την αλλαγή από την πυρηνική προς την πράσινη ενέργεια. Η επονομαζόμενη Energiewende, ή «ενεργειακή επανάσταση», είναι το σχέδιο του αιώνα για την καγκελάριο Angela Merkel.

«Ελάτε μαζί μας και ξεκινήστε σήμερα», γράφει ο Altmaier στην εισαγωγή. Εν συνεχεία αναφέρεται σε καθημερινές δραστηριότητες όπως το ψήσιμο και το μαγείρεμα. «Αποφεύγετε την προθέρμανση και χρησιμοποιείτε τη θερμότητα που έχει απομείνει», συμβουλεύει ο Altmaier. Οι τηλεθεατές μπορούν επίσης να κάνουν μεγάλη οικονομία στο ρεύμα, αν και εις βάρος της ποιότητας της εικόνας. « Για παράδειγμα, μπορείτε να μειώσετε την φωτεινότητα και την αντίθεση», προτείνει το φυλλάδιό του.

Ο Altmaier και άλλοι είναι σε αποστολή να βοηθήσουν τους ανθρώπους να εξοικονομήσουν χρήματα από τους λογαριασμούς του ηλεκτρικού ρεύματος, γιατί σύντομα πρόκειται να λάβουν κακά νέα. Η κυβέρνηση προβλέπει ότι η προσαύξηση για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας που έχει προστεθεί στους λογαριασμούς ρεύματος των καταναλωτών θα αυξηθεί από 5,3 λεπτά σε μεταξύ 6,2 και 6,5 λεπτά ανά κιλοβατώρα, ήτοι αύξηση 20%.

Οι Γερμανοί καταναλωτές ήδη πληρώνουν το ρεύμα ακριβότερα απ΄όλη την υπόλοιπη Ευρώπη. Αλλά επειδή η κυβέρνηση έχει αποτύχει στον έλεγχο του κόστους της νέας ενεργειακής πολιτικής της, οι αυξήσεις στις τιμές φαίνονται στον ορίζοντα. Η ηλεκτρική ενέργεια γίνεται είδος πολυτελείας στην Γερμανία, και ένα από τα σημαντικότερα μακρόπνοα σχέδια της χώρας βρίσκεται σε μεγάλο κίνδυνο.

Μετά το πυρηνικό ατύχημα της Φουκουσίμα στην Ιαπωνία πριν από δυόμιση χρόνια, η Μέρκελ αποφάσισε γρήγορα να ξεκινήσει την σταδιακή κατάργηση της πυρηνικής ενέργειας και να οδηγήσει την χώρα στην εποχή της αιολικής και της ηλιακής ενέργειας. Τώρα όμως πολλοί Γερμανοί συνειδητοποιούν ότι η κυβερνητική συμμαχία μεταξύ του CDU της Μέρκελ και του φιλoεπιχειρηματικού FDP είναι ανίκανη να ανταπεξέλθει σε αυτήν την αλλαγή. Βεβαίως, αυτό δεν σημαίνει ότι η κοινή γνώμη εμπιστεύεται περισσότερο μια ενδεχόμενη συμμαχία μεταξύ της κεντροαριστεράς του SPD και των Πρασίνων. Ο πολιτικός κόσμος έχει σφηνώσει μεταξύ του λόμπυ της πράσινης ενέργειας, που παριστάνει τον σωτήρα του κόσμου, και των παραδοσιακών υπηρεσιών κοινής ωφελείας, με τις φοβερές προειδοποιήσεις για πρόκληση χάους στην παροχή ρεύματος και απώλεια θέσεων εργασίας.

Ακόμα και καλά πληροφορημένοι πολίτες έχασαν πια τον έλεγχο στις συνεχείς προσαυξήσεις που τούς έχουν επιβληθεί. Σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, η προσαύξηση για την χρηματοδότηση του δικτύου θα αυξηθεί κατά 0,2 έως 0,4 λεπτά ανά κιλοβατώρα. Επιπλέον, οι καταναλωτές πληρώνουν έναν σωρό φόρους, προσαυξήσεις και τέλη που μπορούν να προκαλέσουν ίλιγγο σε κάθε καταναλωτή.

Ο τέως Υπουργός Περιβάλλοντος Jürgen Tritten του κόμματος των Πρασίνων κάποτε ισχυρίστηκε ότι η στροφή της Γερμανίας προς τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας δεν επρόκειτο να κοστίσει στους πολίτες περισσότερο από μια μπάλα παγωτού. Σήμερα ο διάδοχός του Altmaier παραδέχεται ότι οι καταναλωτές πληρώνουν αρκετά «για να φάνε τα πάντα στο μενού των παγωτών».

Πληρώνοντας πολλά για το τίποτα

Για την κοινωνία στο σύνολό της , το κόστος έχει φτάσει σε επίπεδα συγκρινόμενα μόνο με τα πακέτα διάσωσης της ευρωζώνης. Φέτος, οι Γερμανοί καταναλωτές θα αναγκαστούν να πληρώσουν 20 δις ευρώ (26 δις δολάρια) για ηλεκτρισμό από ηλιακή και αιολική ενέργεια καθώς και από βιοαέριο με την τιμή της αγοράς μόλις πάνω από 3 δις ευρώ. Ακόμα και το μέγεθος των 20 δις ευρώ αμφισβητείται, αν συμπεριλάβουμε όλο το τυχαίο κόστος και τις επακόλουθες ζημιές που σχετίζονται με το σχέδιο. Τα ηλιακά πάνελ και οι ανεμογεννήτριες κάποιες φορές παράγουν τεράστια ποσά ενέργειας, κάποιες άλλες όμως καθόλου. Σύμφωνα με τον καιρό και την ώρα της ημέρας, η χώρα μπορεί να αντιμετωπίσει παράλογες καταστάσεις πλεονάσματος ενέργειας ή ελλείμματος.

Αν υπάρχει πολύ ρεύμα στο δίκτυο, οι ανεμογεννήτριες πρέπει να κλείσουν. Ωστόσο, οι καταναλωτές πάλι πληρώνουν για το «ρεύμα φάντασμα» που οι γεννήτριες θεωρητικά παράγουν. Μερικές φορές η Γερμανία αναγκάζεται να πληρώνει τέλη για την απόρριψη της ήδη επιδοτούμενης πράσινης ενέργειας, δημιουργώντας αυτό που οι ειδικοί αναφέρουν ως «αρνητικές τιμές ρεύματος».

Από την άλλη, όταν ο άνεμος ξαφνικά σταματά να φυσά , και ιδίως κατά την διάρκεια της ψυχρής περιόδου, η παροχή γίνεται ελάχιστη. Στην περίπτωση αυτή οι βαριές μονάδες παραγωγής ενέργειας από πετρέλαιο και άνθρακα πρέπει να αρχίσουν να λειτουργούν ώστε να καλυφθεί το κενό, γεγονός που εξηγεί γιατί οι παραγωγοί ενεργείας της Γερμανίας απελευθέρωσαν στην ατμόσφαιρα περισσότερο επιβλαβές διοξείδιο του άνθρακα το 2012 απ΄ό,τι το 2011.

Αν υπάρχει ακόμα ανεπάρκεια, ενεργοβόρα εργοστάσια όπως το εργοστάσιο χάλυβα Arcelor Mittal στο Αμβούργο καλούνται να διακόψουν την παραγωγή τους για να προστατευθεί το δίκτυο. Φυσικά, και σε αυτήν την περίπτωση οι απλοί καταναλωτές αναμένεται να πληρώσουν την αποζημίωση που δικαιούνται αυτές οι επιχειρήσεις για τις απώλειες κέρδους.

Η κυβέρνηση έχει μεγάλες ελπίδες για την επέκταση των παράκτιων αιολικών πάρκων. Αλλά τα εργοτάξια βρίσκονται σε κατάσταση χάους: Οι ανεμογεννήτριες στο νησί Borkum της Βόρειας Θάλασσας προς το παρόν περιστρέφονται χωρίς να έχουν συνδεθεί στο δίκτυο. Το καλώδιο σύνδεσης πιθανώς δεν θα ολοκληρωθεί μέχρι το επόμενο έτος. Εν τω μεταξύ, οι στρόβιλοι κινούνται με καύσιμο ντίζελ για να μην σκουριάσουν.

Στην τελευταία εκλογική εκστρατεία, τα πολιτικά κόμματα κατηγορούν το ένα το άλλο γι’ αυτήν την καταστροφή. Εν τω μεταξύ, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση προτιμά να αποφεύγει ολότελα τη συζήτηση για την ενεργειακή της πολιτική . «Μας εκθέτει σε κριτική», λέει ένας κυβερνητικός εκπρόσωπος. «Υπάρχουν αναμφισβήτητα μεγάλα προβλήματα», παραδέχεται ένα μέλος της κυβέρνησης.

Αλλά αυτήν την εβδομάδα το θέμα τίθεται αναγκαστικά στην ημερήσια διάταξη. Την Πέμπτη, μια κυβερνητική επιτροπή σχεδιάζει να υποβάλει μια ειδική έκθεση που ονομάζεται «Ο ανταγωνισμός τον καιρό της Ενεργειακής Μετάβασης». Η έκθεση είναι εξαιρετικά αιχμηρή, υποστηρίζοντας ότι το σημερινό σύστημα της Γερμανίας κατ’ ουσία επιβραβεύει τα πιο αναποτελεσματικά εργοστάσια , δεν συνεισφέρει στην προστασία του κλίματος, θέτει σε κίνδυνο τον ενεργειακό εφοδιασμό και επιβαρύνει τους φτωχούς.

Οι ειδικοί προτείνουν την αλλαγή του συστήματος στο μοντέλο που εφαρμόζει με μεγάλη επιτυχία η Σουηδία. Εάν εφαρμοστεί, θα εξαλείψει περισσότερες από 4.000 διαφορετικές επιδοτήσεις που ισχύουν σήμερα. Αντί οι γραφειοκράτες να θέτουν τις τιμές της πράσινης ενέργειας , θα τούς επιτραπεί να αναπτυχθούν ανεξάρτητα σε μια ξεχωριστή αγορά. Οι συντάκτες της έκθεσης πιστεύουν ότι το σουηδικό μοντέλο θα οδηγήσει στην ταχύτερη και φθηνότερη υλοποίηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και ότι το σύστημα θα γίνει αυτό που δεν είναι σήμερα: κοινωνικά δίκαιο.

Δυσκολία στην πληρωμή λογαριασμών

Όταν ο Stefan Becker , από το γραφείο του καθολικού φιλανθρωπικού ιδρύματος Caritas του Βερολίνου επισκέπτεται κάποιο σπίτι, προτιμά να φέρνει μαζί του και λίγους λαμπτήρες εξοικονόμησης ενέργειας.. Πολλοί κάτοικοι εξακολουθούν να χρησιμοποιούν παλιούς λαμπτήρες , που καταναλώνουν πολλή ηλεκτρική ενέργεια, αλλά είναι φθηνότεροι από τους καινούργιους. «Οι άνθρωποι εδώ πρέπει να αποφασίσουν αν θα ξοδέψουν χρήματα σε ένα ακριβό λαμπτήρα εξοικονόμησης ενέργειας ή σε ένα ζεστό γεύμα» λέει ο Becker. Με άλλα λόγια , η εξοικονόμηση ενέργειας είναι καλή και άγια, αλλά μόνο για αυτούς που μπορούν να την αντέξουν οικονομικά.

Μια οικογένεια, την οποία επισκέφθηκε πρόσφατα ο Becker, είναι ένα χρήσιμο παράδειγμα. Ζουν σε ένα σκοτεινό, ισόγειο διαμέρισμα στην συνοικία Neukölln του Βερολίνου. Σε μια ηλιόλουστη καλοκαιρινή μέρα τα δύο παιδιά έπρεπε να έχουν τα φώτα αναμμένα – που αυξάνει τον λογαριασμό ρεύματος – έστω κι αν η οικογένεια χρησιμοποιεί λαμπτήρες εξοικονόμησης ενέργειας.

Ο Becker θέλει να αποτρέψει οι προστατευόμενοι του να μην έχουν ηλεκτρικό ρεύμα επειδή δεν πληρώνουν τον λογαριασμό. Μετά από μερικά προειδοποιητικά σημειώματα η εταιρεία ηλεκτρισμού κατά κανόνα στέλνει έναν υπάλληλο για να διακόψει το ρεύμα – αφήνοντας τους πελάτες της χωρίς ψυγείο, κουζίνα ή εξαερισμό μπάνιου. Εάν δεν έχουν καμινέτο κάμπινγκ, δεν μπορούν ούτε καν να βράσουν νερό για ένα φλυτζάνι τσάι. Είναι σαν να ζεις στην λίθινη εποχή.

Όταν η παροχή διακοπεί , είναι δύσκολο να ενεργοποιηθεί ξανά. Οι πελάτες πρέπει να κάνουν διακανονισμό και χρεώνονται επίσης ένα τέλος επανασύνδεσης μέχρι € 100. «’Όταν ο κόσμος παίρνει τις ειδοποιήσεις καθυστερημένης πληρωμής την άνοιξη, τα τηλέφωνα μας αρχίζουν να χτυπούν», λέει ο Becker.

Στο εγγύς μέλλον ένα μέσο νοικοκυριό τριών ατόμων, θα δαπανά περίπου 90€ το μήνα για ηλεκτρική ενέργεια. Αυτό είναι περίπου το διπλάσιο απ’ ό,τι το 2000.

Τα δύο τρίτα της αύξησης της τιμής οφείλονται σε νέα κυβερνητικά τέλη, προσαυξήσεις και φόρους. Αλλά παρά την αύξηση των τιμών, οι συντάξεις και τα επιδόματα της πρόνοιας δεν έχουν προσαρμοσθεί αντίστοιχα. Ως αποτέλεσμα, κάθε νέο τέλος αποτελεί απειλή για τους καταναλωτές με χαμηλό εισόδημα.