Αν έρχεται η ανάπτυξη, γιατί απαγορεύουν τις απεργίες;

Από το Λεωνίδα Βατικιώτη

Αν, χάρη συζητήσεως και μόνο, πάρουμε στα σοβαρά την κυβέρνηση που διατυμπανίζει ότι η συμφωνία με τους δανειστές για την τρίτη αξιολόγηση που έκλεισε σε τεχνικό επίπεδο «δεν εμπεριέχει, για πρώτη φορά, κανένα απολύτως νέο δημοσιονομικό μέτρο» κι επομένως τα δύσκολα για τους εργαζόμενους είναι πίσω, τότε προκύπτουν ορισμένα ουσιαστικά ερωτήματα:

Γιατί ο πρωθυπουργός προσπάθησε με τροπολογία της τελευταίας στιγμής σε σχέδιο νόμου του υπουργείου Ψηφιακής Πολιτικής να θέσει ως προϋπόθεση για την κήρυξη απεργίας από τις γενικές συνελεύσεις των πρωτοβάθμιων σωματείων την απαρτία 50%+1, καταργώντας προηγούμενο ευνοϊκότερο νόμο που επέτρεπε να αποφασίζει ακόμη και το 20%;

Γιατί η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ επιχείρησε να απαγορεύσει επί της ουσίας την απεργία, δεδομένου ότι στη σημερινή περίοδο απογοήτευσης των εργαζομένων και περιστολής των δικαιωμάτων είναι πρακτικά αδύνατο να συγκεντρωθεί και να ψηφίσει υπέρ της απεργίας μια τόσο ισχυρή πλειοψηφία;

Γιατί το υπουργείο Εργασίας μιας αριστερής υποτίθεται κυβέρνησης, με την επικεφαλής του Έ. Αχτσιόγλου, θέλει να διαπρέψει εκεί που απέτυχε ο υπουργός του Καραμανλή, Λάσκαρης, το 1976 με το νόμο 330 και το ΠΑΣΟΚ το 1983, όταν κι αυτοί επιχείρησαν μέσω νομικών εμποδίων να βάλουν φραγμό στο δικαίωμα των εργαζομένων να προκηρύσσουν απεργία;

Τα ερωτήματα αυτά υφίστανται ακόμη και μετά την υποχώρηση της κυβέρνησης που ανακάλεσε την τροπολογία για να την επαναφέρει όμως σε επόμενο νομοσχέδιο, μετά τις θυελλώδεις αντιδράσεις που προκλήθηκαν εντός ολίγων ωρών: πανελλαδική στάση εργασίας από ΑΔΕΔΥ κτλ. Δεδομένου ότι κι αυτή η υποχώρηση της κυβέρνησης είναι δείγμα των αποτελεσμάτων που μπορούν να έχουν οι αγώνες και οι απεργίες, ας ελπίσουμε στο νόμο που θα φέρουν να μην ενσωματώσουν κι άλλο άρθρο που να απαγορεύει την κήρυξη απεργιών από τις τριτοβάθμιες οργανώσεις∙ κι αυτό δεν είναι αστείο. Πολύ πιθανά η κυβέρνηση αμέσως μετά την ψήφιση αυτού του νόμου, να τον επεκτείνει ψηφίζοντας εξ ίσου απαγορευτικά μέτρα που να απαγορεύουν στις ομοσπονδίες, τα εργατικά κέντρα και τις τριτοβάθμιες οργανώσεις να κηρύσσουν απεργία! Ή, να ζητούν προαναγγελία 2 και 3 μήνες πριν, άδεια από δικαστές, κοκ. Η εμπειρία είναι πικρή: η αρχή δεν πρέπει να γίνει…

Το γεγονός ότι η απόσυρση της τροπολογίας είναι βήμα τακτικής κι ότι η κυβέρνηση είναι αποφασισμένη να απαγορεύσει την απεργία φάνηκε από την επιστολή που έστειλε ο Τσίπρας στην επικεφαλής του ΔΝΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, στις 21 Ιουλίου. Την επιστολή την είχε αποκαλύψει η εφημερίδα Καθημερινή. Μεταξύ άλλων λοιπόν (όπως για παράδειγμα να τεθεί σε πλήρη εφαρμογή το σύστημα των ηλεκτρονικών πλειστηριασμών – το οποίο ήδη υλοποίησε) η κυβέρνηση δεσμευόταν πώς «έως τον Σεπτέμβριο θα υιοθετηθούν αλλαγές στο συνδικαλιστικό νόμο, που θα προβλέπουν ότι προκειμένου να υπάρχει απαρτία για να αποφασιστεί απεργία θα πρέπει να συμμετέχει το 50% των εργαζομένων που εκπροσωπούνται στα σωματεία».

Κυβέρνηση, δανειστές και κυρίως η εγχώρια ολιγαρχία (ΣΕΒ, ξενοδόχοι, κ.λπ.) βιάζονται να απαγορεύσουν τις απεργίες, αξιοποιώντας την υποχώρηση των αγώνων, γιατί ξέρουν ότι η κατάσταση της εργαζόμενης πλειοψηφίας θα επιδεινωθεί! Θέλουν να βάλουν στο γύψο τις αντιδράσεις γιατί ξέρουν τι έρχεται:

Περικοπές σε συντάξεις το 2018, οι οποίες συμφωνήθηκαν στην προηγούμενη αξιολόγηση, ακόμη και κατά 18% που θα πλήξουν τους χαμηλοσυνταξιούχους. Οι μειώσεις στις συντάξεις συνολικού ύψους 1,8 δισ. ευρώ ή 1% του ΑΕΠ θα ισχύσουν για τις κύριες και τις επικουρικές συντάξεις, με 100.000 συνταξιούχους να εκτιμάται ότι θα χάσουν και από τις δύο συντάξεις. Μεγάλοι χαμένοι θα είναι οι ασφαλισμένοι του πρώην ΤΕΒΕ που θα δουν τη σύνταξη να μειώνεται ακόμη και κατά 41%!

Νέες ιδιωτικοποιήσεις, με την κορυφαία περίπτωση της ΔΕΗ, που απέτυχε να ολοκληρώσει ο Σαμαράς και επιχειρεί να φέρει τώρα σε πέρας ο Τσίπρας, ήδη να προκαλεί σοβαρές αντιδράσεις στις τοπικές κοινωνίες. Το ξεπούλημα των λιγνιτικών μονάδων της Μελίτης και της Μεγαλόπολης είναι σκάνδαλο γιατί αποτελούν υπερσύγχρονες μονάδες υψηλής παραγωγικότητας. Καθόλου τυχαίο δεν είναι ότι αυτές είναι οι μονάδες που μπαίνουν πρώτες στο σύστημα και παράγουν πρώτες. Το ξεπούλημά τους σε ιδιώτες θα αυξήσει την τιμή λιανικής, θα οδηγήσει τη ΔΕΗ σε αργό θάνατο.

Διευκόλυνση των πλειστηριασμών, με αλλαγές στο νόμο Κατσέλη, για χάρη των τραπεζών. ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ θα παραδώσουν βορά στους τραπεζίτες δεκάδες χιλιάδες δανειολήπτες με τον επανέλεγχο των υποθέσεων και με στόχο να μειωθεί απότομα ο χρόνος που μεσολαβεί μεταξύ αίτησης και έκδοσης της δικαστικής απόφασης. Το έργο θα αναλάβει ειδική επιτροπή δικαστικών που θα συσταθεί με σύμφωνη γνώμη των δανειστών. Η αναθεώρηση του νόμου Κατσέλη θα επιταχύνει τους πλειστηριασμούς και θα βγάλει στο δρόμο χιλιάδες λαϊκές οικογένειες.

Εφαρμογή ενός προϋπολογισμού ακραίας λιτότητας, όπως αποκαλύπτει η κατάργηση του ΕΚΑΣ που έπαιρναν οι φτωχότεροι συνταξιούχοι, η αύξηση του ΦΠΑ και των ασφαλιστικών εισφορών και άλλων μέτρων που ψηφίστηκαν με το 4ο μνημόνιο (Ν. 4442/2017) όπως η μείωση του αφορολόγητου από τα 9.545 ευρώ στα 5.681. Ας μην ξεχνάμε ότι το 3ο και 4ο μνημόνιο της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ επέβαλε την εφαρμογή αντιλαϊκών μέτρων συνολικού ύψους 17 δισ. ευρώ!

Δύο πολυνομοσχέδια που θα ψηφισθούν πριν και μετά τις γιορτές όπου θα συμπεριλαμβάνονται και τα 110 προαπαιτούμενα μέτρα που η κυβέρνηση Τσίπρα συμφώνησε με τους δανειστές ώστε το Euroworking Group στις 11 Ιανουαρίου να δώσει την έγκρισή του για να κλείσει έγκαιρα η τρίτη αξιολόγηση και να εκταμιευθεί η δόση, ώστε να ξεκινήσει η τέταρτη και τελευταία αξιολόγηση.

Κυρίως όμως αγώνες! Εργοδοσία και κυβέρνηση ξέρουν πολύ καλά ότι η σημερινή αναμονή δε θα κρατήσει για πολύ καιρό ακόμη. Ελάχιστα αναφέρεται, είναι όμως συγκλονιστικό: Περισσότεροι από τους ανέργους, που επίσημα ανέρχονται σε 920.000, είναι οι απλήρωτοι. Συγκεκριμένα, 1 εκ. εργαζόμενοι παραμένουν απλήρωτοι από την εργοδοσία από 3 έως 18 μήνες, συγκροτώντας ένα εξαιρετικά εύφλεκτο υλικό, που όσο θα βελτιώνεται η κατάσταση της οικονομίας θα διεκδικεί μαχητικά όσα δικαιούται και του στέρησαν επικαλούμενοι την κρίση!

Υπό το πρίσμα των νέων δραματικών αλλαγών που έρχονται, η απόσταση που κρατά το ΔΝΤ στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων, την οποία η κυβέρνηση εμφανίζει ως επιτυχία της, δεν σημαίνει τίποτε καλό για τους εργαζόμενους. Το ΔΝΤ έκανε πίσω γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ ζήλωσε τη δόξα του. Γιατί η κυβέρνηση έχει υιοθετήσει όλα τα αντιλαϊκά μέτρα που πρότεινε και πλέον το ΔΝΤ δικαιωμένο κάθεται στη γωνία απολαμβάνοντας τους υπουργούς του ΣΥΡΙΖΑ να έρχονται στα λόγια του και να υλοποιούν τις απαιτήσεις του, υπό τις επευφημίες της Καθημερινής που έχει τίτλο «Σπάει το ταμπού του συνδικαλιστικού νόμου»…

Η κυβέρνηση Τσίπρα ωστόσο, με τη δεξιά πολιτική της που ως στόχο έχει να παρατείνει την παραμονή της στην εξουσία, αν κάτι καταφέρνει είναι να πριονίζει το κλαδί στο οποίο κάθεται, νομιμοποιώντας την πλειοδοσία της ΝΔ σε νεοφιλελεύθερες εξαγγελίες. Προς επίρρωση το «μεταρρυθμιστικό ηλεκτροσόκ» που υποσχέθηκε ο Κ. Μητσοτάκης τη Δευτέρα 4 Δεκεμβρίου από το βήμα του 28ου συνεδρίου του Ελληνοαμερικανικού Επιμελητηρίου.

Η συμμετοχή στα αντικυβερνητικά συλλαλητήρια που διοργανώνονται σε όλη την Ελλάδα και η επιτυχία της απεργίας στις 14 Δεκεμβρίου ενάντια στον προϋπολογισμό λιτότητας και την αξιολόγηση είναι μια πρώτη απάντηση απέναντι στο μαύρο μέτωπο ΣΥΡΙΖΑ-ΝΔ, δανειστών και εργοδοσίας.