Η τροπολογία για τις απεργίες – Τι προβλέπει αναλυτικά

Την ώρα που κυβέρνηση, μέσω των συστημικών Μέσων Ενημέρωσης προσπαθεί να πείσει για την… επιτυχία της «συμφωνίας» για την γ’ αξιολόγηση, περνά στα μουλωχτά το χτύπημα κατά του δικαιώματος στην απεργία, και μάλιστα σε άσχετο νομοσχέδιο το οποίο θα ψηφιστεί άρον άρον. Είναι χαρακτηριστικό πως τη μεγαλύτερη κατάκτηση του Εργατικού Κινηματος δεν τόλμησε καμία κυβέρνηση από το 1982 και μετά να αγγίξει, σε αντίθεση με τη σημερινή κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, που δείχνει και με αυτόν τον τρόπο ποιον υπηρετεί: τα συμφέροντα των δανειστών, του κεφαλαίου και των εργοδοτών, που θέλουν «συνδικαλιστικό νεκροταφείο» στους χώρους δουλειάς.

Νέοτερη εξέλιξη, ώρα 23.55

Λίγο πριν από τα μεσάνυχτα έγινε γνωστό ότι αποσύρονται την Τρίτη από το σχέδιο νόμου του υπουργείου Ψηφιακής Πολιτικής, Τηλεπικοινωνιών και Ενημέρωσης, οι παρακάτω τροπολογίες του υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης. Σύμφωνα με πηγές του υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, οι τροπολογίες θα κατατεθούν εκ νέου σε επόμενο νομοσχέδιο, έπειτα από νομοτεχνικές βελτιώσεις, αλλά και προκειμένου να δοθεί ο χρόνος για ευχερέστερη συζήτηση του περιεχομένου τους στο Κοινοβούλιο. Η κατάθεση των τροπολογιών προκάλεσε την έντονη και άμεση αντίδραση της ΑΔΕΔΥ, η οποία προκήρυξε για την Τρίτη 5/11 πανελλαδική στάση εργασίας και πορεία προς τη Βουλή.

Αναλυτικότερα:

Κατατέθηκε (αλλά τελικά αποσύρθηκε, όπως αναφέρθηκε παραπάνω) η τροπολογία του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης στο σχέδιο νόμου του Υπουργείου Ψηφιακής Πολιτικής, Τηλεπικοινωνιών και Ενημέρωσης «Ανανέωση – τροποποίηση – κωδικοποίηση της σύμβασης περί παροχής ειδικής άδειας εκμετάλλευσης του αποκλειστικού δικαιώματος του Ελληνικού Δημοσίου στη πρόσβαση και χρήση της ονομαστικής θέσης των 39ο ανατολικώς επί της τροχιάς των τεχνητών γεωστατικών δορυφόρων της Γης και των συσχετισμένων αυτής ραδιοσυχνοτήτων τηλεπικοινωνίας δια της κατασκευής, εκτόξευσης, λειτουργίας και εμπορικής εκμετάλλευσης ενός συστήματος δορυφορικών τηλεπικοινωνιών πανελλήνιας και διασυνοριακής εμβέλειας υπό την επωνυμία: ΕΛΛΑΣ SAT (HELLAS SAT)».

Με την τροπολογία αυτή:

α) ορίζεται ότι για τη συζήτηση και λήψη απόφασης κήρυξης απεργίας σε πρωτοβάθμιο σωματείο απαιτείται η παρουσία τουλάχιστον του ενός δευτέρου (1/2) των οικονομικά τακτοποιημένων μελών της συνδικαλιστικής οργάνωσης [σήμερα η συγκεκριμένη απόφαση μπορεί να ληφθεί υπό προϋποθέσεις και από το ένα πέμπτο (1/5) των οικονομικά τακτοποιημένων μελών].

β) αποσαφηνίζεται η αληθής έννοια της διάταξης της παρ.2 του άρθρου 3Α του α.ν. 1846/1951 αναφορικά με την υποχρέωση καταβολής της προβλεπόμενης δαπάνης εκ μέρους του εργοδότη, σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος εφόσον διαπιστώνεται με δικαστική απόφαση ότι οφείλεται σε δόλο του τελευταίου, είτε ως προς το αποτέλεσμα του ατυχήματος καθεαυτό, είτε ως προς τη μη τήρηση διατάξεων που ορίζουν μέτρα προστασίας της ασφάλειας και υγείας στην εργασία.

γ) υποχρεούνται εφεξής, ο Πρόεδρος εκάστου ΚΤΕΛ και οι ιδιοκτήτες των τουριστικών λεωφορείων ή οι νόμιμοι εκπρόσωποι τους, να καταχωρούν σε πληροφοριακό σύστημα του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης τα οριζόμενα στοιχεία (υπερωρίες προσωπικού, πίνακα εβδομαδιαίων αναπαύσεων του προσωπικού κίνησης, κ.λπ.).

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

Άρθρο…

Ποσοστό απαρτίας για συζήτηση και λήψη απόφασης κήρυξης απεργίας: Με την προτεινόμενη διάταξη ορίζεται ειδική απαρτία κατά τις γενικές συνελεύσεις πρωτοβάθμιων συνδικαλιστικών οργανώσεων σε περίπτωση συζήτησης και λήψης απόφασης κήρυξης απεργίας. Ειδικότερα, απαιτείται η παρουσία τουλάχιστον του ενός δευτέρου (1/2) των οικονομικά τακτοποιημένων μελών της συνδικαλιστικής οργάνωσης.

Άρθρο…

Αυθεντική ερμηνεία της παρ. 2 του άρθρου 34 του α.ν. 1846/1951 (Α’ 179) Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3 και 6 του ν. 551/1915, ο κύριος επιχείρησης του είδους που καθορίζεται από το άρθρο 2 του νόμου αυτού, υποχρεούται, ανεξαρτήτως υπαιτιότητας (αντικειμενική ευθύνη) και υπό τις καθοριζόμενες στο νόμο αυτό ειδικότερες προϋποθέσεις, να καταβάλει την προβλεπόμενη στον ίδιο νόμο αποζημίωση για περιουσιακή ζημία (άρθρο 3 παρ. 5), στον εργάτη ή υπάλληλό του, που υπέστη βλάβη της υγείας ή της σωματικής του ακεραιότητας, συνεπεία ατυχήματος που επήλθε από βίαιο συμβάν, κατά την εκτέλεση της εργασίας του ή εξ αφορμής αυτής, σε περίπτωση δε θανάτου από την ίδια αιτία, στα καθοριζόμενα στο άρθρο 6 του ίδιου νόμου συγγενικά του πρόσωπα.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 34 παρ. 2 και 60 παρ. 3 του α.ν. 1846/1951 «Περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων», προκύπτει ότι, όταν ο παθών από εργατικό ατύχημα υπάγεται στην ασφάλιση του ΙΚΑ, τότε ο εργοδότης απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση για αποζημίωση του παθόντος αυτού, ήτοι, τόσο της, κατά το κοινό δίκαιο, ευθύνης για αποζημίωση (άρθρα 914 επ. ΑΚ), όσο και της προβλεπόμενης από το ν. 551/1915 ειδικής αποζημίωσης και, μόνο εάν το ατύχημα οφείλεται σε δόλο του εργοδότη ή του προστηθέντος από αυτόν, υποχρεούται ο εργοδότης να καταβάλλει αφενός τη δαπάνη του ασφαλιστικού φορέα από τις χορηγούμενες προς τον παθόντα ασφαλιστικές παροχές και αφετέρου, στον ίδιο τον παθόντα, τη διαφορά ανάμεσα στις παροχές που αυτός λαμβάνει από τον ασφαλιστικό του φορέα και την πλήρη αποζημίωση που δικαιούται κατά τις κοινές διατάξεις του ΑΚ.

Η πρόβλεψη του ανωτέρω κανόνα της κατ’ αρχήν απαλλαγής του εργοδότη από τη σχετική ευθύνη και κάλυψης του αντίστοιχου κινδύνου από το φορέα κοινωνικής ασφάλισης του εργαζομένου, είναι εύλογη, λαμβανομένου ιδίως υπόψη του γεγονότος ότι μέρος των καταβαλλόμενων από τον εργοδότη ασφαλιστικών εισφορών κατατείνει ακριβώς στην κάλυψη του ασφαλιστικού κινδύνου επέλευσης ατυχημάτων κατά την εκτέλεση της εργασίας ή με αφορμή αυτή. Είναι, άλλωστε, γνωστό ότι η κάλυψη αυτού ακριβώς του ασφαλιστικού κινδύνου, του κινδύνου από εργατικό ατύχημα (όπως και της κάλυψης του γήρατος, της μητρότητας κ.α.) υπήρξε μεταξύ των βασικών στόχων της ίδιας της ίδρυσης και συγκρότησης του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης. Εντούτοις, η διατύπωση της διάταξης του άρθρου 34 παρ. 2 του α.ν. 1846/1951, με την οποία εισάγεται εξαίρεση από τον κανόνα της απαλλαγής του εργοδότη από την ευθύνη για εργατικά ατυχήματα και της ανάληψης από το φορέα κοινωνικής ασφάλισης του αντίστοιχου κινδύνου, σε περιπτώσεις όπου το ατύχημα οφείλεται σε δόλο του εργοδότη ή του προστηθέντος από αυτόν προσώπου, έχει, επί σειρά ετών εφαρμογής της, προκαλέσει σοβαρές ερμηνευτικές αμφισβητήσεις και διχογνωμίες στη νομολογία και τη σχετική θεωρία και έχει δημιουργήσει το έδαφος για την υιοθέτηση ερμηνευτικών εκδοχών, που, κατ’ αποτέλεσμα, όχι μόνο δεν απηχούν την βούληση του νομοθέτη και το σκοπό που θέλησε να εξυπηρετήσει με την πρόβλεψη της απαλλαγής του εργοδότη από την ευθύνη σε περιπτώσεις εργατικών ατυχημάτων, αλλά κείνται, επιπλέον εκτός των ορίων βασικών συνταγματικών διατάξεων.

Ειδικότερα, τίθεται το ζήτημα εάν η εξαίρεση της απαλλαγής του εργοδότη από τη σχετική ευθύνη και η υποχρέωσή του να καταβάλλει στον ασφαλιστικό φορέα τη δαπάνη των χορηγούμενων στον παθόντα παροχών, καθώς και -στον ίδιο τον παθόντα-τη διαφορά ανάμεσα στις παροχές αυτές και την πλήρη αποζημίωση που δικαιούται κατά τις διατάξεις του ΑΚ, συντρέχουν μόνο στην περίπτωση που ο δόλος του εργοδότη καλύπτει και το αποτέλεσμα του εργατικού ατυχήματος (μόνον, δηλαδή, εφόσον ο εργοδότης θέλησε ή αποδέχθηκε και την ίδια τη βλάβη του παθόντος) ή εάν η έννοια της φράσης «οφείλεται σε δόλο του εργοδότη ή του υπ’ αυτού προστηθέντος προσώπου» καλύπτει και την περίπτωση όπου το εργατικό ατύχημα συνδέεται αιτιωδώς με δόλια παραβίαση, από αυτούς, των διατάξεων νόμων, διαταγμάτων και κανονισμών που προβλέπουν τα υποχρεωτικά μέτρα προστασίας της ασφάλειας και της υγείας στην εργασία.

Η υιοθέτηση της πρώτης εκδοχής από μεγάλη μερίδα της νομολογίας οδηγεί στο αποτέλεσμα, ακόμα και εργοδότες που εν γνώσει τους παραβιάζουν τα προβλεπόμενα από το νόμο μέτρα ασφαλείας και συνειδητά εκθέτουν τους εργαζόμενους στους αντίστοιχους σοβαρούς κινδύνους, να μετακυλίουν στο ασφαλιστικό σύστημα την ευθύνη της παράνομης αυτής και αντικοινωνικής συμπεριφοράς τους, η οποία και στάθηκε αιτία -εφόσον τούτο βεβαιώνεται και από τις σχετικές δικαστικές αποφάσεις – για την επέλευση του εργατικού ατυχήματος. Κάτι τέτοιο, όμως, κείται εκτός της λογικής της ασφαλιστικής κάλυψης του εργατικού ατυχήματος, καθώς η καταβολή των σχετικών εργοδοτικών ασφαλιστικών εισφορών δεν εξασφαλίζει στον εργοδότη τη δυνατότητα να μην τηρεί τη νομοθεσία για την ασφάλεια και την υγεία στην εργασία, αλλά τον ασφαλίζει από την περίπτωση όπου, παρά την τήρηση των σχετικών μέτρων ασφαλείας, επέρχεται το ατυχές, βίαιο συμβάν. Σε διαφορετική περίπτωση το ασφαλιστικό σύστημα επιβαρύνεται με -σημαντικές συνήθως- δαπάνες χορήγησης των σχετικών ασφαλιστικών παροχών στα θύματα εργατικών ατυχημάτων ή τους συγγενείς τους, αναλαμβάνοντας το κόστος μιας -ούτως ή άλλως- αξιόποινης (αφού ο νόμος προβλέπει και ποινικές κυρώσεις για τη μη τήρηση των προβλεπόμενων μέτρων ασφαλείας στην εργασία) συμπεριφοράς του εργοδότη.

Παράλληλα, η υιοθέτηση μιας ερμηνευτικής εκδοχής της διάταξης του άρθρου 34 παρ. 2 του α.ν. 1846/1951 που οδηγεί σε αποκλεισμό της ευθύνης του εργοδότη (ακόμα και ενός εργοδότη που συνειδητά δεν τηρεί τις διατάξεις περί ασφάλειας στην εργασία), για την καταβολή στον παθόντα της διαφοράς ανάμεσα στις χορηγούμενες σε αυτόν παροχές από τον φορέα κοινωνικής ασφάλισης και στην πλήρη αποζημίωση που αυτός δικαιούται βάσει των διατάξεων του ΑΚ, θα αποστερούσε από τον παθόντα εργαζόμενο το δικαίωμα δικαστικής προστασίας (κατά παράβαση του άρθρου 20 του Συντάγματος) ως προς την αποκατάσταση της σοβαρής -κατά κανόνα- υλικής ζημίας που υπέστη από το εργατικό ατύχημα. Μία ερμηνεία λοιπόν που θα οδηγούσε στο εξαιρετικά ανεπιεικές αποτέλεσμα του αποκλεισμού της δυνατότητας του παθόντος του εργατικού ατυχήματος (όπου κατά κανόνα το κόστος της αποκατάστασης της υγείας ή της αντιμετώπισης των συνθηκών που συνεπάγεται μία μόνιμη αναπηρία υπερβαίνει σημαντικά τις χορηγούμενες από τον ασφαλιστικό φορέα παροχές) να αξιώσει την επιπλέον αυτή αποζημίωση, έναντι ενός εργοδότη που εν γνώσει του έχει παραβιάσει τις διατάξεις περί προστασίας της ασφάλειας και της υγείας στην εργασία, δεν είναι δυνατόν να γίνει ανεκτή από την έννομη τάξη (άρθρο 5 του Συντάγματος). Ενόψει των ανωτέρω, με την προτεινόμενη ρύθμιση αίρεται η σχετική ερμηνευτική αμφισβήτηση και αποσαφηνίζεται ότι, κατά την αληθή έννοια της διάταξης της παρ. 2 του άρθρου 34 του α.ν. 1846/1951 και την πραγματική βούληση του νομοθέτη, ο εργοδότης οφείλει να καταβάλλει στο μεν ασφαλιστικό φορέα τις δαπάνες που αυτός χορήγησε στον παθόντα από εργατικό ατύχημα, στον δε παθόντα τη διαφορά ανάμεσα  στις παροχές αυτές και την πλήρη αποζημίωση που δικαιούται κατά τις κοινές διατάξεις του ΑΚ, σε κάθε περίπτωση που βεβαιώνεται δικαστικά ότι το εργατικό ατύχημα οφείλεται σε δόλο του εργοδότη είτε ως προς αυτό καθεαυτό το αποτέλεσμα του εργατικού ατυχήματος είτε όμως και ως προς την παραβίαση της κείμενης νομοθεσίας περί ασφάλειας και υγείας στην εργασία.

Άρθρο…

Η εξαίρεση του κλάδου οδηγών ΚΤΕΛ και Τουριστικών Λεωφορείων από την υποχρέωση ανάρτησης πίνακα εβδομαδιαίων αναπαύσεων του προσωπικού κίνησης, των ημερήσιων στοιχείων προσωπικού και δρομολογίων και υπερωριών ηλεκτρονικά σε Πληροφοριακό Σύστημα του ΣΕΠΕ έχει συμβάλει στην έκρηξη του φαινομένου αυθαιρεσιών της εργατικής νομοθεσίας στον εν λόγω κλάδο, καθώς τα ελεγκτικά όργανα δεν είναι σε θέση να επιτελέσουν αποτελεσματικά το έργο τους. Λαμβάνοντας υπόψη και τη διαδεδομένη χρήση των πληροφοριακών συστημάτων του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, η ειδική αυτή μεταχείριση δεν δικαιολογείται από κάποιον αποχρώντα λόγο, συνεπώς, είναι απαραίτητο και ο συγκεκριμένος κλάδος να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο με τους υπόλοιπους.

Οι Υπουργοί
Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΗ ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο…

Ποσοστό απαρτίας για συζήτηση και λήψη απόφασης κήρυξης απεργίας Μετά το τρίτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 8 του ν. 1264/1982 (Α’ 79) προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Ειδικά για τη συζήτηση και λήψη απόφασης κήρυξης απεργίας απαιτείται η παρουσία τουλάχιστον του ενός δευτέρου (1/2) των οικονομικά τακτοποιημένων μελών.»

Άρθρο…

Αυθεντική ερμηνεία της παρ. 2 του άρθρου 34 του α.ν. 1846/1951 (Α’ 179) Η αληθής έννοια της παρ. 2 του άρθρου 34 του α.ν. 1846/1951 (Α’ 179) είναι ότι ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλλει τη δαπάνη που προβλέπεται στην περ. α’ της παρ. 2 και τη διαφορά μεταξύ του ποσού της, κατά τον Αστικό Κώδικα, αποζημίωσης καί των χορηγητέων ασφαλιστικών παροχών που προβλέπεται στην περ. β’ της παρ. 2, εφόσον, με δικαστική απόφαση, διαπιστώνεται ότι το ατύχημα, κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής, οφείλεται σε δόλο του εργοδότη ή του προστηθέντος από αυτόν προσώπου, είτε ως προς το αποτέλεσμα του ατυχήματος καθεαυτό είτε ως προς τη μη τήρηση διατάξεων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών, που ορίζουν μέτρα προστασίας της ασφάλειας και της υγείας ο την εργασία, εάν το ατύχημα συνδέεται αιτιωδώς με παραβάσεις των διατάξεων αυτών.

Άρθρο …

1. Το άρθρο 27 του π.δ. 246/2006 (Α’ 261) α ντικαθίσταται ως εξής:

«1. Με αποφάσεις των Διοικητικών Συμβουλίων ή άλλων εντεταλμένων οργάνων εκάστου ΚΤΕΛ καταρτίζονται, αναρτώνται, εφαρμόζονται, υποβάλλονται αρμοδίως και ελέγχονται τα από τις ισχύουσες διατάξεις προβλεπόμενα στοιχεία, για τον προγραμματισμό και την παροχή εργασίας του προσωπικού εκάστου ΚΤΕΛ.

2. Ο Πρόεδρος του ΚΤΕΛ ή ο εντεταλμένος οπό το Δ.Σ. αυτού υπάλληλος, υποχρεούται να καταχωρεί σε πληροφοριακό σύστημο του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης τις υπερωρίες του προσωπικού, μηνιαίο πίνακα εβδομαδιαίων αναπαύσεων του προσωπικού κίνησης και τα ημερήσια στοιχεία προσωπικού και δρομολογίων για κάθε λεωφορείο.

3. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης καθορίζεται η διαδικασία καταχώρισης, τα στοιχεία που γνωστοποιούνται και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος άρθου. 4. Η ισχύς του παρόντος άρθρου αρχίζει από την δημοσίευση της απόφασης της παραγράφου 3 στην Εφημερίδα της Κυβερνάσεως.»

2. α) Οι ιδιοκτήτες των Τουριστικών Λεο φορείων ή οι νόμιμοι εκπρόσωποί τους υποχρεούνται, για κάθε τουριστικό λεωφ ρείο, να καταχωρούν σε πληροφοριακό σύστημα του Υπουργείου Εργασίας, 1 οινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής  Αλληλεγγύης τα στοιχεία που προβλέπονται στην ΥΑ 51266/2955/1975 (Β’ 1458) και στις ισχύουσες διατάξεις.

β) Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης καθορίζεται η διαδικασία καταχώρισης, τα στοιχεία που γνωστοποιούνται και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου.
γ) Η ισχύς της παρούσας παραγράφου αρχίζει από την δημοσίευση της απόφασης της περίπτωσης β’ στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Οι Υπουργοί
Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης
Ευτυχία Αχτσιόγλου