Σοσιαλιστική μορφωτική χειραφέτηση: Μια κριτική στις εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις

Από τον Ανέστη Ταρπάγκο

Οι επιχειρούμενες εκπαιδευτικές αλλαγές του ΣΥΡΙΖΑ

Αποσαφηνίζεται πλέον ο σχεδιασμός της νεοφιλελεύθερα μεταλλαγμένης κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ για την δομή που επιχειρεί να δημιουργήσει στο εκπαιδευτικό σύστημα, και ιδιαίτερα στον τρόπο πρόσβασης της νεολαίας στην ανώτερη τεχνική και πανεπιστημιακή εκπαίδευση στο επόμενο διάστημα. Ο χαρακτήρας αυτής της κυβερνητικής παρέμβασης έχει να κάνει με την προηγούμενη υιοθέτηση της διεξαγωγής του πανελλαδικού διαγωνισμού με τις δύο εξεταστικές διαδικασίες εντός της τρίτης τάξης του Λυκείου και το εγχείρημα αποτύπωσης ενός «δημοκρατικού λαϊκού» στίγματος, στη λογική της ανταπόκρισης σε έναν από τους στόχους της Αριστεράς για την ελεύθερη πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Συγκεκριμένα επιδιώκεται:

Α) Κατ’ αρχήν ο σχεδιασμός της διοχέτευσης ενός επαρκούς ποσοστού νέων στην μέση τεχνική και επαγγελματική εκπαίδευση ήδη μετά το τέλος του Γυμνάσιου, πράγμα που υπολογίζεται ότι θα αποσυμφορήσει σε έναν βαθμό την πίεση για πανεπιστημιακές σπουδές.

Β) Κατά δεύτερο, προβλέπεται η συστηματικότερη λειτουργία σχολών επαγγελματικής κατάρτισης μέσα από την αναβάθμιση των ΙΕΚ ως μορφών μεταλυκειακής εκπαίδευσης, που προφανώς δεν οδηγεί στην πρόσβαση σε ανώτατες σπουδές.

Γ) Κατά τρίτο, την ουσιαστική διατήρηση του πανελλαδικού διαγωνισμού μέσα από την διεξαγωγή των εξετάσεων πρώτου και δευτέρου τετραμήνου εντός του Λυκείου, και την πρόσβαση στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση με βάση την απόδοση σ’ αυτές.

Δ) Τέλος την δρομολόγηση μιας ορισμένης μορφής πρόσβασης ελεύθερου χαρακτήρα στις ομάδες σχολών ανθρωπιστικών και κοινωνικών επιστημών, και ταυτόχρονα συνέχισης της οχύρωσης των νευραλγικών σχολών (πολυτεχνείων, ιατρικής, νομικής, πληροφορικής, οικονομίας κλπ.) αυξημένης ζήτησης με το παραδοσιακό numerus clausus.

Μέσα από αυτά τα βασικά, μεταξύ άλλων, μέτρα εκπαιδευτικής πολιτικής επιχειρείται να δοθεί το στίγμα ενός «δημοκρατικού μεταρρυθμισμού», που υποτίθεται ότι ανταποκρίνεται στις λαϊκές προσδοκίες, στην λειτουργία του Λυκείου ως αυτόνομης εκπαιδευτικής βαθμίδας και όχι ως εξεταστικού κέντρου πρόσβασης στην πανεπιστημιακή ή τεχνολογική εκπαίδευση, η «απαλλαγή» των λαϊκών οικογενειών από το δυσβάσταχτο βάρος της λειτουργίας των ιδιωτικών φροντιστηρίων κλπ. Κι’ είναι αλήθεια ότι σημαντικές, όχι όμως όλες, δυνάμεις της Αριστεράς συνήθως επικεντρώνονται στην καταγγελία της «ταξικότητας» της εκπαίδευσης, νοώντας την κυρίως ως δυνατότητα πρόσβασης των γόνων της εργατικής τάξης σε ανώτερες σπουδές, ως διαδικασία ενίσχυσης της υλικό – τεχνικής υποδομής των σχολείων, απεξάρτησης από την διασύνδεσή της με τον ιδιωτικό οικονομικό τομέα, κατάργησης των διδάκτρων σε μεταπτυχιακά τμήματα κλπ., πράγματα αναγκαία όχι όμως και ικανά να διαγράψουν τους όρους μιας σοσιαλιστικής μορφωτικής πολιτικής γενικευμένης εκπαιδευτικής χειραφέτησης.

Έτσι κινούμενη η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ στην αντιμετώπιση του εκπαιδευτικού ζητήματος, επιδιώκει να συνταιριάσει και να ανταποκριθεί στην απαίτηση ενός διπλού στόχου : Ενός πρωτεύοντος που είναι η νομιμοποίηση του σχολείου ως μηχανισμού αναπαραγωγής των ταξικών διαφοροποιήσεων του καπιταλιστικού (ιεραρχικού) καταμερισμού της εργασίας στην παραγωγή και στην ευρύτερη κοινωνική δομή. Μ’ αυτό τον τρόπο επιχειρεί να εξασφαλίσει μιαν ορισμένη ροή ενός τμήματος της νεολαίας στην επαγγελματική εκπαίδευση με την πριμοδότηση της στροφής προς τα τεχνικά Λύκεια και στη συνέχεια σε μεταλυκειακά κέντρα επαγγελματικής κατάρτισης, προσπαθώντας να μειώσει τον «συνωστισμό» της νεολαίας στις εισόδους των πανεπιστημιακών σχολών. Άλλωστε η θεμελιακή διάκριση ανάμεσα στις πανεπιστημιακές σπουδές και σε εκείνες των τεχνολογικών ιδρυμάτων διατηρείται στο ακέραιο, μονιμοποιώντας τη διαίρεση ανάμεσα σε μια θεωρητική επιστημονική κατάρτιση σε ένα αντικείμενο και στις τεχνολογικές εφαρμογές που αντιστοιχούν στο αντικείμενο αυτό. Και εξίσου και κατ’ εξοχήν, με βάση τις απαιτήσεις της ιεραρχικής δόμησης του καταμερισμού της εργασίας (κοινός τόπος της αστικής τάξης και των συντεχνιακών επιστημονικών επιμελητηρίων όπως του ΤΕΕ, του ΟΕ, των Ιατρικών Συλλόγων κλπ.), φροντίζει να εφαρμόζει μια δρακόντεια επιλογή της νεολαίας που επιθυμεί να έχει πρόσβαση σε σχολές στελέχωσης των διευθυντικών κλιμακίων της παραγωγής και της κοινωνικής διάρθρωσης (μηχανικοί, γιατροί, δικηγόροι, οικονομολόγοι, πληροφορικοί κ.ά.).

Ταυτόχρονα μιας δευτερεύουσας πλευράς που θέλει να εμφανίζεται ως η ανταπόκριση στο δημοκρατικό μορφωτικό αίτημα της «ελεύθερης πρόσβασης» σε πανεπιστημιακά και τεχνολογικά ιδρύματα που θα χρησιμοποιούνται ως σχολές «μορφωτικής εκτόνωσης», εφόσον δεν οδηγούν στην πρόσβαση σε αντίστοιχες θέσεις του καταμερισμού της εργασίας, όπως «καθηγητικών» σχολών (φιλοσοφικής, φυσικομαθηματικής) , σχολών πολιτικών και κοινωνικών επιστημών κλπ. Σ’ αυτή την περίπτωση ένα μεγάλο μέρος της νεολαίας θα μπορεί ενδεχομένως να διεκπεραιώνει έναν πανεπιστημιακό κύκλο σπουδών, οι οποίες δεν θα έχουν παρά μια απειροελάχιστη δυνατότητα εξασφάλισης της ένταξης στην παραγωγική διαδικασία, πράγμα που εκ των πραγμάτων θα «απαξιώνει» ακόμη περισσότερο αυτές τις θεωρητικές και ανθρωπιστικές σπουδές. Ουσιαστικά ο τρόπος που φαίνεται να προκρίνει το Υπουργείο Παιδείας για την «ελεύθερη πρόσβαση» σ’ αυτές τις σχολές οδηγεί σε έναν τυφλό δρόμο, στο μέτρο που η εκπαιδευτική διαμόρφωση δεν απολήγει στην άσκηση μιας επιστημονικής και τεχνικής παραγωγικής δραστηριότητας.

Η ιεραρχική δόμηση του «συλλογικού εργαζόμενου»

Συμπερασματικά, και η διατήρηση της ιθύνουσας τεχνοκρατίας θα κρατείται σε πλήρως ελεγχόμενα επίπεδα, σε αντιστοιχία με την δομή των επιχειρήσεων και των κρατικών μηχανισμών, αλλά και το αίτημα της «ελεύθερης πρόσβασης» θα ικανοποιείται, μια και θα εντοπίζεται σε κύκλους σπουδών χωρίς όμως εργασιακές διεξόδους. Οι απόφοιτοι έτσι των νευραλγικών σχολών που είναι οχυρωμένες με το numerus clausus θα στελεχώνουν τους διευθυντικούς μηχανισμούς της διανοητικής εργασίας, ενώ η τεχνική εκπαίδευση, η επαγγελματική κατάρτιση και οι σχολές «ανοιχτής πρόσβασης» θα στελεχώνουν τις θέσεις της εκτελεστικής / χειρωνακτικής εργασίας.

Με τις αλλαγές αυτές που επιχειρεί να επιφέρει η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ επιδιώκει από τη μία πλευρά να προσδώσει μια «δημοκρατική επίφαση» στην πολιτική του (προοπτική «ελεύθερης πρόσβασης» στις σχολές που δεν οδηγούν σε εργασιακές δραστηριότητες), ενώ από την άλλη πλευρά φροντίζει να καταστήσει λειτουργικότερη την αντιστοιχία εκπαιδευτικών μηχανισμών και καπιταλιστικού καταμερισμού της εργασίας (πανελλαδικός διαγωνισμός εντός του Λυκείου, όρθωση τειχών στις εισόδους των νευραλγικών σχολών). Μ’ άλλες λέξεις νομιμοποιεί και μονιμοποιεί τον θεμελιακό διαχωρισμό διανοητικής – διευθυντικής / εκτελεστικής – χειρωνακτικής εργασίας, που αντιπροσωπεύει ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά των αστικών σχέσεων παραγωγής και της καπιταλιστικής δόμησης των παραγωγικών δυνάμεων. Κατ’ αυτό τον τρόπο αναπαράγει την ταξική πυραμίδα του ιεραρχικά συγκροτημένου «συλλογικού εργαζόμενου» με μια ολόκληρη γκάμα διαστρωματώσεων ( π.χ. στην μεταποιητική βιομηχανία, και το ίδιο ισχύει για τους υπόλοιπους τομείς της παραγωγής) :

1) Διανοητική – διευθυντική εργασία

α) Στην κορυφή η τεχνοκρατία των μηχανικών – οικονομολόγων ( = αξιωματικοί του κεφαλαίου).

β) Στη συνέχεια το στρώμα των τεχνολόγων και εργοδηγών για τις τεχνικές εφαρμογές και την εποπτεία της εργασίας (=υπαξιωματικοί της αστικής εξουσίας).

2) Εκτελεστική – χειρωνακτική εργασία

γ) Κατόπιν την διαστρωμάτωση των χειριστών μηχανών (δομικών, μηχανουργικών κλπ.)

δ) Ακολουθεί η κατηγορία των εργατοτεχνιτών διεκπεραίωσης της υλικής παραγωγικής διαδικασίας.

ε) Τέλος η βαθμίδα των ανειδίκευτων ή χαμηλά ειδικευμένων εργατών για τις βοηθητικές εργασίες της παραγωγής.

Αν στην πρώτη κατηγορία ανήκουν οι απόφοιτοι νευραλγικών πανεπιστημιακών ιδρυμάτων και ινστιντούτων τεχνολογικών εφαρμογών, στην δεύτερη κατηγορία εντάσσονται υποχρεωτικά τελειόφοιτοι σχολών «μορφωτικής εκτόνωσης» καθώς και απόφοιτοι της μέσης εκπαίδευσης. Είναι η δομή των αστικών σχέσεων παραγωγής που επιβάλει αυτήν την πυραμιδική ιεραρχική οργάνωση της εργασίας που προκύπτει από την κατάλληλη δόμηση του καπιταλιστικού σχολείου. Σ’ αυτήν βασίζεται η άσκηση της εξουσίας του κεφαλαίου εντός της παραγωγικής διαδικασίας, καθώς και στο σύνολο των μηχανισμών του κοινωνικού σχηματισμού (δημόσιας διοίκησης, δικαστικού μηχανισμού, στρατιωτικών και αστυνομικών σωμάτων κλπ.).

Για το αριστερό και κομμουνιστικό κίνημα η κατάργηση αυτού του διαχωρισμού διευθυντικής (διανοητικής) / εκτελεστικής (χειρωνακτικής) εργασίας, αντιπροσωπεύει επαναστατικό στρατηγικό στόχο, στον ίδιο τίτλο με την κατάργηση της ιδιωτικής ή κρατικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής και ανταλλαγής, με την κατάργηση της κυριαρχίας των αστικών βιομηχανικών κέντρων στην αγροτική παραγωγή, με τον «μαρασμό και την συντριβή» των αστικών κρατικών μηχανισμών. Αυτό δεν μπορεί να πραγματωθεί παρά στα πλαίσια ενός σοσιαλιστικού κοινωνικού μετασχηματισμού, και με έναν ενιαίο και ταυτόχρονο τρόπο. Η μονοδιάστατη κατάργηση των κεφαλαιοκρατών, χωρίς την υλοποίηση των υπολοίπων θεμελιακών παραμέτρων, δεν μπορεί να οδηγεί παρά στην αναπαραγωγή της λειτουργίας των αστικών παραγωγικών σχέσεων με νέα μορφή, όπως συνέβη με την εξέλιξη της ρωσικής και της κινεζικής επανάστασης. Όσο μεγάλη σημασία μπορεί να έχει η «κατάληψη των χειμερινών ανακτόρων», άλλη τόσο μεγάλη σημασία έχει η δρομολόγηση της μορφωτικής επανάστασης στα πλαίσια ενός σοσιαλιστικού μετασχηματισμού.

Η οκτωβριανή επαναστατική μορφωτική εμπειρία

Εξαιρετικά διαφωτιστική από αυτή την άποψη υπήρξε η εμπειρία της Οκτωβριανής Επανάστασης και σε έναν βαθμό το σοσιαλιστικό εγχείρημα της Χιλής με την απόπειρα ίδρυσης και λειτουργίας εργατικών πανεπιστημίων. Κι’ αυτό γιατί η εργατική εξέγερση του Οκτώβρη 1917 κατήργησε κατ’ αρχήν την τάξη των ιδιωτών κεφαλαιοκρατών και ταυτόχρονα των γαιοκτημόνων με τον διαμοιρασμό των γαιών στους αγρότες παραγωγούς, μέσα στα πλαίσια της κατάκτησης της δικτατορίας του προλεταριάτου. Σ’ αυτό το επαναστατικό πλαίσιο τέθηκε στο επίκεντρο, μεταξύ των άλλων, η εισαγωγή της καθολικής πολυτεχνικής εκπαίδευσης της εργατικής τάξης και ο προσανατολισμός προς την κατάργηση της αντίθεσης διανοητικής / διευθυντικής και χειρωνακτικής / εκτελεστικής εργασίας. Άλλωστε η κρατικοποίηση του μεγαλύτερου μέρους της βιομηχανίας στη ρωσική οικονομία, (χωρίς αυτό να ταυτίζεται με την σοσιαλιστική κοινωνικοποίηση) διαμόρφωνε το μεταβατικό έδαφος για την υλοποίηση αυτής της επιδίωξης, παράλληλα με την εφαρμογή της ΝΕΠ στη δεκαετία του 1920 που επιζητούσε την οικοδόμηση της εργατο – αγροτικής συμμαχίας και την προσπάθεια μετάβασης στην συλλογική – συνεταιριστική οργάνωση της αγροτικής παραγωγής.

Εντούτοις, τόσο η γενικευμένη καταστροφή των παραγωγικών δυνάμεων εξ αιτίας του τετράχρονου ιμπεριαλιστικού πολέμου όσο και του τρίχρονου εμφυλίου πολέμου και των ξένων επεμβάσεων, επέβαλαν ως προτεραιότητα την ανασυγκρότηση της σοβιετικής οικονομίας και την επικράτηση ενός γενικευμένου οικονομισμού, που κυριάρχησε στην περίοδο του «πολεμικού κομμουνισμού», ο οποίος όμως επεκτάθηκε και μετά την οριστική επικράτηση των μπολσεβίκων με το τέλος του πολέμου. Έτσι δόθηκε προτεραιότητα στον διοικητικό διορισμό διευθυντών μηχανικών – οικονομολόγων, με ευρύτατη εξουσία στην παραγωγική διαδικασία (ανεξέλεγκτων από τα συνδικάτα και τα σοβιέτ που σταδιακά απονευρώνονταν και στερούνταν αποφασιστικών αρμοδιοτήτων), πράγμα που συνέτεινε τα μέγιστα στην αναπαραγωγή της παλιάς ιεραρχικής μορφής οργάνωσης της παραγωγικής εργασίας. Παράλληλα μ’ αυτό υιοθετήθηκε ο δυτικός καπιταλιστικός τεϋλορισμός, η εργασία με το κομμάτι και ο από τα πάνω ορισμός των νορμών παραγωγής, πράγματα που προκάλεσαν εργατικές αντιδράσεις, οι οποίες όμως δεν κατόρθωσαν να έχουν αποτελεσματικότητα, ιδιαίτερα μάλιστα μετά την επικράτηση στο μεταίχμιο του 1930 της καταναγκαστικής κολεκτιβοποίησης και της ταχύρυθμης ανάπτυξης της βαριάς βιομηχανίας, με όρους μάλιστα πρωταρχικής συσσώρευσης.

Μ’ αυτά τα δεδομένα, σε συνδυασμό με ανεπάρκειες ιδεολογικού και πολιτικού χαρακτήρα στους ίδιους τους προσανατολισμούς της σοβιετικής εξουσίας, διαμορφώθηκαν οι όροι εγκαθίδρυσης της εξουσίας μιας νέας κρατικής αστικής τάξης με ιδιαίτερα προνόμια και εκτενείς αρμοδιότητες, την ίδια στιγμή που τα συνδικάτα, οι παραγωγικές συσκέψεις στα εργοστάσια και τα πολυποίκιλα σοβιέτ έφθιναν και ουσιαστικά κρατικοποιούνταν ενώ τα όργανα άσκησης της προλεταριακής δημοκρατίας (μπολσεβίκικο κόμμα, ανώτατο συμβούλιο οικονομικής πολιτικής, σοβναρκόμ, γκόσπλαν κλπ.) αυτονομούνταν έναντι της ίδιας της εργατικής τάξης. Επόμενο ήταν έτσι μ’ αυτά τα δεδομένα, μεταξύ πολλών άλλων (εμπορευματικές σχέσεις, νομισματική κυκλοφορία, από τα πάνω επεξεργασία των πεντάχρονων πλάνων κ.ά.), να υποχωρήσουν οι αφετηριακοί επαναστατικοί μορφωτικοί στόχοι (πολυτεχνική εκπαίδευση των εργατών, υπέρβαση της διχοτομίας διανοητικής / χειρωνακτικής εργασίας), οδηγώντας στην αναπαραγωγή θεμελιωδών δομικών στοιχείων των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής : Ακριβώς δηλαδή ότι η μονοδιάστατη κατάργηση της ιδιωτικής αστικής τάξης δεν μπορεί να έχει αποτελέσματα χειραφέτησης αν δεν συνοδεύεται από την μορφωτική επανάσταση, τον οριζόντιο δημοκρατικό καταμερισμό της γνώσης και της εξουσίας, γιατί διαφορετικά το κενό εξουσίας, μετά την κατάργηση των καπιταλιστών, αναλαμβάνει να καλύψει η τεχνοκρατία της διανοητικής εργασίας, δίνοντας γέννηση στον κρατικό καπιταλισμό, και μάλιστα με δεσποτικά γραφειοκρατικά χαρακτηριστικά.

Απαλλοτρίωση της ιδιοκτησίας, κοινωνικοποίηση της γνώσης

Συνεπώς μια κομμουνιστική εκπαιδευτική στρατηγική στην ελληνική κοινωνία, αν θέλει να είναι μαρξιστική, δεν μπορεί παρά να επιδιώκει την εγκαθίδρυση του οριζόντιου καταμερισμού της εργασίας, δηλαδή της τεχνικής, επιστημονικής, θεωρητικής και πρακτικής γνώσης, για το σύνολο της εργατικής τάξης και της νεολαίας, σε παραλληλία προφανώς με την επιδίωξη της κοινωνικοποίησης της παραγωγής. Μια τέτοια στρατηγική κατεύθυνση μορφωτικής επανάστασης δεν μπορεί παρά να εμπερικλείει επιδιώξεις μεταβατικού και τακτικού χαρακτήρα, που μεταξύ των άλλων, αφορούν :

1)Την διαμόρφωση ενιαίας μορφής Λυκείου με ταυτόχρονα θεωρητικά και τεχνικά χαρακτηριστικά, κατάργηση της διάκρισης των Λυκείων σε γενικά και επαγγελματικά. Ο διαχωρισμός του μαθητικού πληθυσμού στο μεταίχμιο Γυμνασίου – Λυκείου αναπαράγει ήδη σε πρώιμη ηλικία τον διαχωρισμό διανοητικής και εκτελεστικής εργασίας.

2)Συγχώνευση των κάθε μορφής τεχνολογικών ιδρυμάτων (ΤΕΙ) και σχολών μεταλυκειακής εκπαίδευσης (ΙΕΚ) στις αντίστοιχες πανεπιστημιακές σχολές, λ.χ. τμήματα τεχνολόγων ηλεκτρολόγων, τοπογράφων, δομικών έργων κλπ. στις αντίστοιχες πολυτεχνικές σχολές ηλεκτρολόγων, πολιτικών μηχανικών κλπ.

3)Κατάργηση του πανελλαδικού διαγωνισμού με οποιαδήποτε μορφή μεταξύ μέσης και πανεπιστημιακής εκπαίδευσης και ανοιχτή πρόσβαση στο σύνολο των ανώτατων ιδρυμάτων, ή έστω διεξαγωγή πανελλαδικών εξετάσεων, με τις οποίες κάθε νέος που επιτυγχάνει και ξεπερνάει τη βάση του 10 / 20, να μπορεί να επιλέξει την ανώτατη σχολή της προτίμησής του.

4)Εκ βάθρων ριζική αναδιοργάνωση των σχολών και τμημάτων της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης με την ανάδειξη σχολών που να ανταποκρίνονται στην ενιαία παραγωγή γνώσεων που αφορούν : Την θεωρητική κατάρτιση σε ένα επιμέρους αντικείμενο (π.χ. επιστήμη της υγείας ή επιστήμη του μηχανικού κλπ.). – Την παράλληλη εκπαίδευση τεχνολογικών εφαρμογών αυτού του αντικειμένου (λ.χ. η λειτουργία βιομηχανικών συστημάτων). – Την διαμόρφωση γενικής γνώσης πάνω στα αντικείμενα των ανθρωπιστικών – κοινωνικών επιστημών (όπως π,χ. σε βασικά θέματα οικονομίας, λογοτεχνίας κ.ά.). – Την εξειδίκευση στον πρακτικό χειρισμό των μηχανών και εγκαταστάσεων (λ.χ. δομικά μηχανήματα, ιατρικές διαγνώσεις).

Διαμόρφωση δηλαδή μέσα από τέτοιου είδους εκπαιδευτικές διαδικασίες ενός «συλλογικού εργαζόμενου» (στην υγεία, στην πολυτεχνική εκπαίδευση κλπ.) που δεν δομείται πλέον με ιεραρχικούς όρους, αλλά βασίζεται στον οριζόντιο καταμερισμό της γνώσης και κατά συνέπεια της εξουσίας. Μ’ αυτό τον τρόπο μόνον μπορεί να εξασφαλιστεί η οργάνωση της κοινωνικής παραγωγής σε συλλογικές, κοινωνικοποιημένες μορφές, όπου το σύνολο ή το μεγαλύτερο μέρος των εργαζομένων θα έχουν θεωρητικές γνώσεις του αντικειμένου, θα κατέχουν τις αντίστοιχες τεχνολογικές εφαρμογές, θα έχουν επίγνωση των οικονομικών δεδομένων και θα μπορούν να χειρίζονται κατάλληλα τα μηχανήματα παραγωγής. Άλλος τρόπος «για να μπορεί και η μαγείρισσα να συμμετέχει στην διαχείριση του κράτους» δεν είναι δυνατό να υπάρξει.

Μια τέτοια κατεύθυνση ακριβώς είναι εξολοκλήρου ασύμβατη με την λειτουργία των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής (που έχουν ως δομικό τους συστατικό τον ιεραρχικό καταμερισμό της εργασίας), και προφανώς δεν μπορεί να λειτουργήσει παρά στο έδαφος της κοινωνικοποιημένης παραγωγής και της ευρύτερης κοινωνικής οργάνωσης, της εργατικής δημοκρατίας των άμεσων παραγωγών. Και από μια τέτοια στρατηγική κομμουνιστική κατεύθυνση προκύπτουν οι μεταβατικοί και ενδιάμεσοι στόχοι πάλης που καθιστούν προοπτικά εφικτό το επαναστατικό ζητούμενο της γενικευμένης μορφωτικής χειραφέτησης. Μ’ αυτή τη λογική μπορούμε τακτικά να αντιπαρατεθούμε στην κυβερνητική πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ στην εκπαίδευση, που επιχειρεί να δώσει μια επίφαση δημοκρατισμού, ενώ ταυτόχρονα αναπαράγει όλα τα χαρακτηριστικά του καπιταλιστικού σχολείου.