Α.Π.: Περί απόλυσης συνδικαλιστικού στελέχους

860/2015 Απόφαση Β1 Πολιτικού Τμήματος Αρείου Πάγου

areios-pagos

Περίληψη: Κατά τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 5 του ν.1264/1982 είναι άκυρη η καταγγελία της σχέσεως εργασίας των μελών της διοικήσεως συνδικαλιστικής οργανώσεως, μεταξύ των οποίων, αν δεν προβλέπεται από το καταστατικό της, προστατεύονται κατά σειρά ο Πρόεδρος, Αναπλ. Πρόεδρος, ή Αντιπρόεδρος, Γενικός Γραμματέας, κλπ., κατά τη διάρκεια της θητείας τους και ένα χρόνο μετά τη λήξη της, εκτός αν υπάρχει ένας από τους λόγους που αναφέρονται στην παρ. 10 του ίδιου άρθρου και διαπιστωθεί η ύπαρξη του κατά τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 15 ίδιου νόμου.

Η απαρίθμηση των λόγων είναι περιοριστική και έτσι δεν επιτρέπεται η καταγγελία για λόγους άλλους από εκείνους που προβλέπει η παρ. 10 του άρθρου 14 ούτε με διεύρυνση τους με τη μέθοδο της αναλογίας. Εφόσον δεν τηρήθηκε η προαναφερόμενη διαδικασία η γενόμενη καταγγελία είναι άκυρη και ο εργοδότης, εκτός της υποχρεώσεως του προς καταβολή των αποδοχών του μισθωτού συνδικαλιστικού στελέχους κατά το χρόνο της υπερημερίας του, είναι υποχρεωμένος σε επαναπρόσληψη αυτού, απειλουμένων μάλιστα των ποινών των προβλεπομένων από το άρθρο 23.

Είναι αλήθεια, όπως προεκτέθηκε, ότι διεύρυνση των λόγων απολύσεως για τους οποίους είναι, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 10 του ν. 1264/1982, επιτρεπτή η καταγγελία της εργασιακής σχέσεως, απαγορεύεται, γιατί η πιο πάνω διάταξη αποτελεί εξαίρεση του απαγορευτικού κανόνα και η απαρίθμηση των λόγων καταγγελίας είναι περιοριστική.

Σε περίπτωση όμως που η συμπεριφορά του συνδικαλιστικού στελέχους μισθωτού εξέρχεται από τα όρια της γνήσιας συνδικαλιστικής δράσεως, με την οποία πράγματι επιδιώκεται, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 του νδ 1264/1982, η διαφύλαξη και η προαγωγή των εργασιακών, οικονομικών, ασφαλιστικών, κοινωνικών και συνδικαλιστικών συμφερόντων των εργαζομένων, και εξικνείται μέχρι διαπράξεως ποινικού αδικήματος σε βάρος του εργοδότη ή μέχρι σημείου παραβάσεως θεμελιωδών υποχρεώσεων του προστατευόμενου συνδικαλιστή, ή με πράξεις ή παραλείψεις του εκ κακοβουλίας του έχει καταστήσει αδύνατη ή έχει θέσει σε κίνδυνο τη λειτουργία της επιχειρήσεως ή του τμήματος στο οποίο εργάζεται, τότε η επίκληση προστασίας του λόγω ακυρότητας της καταγγελίας της εργασιακής συμβάσεως ως συνδικαλιστικού στελέχους, για απόληψη αποδοχών υπερημερίας και επαναπρόσληψή του, μπορεί να αποκρουστεί από τον εργοδότη ως καταχρηστική.

Γιατί είναι αλήθεια σπ οι πιο πάνω προστατευτικές διατάξεις τέθηκαν για να διαφυλαχθεί το συνδικαλιστικό στέλεχος, το οποίο, λόγω της αναπτυσσόμενης συνδικαλιστικής του δράσεως, έρχεται σε αντίθεση με τα συμφέροντα του εργοδότη, με αποτέλεσμα την όξυνση της σχέσεως του με αυτόν. Όταν όμως επέδειξε την προαναφερόμενη συμπεριφορά, ο εξαναγκασμός του εργοδότη να έχει στη εργασία του τέτοιο κακόβουλο μισθωτό υπερβαίνει προφανώς τα όρια της καλής πίστεως και των χρηστών ηθών. Είναι αυτονόητο ότι την έλλειψη κλίματος συνεργασίας και την προαναφερόμενη αναταραχή στον εργασιακό χώρο μπορεί να επικαλεστεί ο εργοδότης όταν δεν είναι υπαίτιος της δημιουργίας τους.

Η διαπίστωση της συνδρομής ή μη τέτοιας καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος δεν είναι έργο της επιτροπής του άρθρου 15 του ν. 1264/1982, η οποία αποφαίνεται αν συντρέχει ή όχι κάποιος νόμιμος λόγος για την εγκυρότητα της απολύσεως του συνδικαλιστικού στελέχους, αλλά των πολιτικών δικαστηρίων, τα οποία επιλαμβάνονται σχετικής αγωγής, για καταβολή αποδοχών υπερημερίας και για επαναπρόσληψη του ακύρως απολυθέντος συνδικαλιστικού στελέχους (ΑΠ 1684/2010, 364/2007, 199/1990, 197/1990).


Αριθμός 860/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1′ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Αναστασάκο και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Μαΐου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία «Σ. ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΘΝΙΚΩΝ ΟΔΙΚΩΝ ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ» που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Ταρπινίδη και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Ε. Π. του Δ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κων/νο Γάτσιο, που ανακάλεσε την δήλωση παράστασης και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-7-2011αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22549/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2561/2013 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσας με την από 14-5-2014 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Αναστασάκος ανέγνωσε την από 8-5-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης 2561/2013 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 5 του ν.1264/1982 είναι άκυρη η καταγγελία της σχέσεως εργασίας των μελών της διοικήσεως συνδικαλιστικής οργανώσεως, μεταξύ των οποίων, αν δεν προβλέπεται από το καταστατικό της, προστατεύονται κατά σειρά ο Πρόεδρος, Αναπλ. Πρόεδρος, ή Αντιπρόεδρος, Γενικός Γραμματέας, κλπ., κατά τη διάρκεια της θητείας τους και ένα χρόνο μετά τη λήξη της, εκτός αν υπάρχει ένας από τους λόγους που αναφέρονται στην παρ. 10 του ίδιου άρθρου και διαπιστωθεί η ύπαρξη του κατά τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 15 ίδιου νόμου. Η απαρίθμηση των λόγων είναι περιοριστική και έτσι δεν επιτρέπεται η καταγγελία για λόγους άλλους από εκείνους που προβλέπει η παρ. 10 του άρθρου 14 ούτε με διεύρυνση τους με τη μέθοδο της αναλογίας. Εφόσον δεν τηρήθηκε η προαναφερόμενη διαδικασία η γενόμενη καταγγελία είναι άκυρη και ο εργοδότης, εκτός της υποχρεώσεως του προς καταβολή των αποδοχών του μισθωτού συνδικαλιστικού στελέχους κατά το χρόνο της υπερημερίας του, είναι υποχρεωμένος σε επαναπρόσληψη αυτού, απειλουμένων μάλιστα των ποινών των προβλεπομένων από το άρθρο 23 Είναι αλήθεια, όπως προεκτέθηκε, ότι διεύρυνση των λόγων απολύσεως για τους οποίους είναι, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 10 του ν. 1264/1982, επιτρεπτή η καταγγελία της εργασιακής σχέσεως, απαγορεύεται, γιατί η πιο πάνω διάταξη αποτελεί εξαίρεση του απαγορευτικού κανόνα και η απαρίθμηση των λόγων καταγγελίας είναι περιοριστική. Σε περίπτωση όμως που η συμπεριφορά του συνδικαλιστικού στελέχους μισθωτού εξέρχεται από τα όρια της γνήσιας συνδικαλιστικής δράσεως, με την οποία πράγματι επιδιώκεται, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 του νδ 1264/1982, η διαφύλαξη και η προαγωγή των εργασιακών, οικονομικών, ασφαλιστικών, κοινωνικών και συνδικαλιστικών συμφερόντων των εργαζομένων, και εξικνείται μέχρι διαπράξεως ποινικού αδικήματος σε βάρος του εργοδότη ή μέχρι σημείου παραβάσεως θεμελιωδών υποχρεώσεων του προστατευόμενου συνδικαλιστή, ή με πράξεις ή παραλείψεις του εκ κακοβουλίας του έχει καταστήσει αδύνατη ή έχει θέσει σε κίνδυνο τη λειτουργία της επιχειρήσεως ή του τμήματος στο οποίο εργάζεται, τότε η επίκληση προστασίας του λόγω ακυρότητας της καταγγελίας της εργασιακής συμβάσεως ως συνδικαλιστικού στελέχους, για απόληψη αποδοχών υπερημερίας και επαναπρόσληψή του, μπορεί να αποκρουστεί από τον εργοδότη ως καταχρηστική. Γιατί είναι αλήθεια σπ οι πιο πάνω προστατευτικές διατάξεις τέθηκαν για να διαφυλαχθεί το συνδικαλιστικό στέλεχος, το οποίο, λόγω της αναπτυσσόμενης συνδικαλιστικής του δράσεως, έρχεται σε αντίθεση με τα συμφέροντα του εργοδότη, με αποτέλεσμα την όξυνση της σχέσεως του με αυτόν. Όταν όμως επέδειξε την προαναφερόμενη συμπεριφορά, ο εξαναγκασμός του εργοδότη να έχει στη εργασία του τέτοιο κακόβουλο μισθωτό υπερβαίνει προφανώς τα όρια της καλής πίστεως και των χρηστών ηθών. Είναι αυτονόητο ότι την έλλειψη κλίματος συνεργασίας και την προαναφερόμενη αναταραχή στον εργασιακό χώρο μπορεί να επικαλεστεί ο εργοδότης όταν δεν είναι υπαίτιος της δημιουργίας τους. Η διαπίστωση της συνδρομής ή μη τέτοιας καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος δεν είναι έργο της επιτροπής του άρθρου 15 του ν. 1264/1982, η οποία αποφαίνεται αν συντρέχει ή όχι κάποιος νόμιμος λόγος για την εγκυρότητα της απολύσεως του συνδικαλιστικού στελέχους, αλλά των πολιτικών δικαστηρίων, τα οποία επιλαμβάνονται σχετικής αγωγής, για καταβολή αποδοχών υπερημερίας και για επαναπρόσληψη του ακύρως απολυθέντος συνδικαλιστικού στελέχους (ΑΠ 1684/2010, 364/2007, 199/1990, 197/1990). Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από τον αρ. 11 γ’ ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη, κατά την κατάστρωση του αποδεικτικού συλλογισμού του, αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν παραδεκτά και νόμιμα και τα οποία ήταν χρήσιμα για άμεση ή έμμεση (με συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων) απόδειξη πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή παραδεκτών και νομίμων πραγματικών ισχυρισμών, που θεμελιώνουν την αγωγή ή τις ενστάσεις ή χρησιμεύουν για την απόκρουση της αγωγής ή των ενστάσεων και, ως εκ τούτου, επιδρούν στη διαμόρφωση του διατακτικού της απόφασης (ΟλΑΠ 2/2008). Ενώ, τέλος ο προαναφερόμενος λόγος είναι αβάσιμος, όταν το δικαστήριο της ουσίας βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφαση του ότι έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, έστω και χωρίς να γίνεται σ’ αυτή ειδική μνεία και ξεχωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, εκτός αν, παρά τη σχετική βεβαίωση, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, και ιδίως από τις αιτιολογίες της προκύπτουν αμφιβολίες αν πράγματι συνεκτιμήθηκαν όλα ή ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι ο ενάγων – αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε στις 17-4-2001 από την εναγόμενη – αναιρεσείουσα (μεταφορική εταιρεία που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη) ως οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου και ότι η εργασιακή τους σχέση εξελίχθηκε, αρχικά, χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα, αν και ο πρώτος ήταν συνδικαλιστής και μέλος του σωματείου οδηγών αυτοκινήτων Μακεδονίας – Θράκης, με την επωνυμία «Ο Ε.», ασκώντας καθήκοντα Γενικού Γραμματέα. Περαιτέρω, δέχθηκε ότι «στις 26-6-2010 ο ενάγων εξελέγη Πρόεδρος της Πανελλαδικής Ομοσπονδίας Συνδικαλιστών Εργατοϋπαλλήλων Μεταφοράς (ΠΟΣΕΜ) που εδρεύει στην Αθήνα, κάτι που γνωστοποιήθηκε αμέσως στην εναγομένη με το με αρ. πρωτ. …30-6-2010 έγγραφο της παραπάνω Ομοσπονδίας.

Το γεγονός αυτό δημιούργησε έντονη αντιπαράθεση μεταξύ του ενάγοντος και του Κ. Κ., πρώην προέδρου της Ομοσπονδίας και ήδη προέδρου του παραπάνω πρωτοβαθμίου Σωματείου, του οποίου ο ενάγων ήδη πριν από την εκλογή του ως προέδρου της Ομοσπονδίας αποτελούσε απλό μέλος του 7μελούς Διοικητικού Συμβουλίου. Ειδικότερα, το ΔΣ του παραπάνω σωματείου δεν αναγνώριζε την εκλογή του ενάγοντος ως προέδρου της Ομοσπονδίας, αμφισβητώντας τη νομιμότητα των αρχαιρεσιών και στη συνεδρίαση του της 5-8-2010 αποφάσισε τη διαγραφή του ενάγοντος και από απλό μέλος του σωματείου. Μάλιστα, στις 9-8-2010 γνωστοποίησε προς την εναγομένη, εργοδότρια του ενάγοντος, τη με αρ. πρωτ. 106-Α-10/9-8-2010 Δήλωση – Βεβαίωσή του, στην οποία αναφέρει την παραπάνω διαγραφή του ενάγοντος για λόγους, όπως αναφέρει, «που δεν συμβαδίζουν από μέρους του με τις αρχές τις αποφάσεις και τις δραστηριότητες του συνδικάτου». Τα παραπάνω, καθώς και την αμφισβήτηση της νομιμότητας της εκλογής του ενάγοντος ως προέδρου της Ομοσπονδίας, αναφέρει το παραπάνω σωματείο και στην με αρ. πρωτ. 109-Α-19/14-9-2010 ανακοίνωσή του προς τη ΣΕΠΕ Σίνδου, που αναρτήθηκε και στο χώρο του λιμένος Θεσσαλονίκης, όπου δραστηριοποιείται και η εναγομένη εργοδότρια του ενάγοντος.

Η εναγομένη, έχοντας πληροφορηθεί όλα τα παραπάνω, και ενδιαφερόμενη για τη νομιμότητα της εκλογής του ενάγοντος ως προέδρου της Ομοσπονδίας, αφού μετά από αυτήν όφειλε να του χορηγεί συνδικαλιστικές άδεις μετ’ αποδοχών (ενώ μέχρι τότε του χορηγούσε απλές συνδικαλιστικές άδειες), άρχισε να αμφισβητεί και η ίδια τη νομιμότητα αυτή. Όμως η εκλογή του ενάγοντος ως προέδρου της Ομοσπονδίας ήταν έγκυρη, καθώς δεν ασκήθηκε καμία προσφυγή για τη νομιμότητα των σχετικών αρχαιρεσιών (βλ. και το με αρ. 7699/4-8-2010 Πιστοποιητικό του Πρωτοδικείου Αθηνών), ενώ δεν έλαβε χώρα ούτε και νόμιμη διαγραφή του από το παραπάνω πρωτοβάθμιο σωματείο. Παρόλα αυτά οι διαμάχες μεταξύ του ενάγοντος και του Κ. Κ., αλλά και εργαζομένων προσκείμενων στον τελευταίο συνεχίζονταν. Ο ενάγων, μάλιστα, σε μία υπερβολική, όχι όμως και ασυνήθιστη στο χώρο των συνδικαλιστικών (και όχι μόνον) αντιπαραθέσεων, έκφραση, είχε αποκαλέσει άλλους υπαλλήλους της εναγομένης και μέλη του σωματείου «τσιράκια του Κ.».

Το γεγονός αυτό το είχαν μεταφέρει οι τελευταίοι στον Π. Σ., νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης, εργοδότριας του ενάγοντος. Εξάλλου, στις 10-12-2010 η εταιρία με την επωνυμία «ΜΕΛ-Α.Ε.» η οποία συνεργάζεται με την εναγομένη, ενημέρωσε εγγράφως την τελευταία ότι ο ενάγων δημιουργεί προβλήματα με τους υπαλλήλους της εταιρίας της και ένταση στους χώρους που διατηρεί για τη φόρτωση των εμπορευμάτων, καθώς αρνείται μαζί και με έναν ακόμα οδηγό της να υπογράψει δήλωση ότι αναλαμβάνει την ευθύνη για την φόρτωση και την μεταφορά των εμπορευμάτων, καθώς κατά καιρούς λόγω αμελούς συμπεριφοράς ορισμένων οδηγών, κατά την μεταφορά των εμπορευμάτων, κατέβαλλε πρόστιμα. Περαιτέρω, στα πλαίσια της έντασης που είχε δημιουργηθεί μεταξύ των διαδίκων, «ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης Π. Σ. στις 20-8-2010 κατέθεσε μήνυση κατά του ενάγοντος, ισχυριζόμενος ότι στις 19-8-2010 τον απείλησε στο χώρο της εργασίας του, λέγοντας «θα σας κλείσω την επιχείρηση όπως έκλεισα του Η., θα πάθεις τα ίδια όπως έπαθε η επιχείρηση του Η.», ενώ στις 18-1-2011 κατέθεσε (ο ίδιος εκπρόσωπος της) ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης τη με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 2094/2011 αγωγή του κατά του ήδη ενάγοντος και ο ήδη ενάγων στις 9-3-2011 κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης τη με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 8739/2011 αντίθετη αγωγή του κατά της ήδη εναγομένης εταιρείας και του νομίμου εκπροσώπου της. Και οι δύο αγωγές είχαν σαν αίτημα την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης από αδικοπραξία.

Με την πρώτη αγωγή ο εκπρόσωπος της ήδη εναγομένης ισχυρίσθηκε ότι ο εκεί εναγόμενος εκδηλώνει επιθετική σε βάρος του συμπεριφορά, ότι τον απείλησε στις 19.8.2010 ότι θα του κλείσει την επιχείρηση, ότι έχει υπεροπτική στάση και ισχυρίζεται ότι δεν φοβάται κανένα γιατί είναι ο Πρόεδρος της ΠΟΣΕΜ, ότι χρησιμοποιεί τη συνδικαλιστική του ιδιότητα για να κρατήσει στο απυρόβλητο την εργασιακή του σχέση και ότι προκάλεσε βλάβη στην εταιρία αποστέλλοντας του την από 6.12.2010 εξώδικη δήλωση, στην οποία ψευδώς αναφέρει ότι ο δεύτερος εναγόμενος παρακινεί οδηγούς συναδέλφους του δεύτερου ενάγοντος, να μη του μιλούν και να τον προπηλακίζουν με την ανοχή του δεύτερου εναγομένου. Ενώ με τη δεύτερη αγωγή ο και ήδη ενάγων ισχυρίσθηκε ότι ο εκπρόσωπος της ήδη και ήδη εναγομένης λόγω της εναντίωσής του στη συνδικαλιστική του δράση και με σκοπό να τον διώξει ποινικά, ώστε στη συνέχεια να τον απολύσει, αλλά και να ανακόψει τη συνδικαλιστική του δράση, υπέβαλε στις 20.8.2010 (την παραπάνω αναφερόμενη) ψευδή εν γνώσει του μήνυση σε βάρος του ότι δήθεν στις 19.8.2010 ο τελευταίος τον απείλησε ότι θα του κλείσει την επιχείρηση και κατέθεσε σε βάρος του την (παραπάνω αναφερόμενη) με αριθμό κατάθεσης 2094/2011 αγωγή αποζημίωσης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Η πρώτη από τις παραπάνω αναφερόμενες αγωγές έγινε εν μέρει δεκτή σε πρώτο βαθμό με την 19339/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ενώ για τη δεύτερη εκδόθηκε η 17070/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της αγωγής του και ήδη ενάγοντος εωσότου περατωθεί αμετάκλητα η εκδίκαση της παραπάνω αντίθετης σε βάρος του αγωγής. Εξάλλου, και επί της παραπάνω αναφερόμενης μήνυσης δεν εκδόθηκε ποτέ απόφαση επί της ουσίας, καθώς η μήνυση αυτή τέθηκε στο αρχείο κατ’ άρθρο 4 του ν. 4043/2012 με διάταξη του Εισαγγελέα Πλημ/κών Θεσσαλονίκης.

Ωστόσο αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, σε σχέση με τα αναφερόμενα στις παραπάνω αγωγές και μήνυση, τα εξής, κρίσιμα και για την παρούσα υπόθεση, πραγματικά περιστατικά: Ότι υπήρξε μεν έντονη λεκτική αντιπαράθεση του ενάγοντος, που φοβόταν ότι η εναγομένη αναζητούσε αφορμή για να τον απολύσει, και του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης, μετά την αμφισβήτηση της νομιμότητας της εκλογής του ενάγοντος εκ μέρους και της εναγομένης, όμως ο πρώτος δεν χρησιμοποίησε την παραπάνω απειλή που επικαλέσθηκε ο τελευταίος στη μήνυσή του, δηλαδή δεν απείλησε ότι θα κλείσει την επιχείρηση της εργοδότριάς του (κάτι που άλλωστε από πουθενά δεν προέκυψε ότι είχε την παραμικρή δυνατότητα να πράξει), παρά μόνον θέλησε να προασπίσει την εκλογή του και τη συνδικαλιστική του δράση, θεωρώντας την αμφισβήτηση της εκλογής του ως ανάμειξη της εργοδότριάς του στα εσωτερικά της συνδικαλιστικής αντιπαράθεσής του με τον Κ. Κ.. και υπενθυμίζοντας απλώς στον εκπρόσωπο της εναγομένης την υποχρέωση της εργοδότριάς του να μην αναμιγνύεται στις σχετικές αντιπαραθέσεις. Περαιτέρω, όμως, και ο εκπρόσωπος της ήδη εναγομένης πίστευε, λόγω της έντονης αντιπαράθεσής του με τον ενάγοντα, ότι η μήνυσή του αυτή ήταν βάσιμη.

Εξάλλου, ο ήδη ενάγων δεν επεδείκνυε υπεροπτική στάση σε βάρος του νομίμου εκπροσώπου της ήδη εναγομένης, εναγομένου, ούτε χρησιμοποιούσε τη συνδικαλιστική του ιδιότητα για να κρατήσει στο απυρόβλητο την εργασιακή του σχέση, αλλά επιζητούσε τη νόμιμη προστασία (και από την απόλυση) που του παρείχε η ιδιότητά του αυτή. Περαιτέρω, ναι μεν ο νόμιμος εκπρόσωπος της ήδη εναγομένης δεν παρακινούσε οδηγούς συναδέλφους του ήδη ενάγοντος, να μη του μιλούν και να τον προπηλακίζουν, όμως επειδή υπήρχε έντονη αντιπαράθεση μεταξύ των αντιπάλων συνδικαλιστικών παρατάξεων και επειδή ο εκπρόσωπος της εναγομένης είχε πάρει το μέρος των αντιπάλων του ήδη ενάγοντος, αυτός πίστευε ότι για κάποιες από τις πιο έντονες εκδηλώσεις της αντιπαράθεσης αυτής ευθυνόταν και ο εκπρόσωπος της ήδη εναγομένης.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στις 17-6-2011 η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος καταβάλλοντος του τη νόμιμη αποζημίωση. Η καταγγελία αυτή, με βάση και τα όσα παραπάνω αναφέρθηκαν, δεν έγινε για λόγους εμπάθειας της εναγομένης και εκδίκησης για τη συνδικαλιστική δράση του ενάγοντος, αλλά επειδή η εναγομένη θεωρούσε (με βάση όσα προηγήθηκαν και κατά τη δική της βέβαια κρίση) ότι έτσι προασπίζει καλύτερα τα συμφέροντα της επιχείρησης της (ως προς τη συνεργασία της με άλλες επιχειρήσεις, ως προς τη διασφάλιση της εργασιακής ειρήνης στο χώρο της και, βέβαια, ως προς τη χορήγηση συνδικαλιστικών αδειών μετ’ αποδοχών στον ενάγοντα, του οποίου και αυτή αμφισβητούσε τη νομιμότητα εκλογής).

Επομένως δεν είναι άκυρη ως καταχρηστική και η βάση αυτή της αγωγής πρέπει να απορριφθεί σαν ουσιαστικά αβάσιμη. Είναι ωστόσο, η ένδικη καταγγελία, άκυρη διότι έγινε κατά τη διάρκεια της θητείας του ενάγοντος ως συνδικαλιστικού στελέχους, χωρίς την τήρηση εκ μέρους της εναγομένης, που, δια του νομίμου εκπροσώπου της Π. Σ., γνώριζε την ιδιότητα αυτή του ενάγοντος, της διαδικασίας προσφυγής στην επιτροπή προστασίας συνδικαλιστικών στελεχών, με συνέπεια η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εργασίας να εξακολουθεί να υφίσταται και ο ενάγων να δικαιούται μισθούς υπερημερίας από την ημερομηνία της παραπάνω (άκυρης) απόλυσής του. Η εναγομένη προέβαλε την νόμιμη (από το άρθρο 281 του ΑΚ) ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος για την επίκληση από αυτόν της ακυρότητας της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας για την απόληψη μισθών υπερημερίας και πραγματική απασχόλησή του, ισχυριζόμενη ότι η, περιγραφόμενη λεπτομερώς από την ίδια, συμπεριφορά του εξέρχεται από τα όρια της νόμιμης συνδικαλιστικής δράσης του.

Σχετικά με την ένσταση αυτή της εναγομένης αποδείχθηκαν τα εξής περιστατικά: 1) Λόγω της έντονης διαμάχης που είχε με τον πρόεδρο του σωματείου «Ο Ε.» ο ενάγων, διαπληκτιζόταν με άλλους υπαλλήλους της εναγομένης και μέλη του συνδικάτου, αποκαλώντας τους, όπως προαναφέρθηκε, «τσιράκια του Κ.». 2) Στις 10-12-2010 η εταιρία με την επωνυμία «ΜΕΛ-Α.Ε.», η οποία συνεργάζεται με την εναγόμενη, ενημέρωσε εγγράφως την τελευταία ότι ο ενάγων δημιουργεί προβλήματα με τους υπαλλήλους της εταιρίας της, όπως λεπτομερέστερα αναφέρθηκε παραπάνω στην παρούσα απόφαση. 3) Ότι ο εκπρόσωπος της εναγομένης κατέθεσε κατά του ενάγοντος τη μήνυση που αναφέρεται παραπάνω Και 4) Ότι κατατέθηκαν από τους διαδίκους οι προαναφερθείσες αγωγές για αποκατάσταση της ηθικής τους βλάβης λόγω αδικοπραξίας από τους αντιδίκους τους, αντίστοιχα. Ωστόσο, κανένα από τα παραπάνω περιστατικά δεν μπορεί να αποδοθεί σε κακοβουλία του ενάγοντος ούτε και αποτελεί παράβαση θεμελιωδών υποχρεώσεών του ως εργαζομένου με συμπεριφορά που εξέρχεται των ορίων της γνήσιας συνδικαλιστικής του δράσης.

Ειδικότερα: Το πρώτο περιστατικό αποτελεί (όχι ασυνήθιστη) διένεξη που αρχικά είχε δημιουργηθεί αποκλειστικά μεταξύ του ενάγοντος και του Κ. Κ., στα πλαίσια της συνδικαλιστικής τους αντιπαράθεσης, και μεταφέρθηκε στην εναγομένη εργοδότρια όχι από πρωτοβουλία του ενάγοντος, αλλά των «αντιπάλων» του, και δεν διαταράχθηκε από αυτό η εργασιακή ειρήνη στο χώρο της επιχείρησης, ιδίως αν ληφθεί υπόψη ότι έναν μήνα περίπου μετά τη συζήτηση της αγωγής, στις 27-6-2012, η εναγομένη επαναπροσέλαβε τον ενάγοντα.

Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι από πουθενά δεν προκύπτει ότι η εναγομένη εξαναγκάσθηκε (όπως υποστηρίζει) στην επαναπρόσληψη αυτή λόγω ελέγχων που προκαλούσε στα φορτηγά της η Ομοσπονδία της οποίας πρόεδρος ήταν ο ενάγων, αφού ούτε αποδεικνύεται ότι οι έλεγχοι ήταν υπερβολικοί και ασυνήθιστοι, ούτε και προκύπτει ότι η Ομοσπονδία είχε τέτοια πρόσβαση στις αρμόδιες αρχές, δεδομένου και του ότι η εναγομένη δεν προέβη σε κάποια σχετική καταγγελία στα αρμόδια όργανα.

Το δεύτερο περιστατικό εντάσσεται στα πλαίσια της θεμιτής συνδικαλιστικής δράσης του ενάγοντος, αφού σκοπός του ήταν να εξασφαλίσει τους συναδέλφους του εργαζομένους, τους οποίους εκπροσωπούσε, από εμπλοκή τους σε ευθύνες για τη φόρτωση των εμπορευμάτων της παραπάνω, συνεργαζόμενης με την εναγομένη, εταιρίας.

Το τρίτο περιστατικό (η αναφερόμενη στην μήνυση απειλή του ήδη ενάγοντος) δεν αποδείχθηκε, όπως προαναφέρθηκε. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί και ότι το καταγγελλόμενο περιστατικό αποτελούσε (σύμφωνα και με τον χαρακτηρισμό (απειλή) που δόθηκε από τον αρμόδιο Εισαγγελέα, ποινικό αδίκημα ήσσονος σημασίας, που τέθηκε στο αρχείο λόγω ακριβώς της ελαφράς του απαξίας. Και το τέταρτο (η ανταλλαγή αγωγών), αποτελεί σε σημαντικό βαθμό προσωπική αντιπαράθεση του ενάγοντος με τον εκπρόσωπο της εναγομένης, με αιτήματα καθαρά αστικής φύσης (χρηματικές ικανοποιήσεις λόγω ηθικής βλάβης), που επιλέχθηκε να λυθεί με σχετικά ήπιο τρόπο (προσφυγή στα αρμόδια πολιτικά Δικαστήρια), αντιπαράθεση η οποία δημιουργήθηκε ως επακόλουθο της νόμιμης συνδικαλιστικής δράσης του ενάγοντος και την οποία ξεκίνησε ο εκπρόσωπος της εναγομένης και όχι ο ενάγων.

Περαιτέρω, η συμπεριφορά του ενάγοντος δεν δημιούργησε, κατ’ αντικειμενική κρίση, αναταραχή στον εργασιακό χώρο, ούτε και κλόνισε την εμπιστοσύνη της εναγομένης προς το πρόσωπο του και μάλιστα χωρίς υπαιτιότητά της (δεδομένου ότι και αυτή αναμίχθηκε σε μία έντονη αλλά όχι ασυνήθιστη εσωτερική συνδικαλιστική αντιπαράθεση, παίρνοντας θέση κατά του ενάγοντος) και βέβαια ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι τα συμφέροντα της εναγομένης διασφαλίζονται αποτελεσματικά με τη μη εξακολούθηση μαζί της εργασιακής σχέσης της με τον ενάγοντα και ότι ο εξαναγκασμός της εναγομένης, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να διατηρήσει οπωσδήποτε τον ενάγοντα στην εργασία, σε οποιαδήποτε θέση ή και με λήψη άλλων ηπιότερων μέτρων, αντιβαίνει στην αρχή της καλής πίστεως. Επομένως, η παραπάνω ένσταση της εναγομένης πρέπει ν’απορριφθεί σαν ουσιαστικά αβάσιμη …».

Με τις παραδοχές δε αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του ενάγοντος και εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση (που είχε δεχθεί τα αντίθετα και είχε απορρίψει κατ’ουσίαν την αγωγή), επιδίκασε στον ενάγοντα μισθούς υπερημερίας, κατά μερική παραδοχή της αγωγής και ειδικότερα, της δεύτερης βάσης αυτής, δηλαδή, ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας ήταν άκυρη, γιατί έγινε κατά τη διάρκεια της θητείας του ενάγοντος – αναιρεσιβλήτου ως συνδικαλιστικού στελέχους, χωρίς την τήρηση, από μέρους της εναγομένης – αναιρεσείουσας, της διαδικασίας προσφυγής στην επιτροπή προστασίας συνδικαλιστικών στελεχών, απορρίπτοντας ως αβάσιμη κατ’ουσίαν την ένσταση της τελευταίας για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του πρώτου.

Η αναιρεσείουσα – εναγόμενη, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 11 γ ΚΠολΔ (κατ’ορθότερη εκτίμηση του λόγου τούτου), δηλαδή, ότι το Εφετείο, απέρριψε την ένστασή της για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου – ενάγοντος, χωρίς να λάβει υπόψη του την ένορκη βεβαίωση …2012, που λήφθηκε νομότυπα ενώπιον της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ουρανίας Ξυνού, στην οποία περιέχονται πραγματικά περιστατικά που αποδεικνύουν, μεταξύ άλλων, την καταχρηστική συμπεριφορά του ενάγοντος στον εργασιακό χώρο της επιχείρησής της και ειδικότερα, γίνεται αναφορά στο περιστατικό εκείνο, που έλαβε χώρα στις 14-6-2011, κατά το οποίο ομάδα πέντε εργαζομένων της επιχείρησης (οι οποίοι και κατονομάζονται) επισκέφθηκαν το νόμιμο εκπρόσωπο της αναιρεσείουσας εταιρείας (Π. Σ.) και του ζήτησαν ν’απομακρυνθεί από την επιχείρηση ο ενάγων γιατί τους προκαλεί φραστικά λέγοντας, μεταξύ άλλων, «ότι «εκτός από το μεροκάματο που παίρνουν από την επιχείρηση, παίρνουν επιπλέον μεροκάματα από τον Κ.» (συνδικαλιστικό αντίπαλο του ενάγοντος), με αποτέλεσμα να διαταράσσονται οι εργασιακές τους σχέσεις, με προσβολές και εξευτελισμούς και να υπάρχει κίνδυνος συμπλοκής με αυτόν.

Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Και τούτο γιατί το πιο πάνω αποδεικτικό μέσο ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης σε σχέση με τον πιο πάνω ισχυρισμό (ένσταση) που πρόβαλε η εναγόμενη – αναιρεσείουσα (ΑΚ 281) και το οποίο δικαστήριο της ουσίας, παρά τη σχετική βεβαίωση στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης και τις αιτιολογίες της, προκύπτουν αμφιβολίες αν πράγματι συνεκτιμήθηκε και το περιεχόμενο της πιο πάνω ένορκης βεβαίωσης. Κατόπιν αυτών πρέπει ν’ αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το πληττόμενο κεφάλαιο αυτής, που αναφέρεται στην ερειδόμενη από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση της εναγόμενης – αναιρεσείουσας. Ενώ, παρέλκει, πλέον, η εκδίκαση του πρώτου λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚπολΔ.

Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων πρέπει να συμψηφιστούν, λόγω της μερικής νίκης και ήττας αυτών (ΚΠολΔ 178,183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την απόφαση 2561/2013 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό της κεφάλαιο.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση και Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Μαΐου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 16 Ιουνίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ