Δανεισμός εργαζομένου. Συνδικαλιστική άδεια. Κανονική άδεια εργαζομένων

Υποχρέωση χορήγησης αυτούσιας (in natura) κανονικής άδειας. Περίπτωση που ο εργοδότης δεν μπορεί να εκπληρώσει την υποχρέωση αυτή | 902/2017 Απόφαση Β1 Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου

Περίληψη: Με βάση τις διατάξεις της παρ.1 του άρθρου 1 του ν. 539/1945, της παρ.1 του άρθρου 3 του ν. 539/1945, της παρ.1 του άρθρου 4 του ν. 539/1945 και της παρ.1 του άρθρου 5 του ν. 539/1945 συνάγονται τα ακόλουθα:

Σε όλους τους μισθωτούς (πλην ελαχίστων εξαιρέσεων για τις οποίες δεν πρόκειται ενταύθα), οι οποίοι παρέχουν εξαρτημένη εργασία, τόσο στον ιδιωτικό όσο και στο δημόσιο τομέα, είτε με έγκυρη σύμβαση είτε με απλή σχέση εργασίας, πρέπει να χορηγείται μέσα σε κάθε ημερολογιακό έτος άδεια αναψυχής με τις συνήθεις αποδοχές.

Η άδεια αυτή, που αποκαλείται «κανονική άδεια» για να ξεχωρίζει από άλλες μορφές αδείας, αποβλέπει αφ’ ενός στη διατήρηση της σωματικής και ψυχικής ευεξίας των εργαζομένων και αφ’ ετέρου στη δυνατότητα συμμετοχής ενός εκάστου στα αγαθά του ελευθέρου χρόνου.

Το δικαίωμα στην άδεια αναψυχής, που απορρέει ευθέως εκ του νόμου και δεν εξαρτάται από την ουσιώδη ή μη ανάλωση των παραγωγικών δυνάμεων του εργαζόμενου, υφίσταται ανεξάρτητα προς το αν ο τελευταίος ζήτησε ή όχι τη χορήγηση της άδειας από τον εργοδότη.

Ο εργοδότης πρέπει σε κάθε περίπτωση να χορηγήσει την άδεια μέσα στο ημερολογιακό έτος για το οποίο πρόκειται. Η αίτηση, την οποία ενδεχομένως θα υποβάλει ο μισθωτός, έχει σημασία μόνο για τον προσδιορισμό της χρονικής περιόδου κατά την οποία αυτός επιθυμεί να λάβει την άδεια. Εάν για οποιοδήποτε λόγο δεν καταστεί εφικτή η χορήγηση της άδειας αυτουσίως (in natura) μέσα στο ημερολογιακό έτος, στο οποίο αυτή αντιστοιχεί, η αξίωση για την άδεια μετατρέπεται σε χρηματική. Τότε, ο εργοδότης οφείλει να καταβάλει στον εργαζόμενο τις αποδοχές, τις οποίες θα κατέβαλλε εάν ο τελευταίος είχε λάβει την άδεια αυτουσίως (αποδοχές αδείας). Εάν, πέραν τούτου, η μη χορήγηση της άδειας μπορεί να αποδοθεί σε πταίσμα του εργοδότη (ακόμη και σε βαθμό ελαφριάς αμέλειας), αυτός οφείλει, ως αστική ποινή, προσαύξηση 100% επί των αποδοχών αδείας. Το πταίσμα του εργοδότη τεκμαίρεται όταν αποδειχθεί ότι ο εργαζόμενος ζήτησε να του χορηγηθεί η άδεια αυτουσίως, αλλά ο εργοδότης απέφυγε να τον ικανοποιήσει.

Παρά ταύτα, η γενική αρχή της καλόπιστης εκπλήρωσης των συμβατικών (ΑΚ 288, 648) και των προς αυτές συνδεδεμένων νομίμων (α.ν. 539/1945) υποχρεώσεων, συνδυαζόμενη προς εκείνη, σύμφωνα με την οποία «ουδείς υποχρεούται εις τα αδύνατα», οδηγούν στο ερμηνευτικό συμπέρασμα ότι τα παραπάνω προϋποθέτουν πραγματική δυνατότητα του εργοδότη να απαλλάξει, χάριν αναψυχής, τον εργαζόμενο από την υποχρέωση παροχής της εργασίας του κατά το χρονικό διάστημα, στο οποίο ο τελευταίος δικαιούται να κάνει χρήση αυτούσιας κανονικής άδειας.

Όταν η προϋπόθεση αυτή δεν συντρέχει, δεν παρίσταται σύμφωνη προς τις ως άνω διατάξεις η επίρριψη στον εργοδότη των δυσμενών συνεπειών από τη μη εκπλήρωση μιας υποχρεώσεως την οποία, εξ αντικειμένου και ανεξάρτητα προς τη θέλησή του, δεν είχε τη δυνατότητα να εκπληρώσει.

Συνδικαλιστές ασφαλιστικών επιχειρήσεων

Σύμφωνα με τις διατάξεις που προβλέπονται στις ΣΣΕ των ασφαλιστικών επιχειρήσεων συνάγεται ότι οι υπάλληλοι των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, που βρίσκονται σε συνδικαλιστική άδεια – απόσπαση στην ΟΑΣΕ, λαμβάνουν πλήρεις αποδοχές, ήτοι βασικό μισθό και το σύνολο των επιδομάτων που λάμβαναν πριν από την απαλλαγή τους από την υπηρεσία, για να έχουν οι συνδικαλιστές τη δυνατότητα να ασχολούνται απερίσπαστοι με τα συνδικαλιστικά θέματα των συναδέλφων τους, χωρίς το αντικίνητρο της περικοπής των αποδοχών τους. Συνάγεται, επίσης, ότι οι υπάλληλοι αυτοί παύουν να παρέχουν εξαρτημένη εργασία στην ασφαλιστική επιχείρηση και αντ’ αυτής προωθούν, ανεξάρτητα, τα συνδικαλιστικά συμφέροντα του κλάδου τους.

Δανεισμός εργαζόμενου

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361, 648 και 651 ΑΚ συνάγεται ότι είναι έγκυρη η συμφωνία με την οποία ο εργοδότης παραχωρεί σε άλλον εργοδότη τις υπηρεσίες του μισθωτού, που συνδέεται με αυτόν με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας, ύστερα από συναίνεσή του, οπότε η νέα σχέση στηρίζεται στη βούληση των τριών μερών για το δανεισμό της εργασίας του μισθωτού από τον ένα εργοδότη στον άλλο.

Ο αρχικός εργοδότης, που προβαίνει στην παραχώρηση, παραμένει ο µόνος υπόχρεος για την καταβολή του μισθού και των λοιπών παροχών που απορρέουν από τη σύμβαση εργασίας, διότι αυτή δεν μεταβάλλεται με τη σύμβαση δανεισμού, εκτός εάν υπάρξει διαφορετική, ειδική συμφωνία. Οι όροι της αρχικής σύμβασης δεσμεύουν και τον άλλο εργοδότη (τον τρίτο που υπεισέρχεται στη σχέση), ο οποίος δεν δικαιούται να τους μεταβάλει μονομερώς και, μάλιστα, βλαπτικά για τον εργαζόμενο. Το διευθυντικό δικαίωμα, όμως, αν και δεν επιτρέπεται να προσκρούει στους όρους της αρχικής σύμβασης, ασκείται από τον τρίτο. Σε καταγγελία της σύμβασης δικαιούται να προβεί μόνον ο αρχικός εργοδότης. Μεταξύ των παροχών που επιβαρύνουν τον αρχικό εργοδότη περιλαμβάνεται, κατ’ αρχήν, και η χορήγηση της ετήσιας αδείας αναψυχής, ως προς την οποία ισχύουν οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας.

Υποχρεώσεις και δικαιώματα, όμως, που δεν απορρέουν από την αρχική σύμβαση, αλλά ανακύπτουν κατά τη διάρκεια του δανεισμού, υφίστανται μόνον έναντι του τρίτου και του εργαζομένου, εκτός εάν υπάρχει ειδική συμφωνία για το αντίθετο. Εξ αυτού έπεται, σύμφωνα με την ερμηνεία που γίνεται παραπάνω (βλ. αρ.2), ότι οι συνέπειες της απροθυμίας ή της άρνησης του τρίτου για τη χορήγηση της κανονικής αδείας αυτουσίως θα βαρύνουν αυτόν τον ίδιο και όχι τον αρχικό εργοδότη.


Αριθμός 902/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 24η Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «…………….. ΑΕ», όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στη Νέα Σμύρνη Αττικής και παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου …………….., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Δ. Π. του Κ., κατοίκου …, που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου ………………, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-6-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1109/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και κατόπιν ασκήσεως εφέσεως η 5542/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-5-2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Χριστόφορος Κοσμίδης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στην έννοια του οποίου περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

2. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ.1, 3 παρ.1, 4 παρ.1 και 5 παρ.1 του α.ν. 539/1945, όπως η παρ.1 του άρθρου 4 συμπληρώθηκε µε την προσθήκη εδαφίου δια του άρθρου 3 παρ.15 του ν. 4504/1966 και η παρ.1 του άρθρου 5 συμπληρώθηκε με την προσθήκη εδαφίου δια του άρθρου 3 του ν.δ. 3755/1957, συνάγονται τα ακόλουθα:

Σε όλους τους μισθωτούς (πλην ελαχίστων εξαιρέσεων για τις οποίες δεν πρόκειται ενταύθα), οι οποίοι παρέχουν εξαρτημένη εργασία, τόσο στον ιδιωτικό όσο και στο δημόσιο τομέα, είτε με έγκυρη σύμβαση είτε με απλή σχέση εργασίας, πρέπει να χορηγείται μέσα σε κάθε ημερολογιακό έτος άδεια αναψυχής με τις συνήθεις αποδοχές. Η άδεια αυτή, που αποκαλείται «κανονική άδεια» για να ξεχωρίζει από άλλες μορφές αδείας, αποβλέπει αφ’ ενός στη διατήρηση της σωματικής και ψυχικής ευεξίας των εργαζομένων και αφ’ ετέρου στη δυνατότητα συμμετοχής ενός εκάστου στα αγαθά του ελευθέρου χρόνου. Το δικαίωμα στην άδεια αναψυχής, που απορρέει ευθέως εκ του νόμου και δεν εξαρτάται από την ουσιώδη ή μη ανάλωση των παραγωγικών δυνάμεων του εργαζόμενου, υφίσταται ανεξάρτητα προς το αν ο τελευταίος ζήτησε ή όχι τη χορήγηση της άδειας από τον εργοδότη. Ο εργοδότης πρέπει σε κάθε περίπτωση να χορηγήσει την άδεια μέσα στο ημερολογιακό έτος για το οποίο πρόκειται. Η αίτηση, την οποία ενδεχομένως θα υποβάλει ο μισθωτός, έχει σημασία μόνο για τον προσδιορισμό της χρονικής περιόδου κατά την οποία αυτός επιθυμεί να λάβει την άδεια. Εάν για οποιοδήποτε λόγο δεν καταστεί εφικτή η χορήγηση της άδειας αυτουσίως (in natura) μέσα στο ημερολογιακό έτος, στο οποίο αυτή αντιστοιχεί, η αξίωση για την άδεια μετατρέπεται σε χρηματική. Τότε, ο εργοδότης οφείλει να καταβάλει στον εργαζόμενο τις αποδοχές, τις οποίες θα κατέβαλλε εάν ο τελευταίος είχε λάβει την άδεια αυτουσίως (αποδοχές αδείας). Εάν, πέραν τούτου, η μη χορήγηση της άδειας μπορεί να αποδοθεί σε πταίσμα του εργοδότη (ακόμη και σε βαθμό ελαφριάς αμέλειας), αυτός οφείλει, ως αστική ποινή, προσαύξηση 100% επί των αποδοχών αδείας. Το πταίσμα του εργοδότη τεκμαίρεται όταν αποδειχθεί ότι ο εργαζόμενος ζήτησε να του χορηγηθεί η άδεια αυτουσίως, αλλά ο εργοδότης απέφυγε να τον ικανοποιήσει. Παρά ταύτα, η γενική αρχή της καλόπιστης εκπλήρωσης των συμβατικών (ΑΚ 288, 648) και των προς αυτές συνδεδεμένων νομίμων (α.ν. 539/1945) υποχρεώσεων, συνδυαζόμενη προς εκείνη, σύμφωνα με την οποία «ουδείς υποχρεούται εις τα αδύνατα», οδηγούν στο ερμηνευτικό συμπέρασμα ότι τα παραπάνω προϋποθέτουν πραγματική δυνατότητα του εργοδότη να απαλλάξει, χάριν αναψυχής, τον εργαζόμενο από την υποχρέωση παροχής της εργασίας του κατά το χρονικό διάστημα, στο οποίο ο τελευταίος δικαιούται να κάνει χρήση αυτούσιας κανονικής άδειας. Όταν η προϋπόθεση αυτή δεν συντρέχει, δεν παρίσταται σύμφωνη προς τις ως άνω διατάξεις η επίρριψη στον εργοδότη των δυσμενών συνεπειών από τη μη εκπλήρωση μιας υποχρεώσεως την οποία, εξ αντικειμένου και ανεξάρτητα προς τη θέλησή του, δεν είχε τη δυνατότητα να εκπληρώσει.

3. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του κεφαλαίου Α’ της από 23-9-2004 Ειδικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας «ειδικές ρυθμίσεις άρσης αντικινήτρων στη συνδικαλιστική δράση», οι εργαζόμενοι στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις (υπάλληλοι), οι οποίοι βρίσκονται σε συνδικαλιστική άδεια – απόσπαση (δηλαδή απαλλάσσονται από την εργασία τους στην οικεία ασφαλιστική επιχείρηση για συνδικαλιστικούς λόγους) και είναι μέλη του εκτελεστικού ή γενικού συμβουλίου της Ομοσπονδίας Ασφαλιστικών Συλλόγων Ελλάδος (στο εξής: ΟΑΣΕ), καθώς και ο εκάστοτε πρόεδρος του ινστιτούτου εργασίας της ΟΑΣΕ διατηρούν κατά τη διάρκεια αυτής ακέραια όλα τα δικαιώματά τους, τα οποία αφορούν στην επαγγελματική τους σταδιοδρομία και εξέλιξη στην επιχείρηση, από την οποία έχουν αποσπασθεί.
Οι υπάλληλοι αυτοί διατηρούν το σύνολο των αποδοχών (βασικός μισθός, επιδόματα, συμβατικές παροχές ή παροχές από πράξεις διοίκησης), που λάμβαναν πριν από τη συνδικαλιστική απόσπαση. Εξαιρούνται τα έξοδα περιποίησης πελατείας ανεξάρτητα από την ονομασία με την οποία δίνονται και οι παροχές που χορηγούνται σε ειδικές, κατά περίπτωση, εξειδικευμένες θέσεις εργασίας ή εποπτείας, εκτός αν αυτές εξακολουθούν να χορηγούνται στους αποσπασμένους συνδικαλιστές από την ασφαλιστική επιχείρηση.

Ακόμη, με το άρθρο 5 αρ.10 της από 13-5-2005 ΣΣΕ «για τους όρους αμοιβής και εργασίας των υπαλλήλων ασφαλιστικών επιχειρήσεων», που επαναλήφθηκε και στις επόμενες ΣΣΕ του κλάδου, ορίστηκε ότι έξι (6) μέλη του εκτελεστικού συμβουλίου της ΟΑΣΕ, για τη διεκπεραίωση των συνδικαλιστικών τους δραστηριοτήτων, απαλλάσσονται με υπόδειξή της από την υπηρεσία τους στην ασφαλιστική επιχείρηση στην οποία έκαστος παρέχει την εργασία του, χωρίς περιορισμό ή ανώτερο όριο απαλλαγής ανά εταιρία και για το χρονικό διάστημα που κατέχουν το αξίωμα αυτό, με πλήρεις αποδοχές και πλήρη διατήρηση των ασφαλιστικών τους δικαιωμάτων. Δεν θίγονται απαλλαγές που ισχύουν με οποιονδήποτε τρόπο για συνδικαλιστικά στελέχη στα σωματεία δύναμης ΟΑΣΕ. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι οι υπάλληλοι των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, που βρίσκονται σε συνδικαλιστική άδεια – απόσπαση στην ΟΑΣΕ, λαμβάνουν πλήρεις αποδοχές, ήτοι βασικό μισθό και το σύνολο των επιδομάτων που λάμβαναν πριν από την απαλλαγή τους από την υπηρεσία, για να έχουν οι συνδικαλιστές τη δυνατότητα να ασχολούνται απερίσπαστοι με τα συνδικαλιστικά θέματα των συναδέλφων τους, χωρίς το αντικίνητρο της περικοπής των αποδοχών τους. Συνάγεται, επίσης, ότι οι υπάλληλοι αυτοί παύουν να παρέχουν εξαρτημένη εργασία στην ασφαλιστική επιχείρηση και αντ’ αυτής προωθούν, ανεξάρτητα, τα συνδικαλιστικά συμφέροντα του κλάδου τους.

4. Εξ άλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361, 648 και 651 ΑΚ συνάγεται ότι είναι έγκυρη η συμφωνία με την οποία ο εργοδότης παραχωρεί σε άλλον εργοδότη τις υπηρεσίες του μισθωτού, που συνδέεται με αυτόν με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας, ύστερα από συναίνεσή του, οπότε η νέα σχέση στηρίζεται στη βούληση των τριών μερών για το δανεισμό της εργασίας του μισθωτού από τον ένα εργοδότη στον άλλο.

Ο αρχικός εργοδότης, που προβαίνει στην παραχώρηση, παραμένει ο µόνος υπόχρεος για την καταβολή του μισθού και των λοιπών παροχών που απορρέουν από τη σύμβαση εργασίας, διότι αυτή δεν μεταβάλλεται με τη σύμβαση δανεισμού, εκτός εάν υπάρξει διαφορετική, ειδική συμφωνία. Οι όροι της αρχικής σύμβασης δεσμεύουν και τον άλλο εργοδότη (τον τρίτο που υπεισέρχεται στη σχέση), ο οποίος δεν δικαιούται να τους μεταβάλει μονομερώς και, μάλιστα, βλαπτικά για τον εργαζόμενο. Το διευθυντικό δικαίωμα, όμως, αν και δεν επιτρέπεται να προσκρούει στους όρους της αρχικής σύμβασης, ασκείται από τον τρίτο. Σε καταγγελία της σύμβασης δικαιούται να προβεί μόνον ο αρχικός εργοδότης. Μεταξύ των παροχών που επιβαρύνουν τον αρχικό εργοδότη περιλαμβάνεται, κατ’ αρχήν, και η χορήγηση της ετήσιας αδείας αναψυχής, ως προς την οποία ισχύουν οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας. Υποχρεώσεις και δικαιώματα, όμως, που δεν απορρέουν από την αρχική σύμβαση, αλλά ανακύπτουν κατά τη διάρκεια του δανεισμού, υφίστανται μόνον έναντι του τρίτου και του εργαζομένου, εκτός εάν υπάρχει ειδική συμφωνία για το αντίθετο. Εξ αυτού έπεται, σύμφωνα με την ερμηνεία που γίνεται παραπάνω (βλ. αρ.2), ότι οι συνέπειες της απροθυμίας ή της άρνησης του τρίτου για τη χορήγηση της κανονικής αδείας αυτουσίως θα βαρύνουν αυτόν τον ίδιο και όχι τον αρχικό εργοδότη.

5. Αν και δεν υφίστανται αξιόλογες, διαφορετικές πρακτικές συνέπειες, από τη σύγκριση των καθεστώτων που δημιουργούνται αφ’ ενός σε περίπτωση συνδικαλιστικής άδειας ή απόσπασης (βλ. παραπάνω, αρ.3) και αφ’ ετέρου σε περίπτωση δανεισμού εργασίας (βλ. παραπάνω, αρ.4) γίνεται φανερό ότι η πρώτη είναι τελείως διαφορετική από τη δεύτερη. Διότι η πρώτη (συνδικαλιστική άδεια ή απόσπαση) δημιουργείται ευθέως εκ του νόμου και είναι τελείως ανεξάρτητη από τη βούληση του αρχικού εργοδότη, ενώ η δεύτερη (δανεισμός εργασίας) προϋποθέτει τριμερή συμβατική σχέση (ή, τουλάχιστον, διμερή, εφ’ όσον ο εργαζόμενος δεν αντιδρά). Και πέραν τούτου, στην πρώτη περίπτωση, είναι εξαιρετικά αμφίβολο το αν ο εργαζόμενος εξακολουθεί να παρέχει εξαρτημένη εργασία στη συνδικαλιστική οργάνωση, ενώ στη δεύτερη, η εξαρτημένη εργασία παρέχεται εξ ορισμού στο νέο εργοδότη. Επομένως, οποιοσδήποτε συσχετισμός των δύο καθεστώτων είναι άσκοπος.

6. Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα παρακάτω, κρίσιμα για την έρευνα των λόγων αναίρεσης, πραγματικά περιστατικά: Ότι την 11-2-1985, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου, ως υπάλληλος, αναλυτής προγραμματιστής, με το βαθμό του Ασφαλιστή Α’. Ότι στη συνέχεια, από 1-1-1987, μεταφέρθηκε με πλήρη κατοχύρωση των εργασιακών δικαιωμάτων του στην εταιρεία με την επωνυμία «…………………………………………….. (…………..)», θυγατρική της ………………., στην οποία και υπηρέτησε μέχρι την 31-12-2002, οπότε αυτή απορροφήθηκε από την εναγομένη, στην οποία μεταφέρθηκε το σύνολο του προσωπικού της, δηλαδή και ο ενάγων. Ότι η εναγομένη υπεισήλθε στο σύνολο των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων της πρώτης (……..). Ότι ο ενάγων, κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, ήτοι κατά τα έτη 2009, 2010 και 2011, όπως και προηγουμένως από την 18-5-2004, συνεχώς, ήταν εκλεγμένο μέλος του γενικού συμβουλίου της Ομοσπονδίας Ασφαλιστικών Συλλόγων Ελλάδος (στο εξής: ΟΑΣΕ) και με την εν λόγω συνδικαλιστική ιδιότητα είχε απαλλαγεί από την υποχρέωση παροχής εξαρτημένης εργασίας στην εναγομένη και είχε αποσπασθεί στην ΟΑΣΕ. Ότι η απόσπαση αυτή συνιστούσε παραχώρηση (δανεισμό) των υπηρεσιών του ενάγοντος από μέρους της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας προς την ΟΑΣΕ και έγινε χωρίς αντάλλαγμα από την τελευταία. Ότι αν και η εναγομένη συνέχισε να καταβάλλει στον ενάγοντα το μισθό του, δεν χορήγησε σ’ αυτόν καθ’ όλο το ένδικο χρονικό διάστημα την ετήσια άδεια αναψυχής, παρά το γεγονός ότι αυτός με επίσημα πρωτοκολλημένες αιτήσεις (αναφέρονται) είχε ζητήσει από αυτήν «να του γνωστοποιήσει εγγράφως πότε θα του χορηγήσει την ετήσια άδεια αναψυχής», αντιστοίχως για τα έτη 2009, 2010 και 2011 ή, άλλως, «να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση μη χορήγησης». Ότι η εναγομένη αρνήθηκε τη χορήγηση της ετήσιας άδεια αναψυχής και περιορίσθηκε να του υπενθυμίσει εγγράφως (αναφέροντα τα σχετικά έγγραφα, αντιστοίχως) ότι οφείλει να λάβει το σύνολο της κανονικής του άδειας μέσα στο ημερολογιακό έτος, για το οποίο εκάστοτε επρόκειτο. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών έκρινε ότι στον ενάγοντα δεν χορηγήθηκε αυτουσίως η κανονική άδεια των ετών 2009, 2010 και 2011 και ότι αντ’ αυτής η εναγομένη, που απέφυγε να απαντήσει σαφώς επί των κατ’ έτος αιτήσεών του για χορήγηση της άδειας, οφείλει να καταβάλει προς αυτόν τόσο τις αντίστοιχες αποδοχές αδείας όσο και την προσαύξηση 100%. Γι’ αυτό και, αφού εξαφάνισε την τότε εκκαλουμένη απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου που είχε απορρίψει την αγωγή ως αόριστη, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και α) υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα 17.223,94 ευρώ ως αποδοχές αδείας των ετών 2009 και 2010, νομιμοτόκως από την πρώτη ημέρα του αντιστοίχως επομένου έτους και β) αναγνώρισε ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα 31.500,02 ευρώ ως αποδοχές αδείας του έτους 2011 και ως προσαυξήσεις 100% επί των αποδοχών αδείας των ετών 2009, 2010 και 2011, νομιμοτόκως από την πρώτη ημέρα του αντιστοίχως επομένου έτους.

Με την κρίση αυτή το μονομελές εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ως άνω διατάξεις. Ευθέως μεν, διότι κατά την αληθινή έννοια των διατάξεων που προβλέπουν τις έννομες συνέπειες από την παράλειψη χορήγησης της ετήσιας κανονικής άδειας αυτουσίως, αυτές δεν επέρχονται στην περίπτωση που ο εργοδότης δεν είχε, εξ αντικειμένου και ανεξάρτητα προς τη θέλησή του, την πραγματική δυνατότητα να τη χορηγήσει. Εκ πλαγίου δε, διότι το δικαστήριο της ουσίας με αντιφατική και ασαφή αιτιολογία δέχθηκε ότι η εναγομένη, αν και κατ’ έτος υπενθύμιζε στον ενάγοντα, ο οποίος (όπως από το σύνολο των παραδοχών συνάγεται) δεν είχε ουδεμία αναφορά προς αυτήν και την υπηρεσία της από άποψη παροχής εξαρτημένης εργασίας, διότι τελούσε διαρκώς, επί σειρά οκτώ ετών, σε συνδικαλιστική άδεια χωρίς διακοπή, ότι έχει την υποχρέωση να λάβει την κανονική του άδεια εντός του εκάστοτε τρέχοντος ημερολογιακού έτους, αρνήθηκε παρά ταύτα να του χορηγήσει την άδεια. Και αυτό, χωρίς να διαλάβει πρόσθετη παραδοχή ότι η εναγομένη είχε την πραγματική δυνατότητα να τον απαλλάξει όχι μόνο από την υποχρέωση παροχής εξαρτημένης εργασίας προς την ίδια (από την οποία ούτως ή άλλως είχε απαλλαγεί, αφού είχε διαρκή συνδικαλιστική άδεια), αλλά και από την εκπλήρωση των ανεξάρτητων συνδικαλιστικών υποχρεώσεών του προς την ΟΑΣΕ, στην οποία ήταν μονίμως «αποσπασμένος». Επομένως, οι δεύτερος και τρίτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τους οποίους επισημαίνονται οι παραβιάσεις αυτές και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και αρ.19 ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι.

7. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Η έρευνα των υπολοίπων λόγων της αιτήσεως αποβαίνει περιττή. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 5542/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο να πληρώσει στην αναιρεσείουσα δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 3η Μαΐου 2017.

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 30η Μαΐου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ