Και με «όπλο» την αστική δικαιοσύνη, η επίθεση του κεφαλαίου κατά του κόσμου της εργασίας

Η επίθεση του κεφαλαίου αφορά στο σύνολο των εργατικών δικαιωμάτων. Η ανταγωνιστικότητα της ΕΕ απέναντι στους οικονομικούς της αντιπάλους δεν αφορά μόνο στην τιμή της εργατικής δύναμης, αλλά στο σύνολο των εργασιακών δικαιωμάτων, συλλογικών και ατομικών

Σε χαρακτηριστικά παραδείγματα από τις αντεργατικές αποφάσεις του Δικαστηρίου της ΕΕ και τις αντίστοιχες κατευθύνσεις των ευρωενωσιακών οργάνων ενάντια στην απεργία και συνολικά ενάντια στη συλλογική πάλη των εργαζομένων, αναφέρθηκε στην ομιλία της η Σόνια Μελανεφίδου, μέλος του ΔΣ του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης. Την ίδια ώρα, οι μνημονιακές κυβέρνησεις, όπως η σημερινή των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, ο ΣΕΒ και οι άλλες εργοδοτικές οργανώσεις, τα συστημικά Μέσα Ενημέρωσης διαφημίζουν και… απαιτούν να εφαρμοστούν και στη χώρα μας οι «βέλτιστες πρακτικές» της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προς χάριν της… κανονικότητας της εργασίας και της… Ευρώπης της δικαιοσύνης και της δημοκρατίας!

Όπως ανέφερε μεταξύ άλλων η Σ. Μελανεφίδου, με δεδομένο τον εργασιακό μεσαίωνα, στο διαρκές στόχαστρο του κεφαλαίου σε όλη την ΕΕ βρίσκονται τα δικαιώματα που αφορούν στην οργάνωση των εργαζομένων, οι συνδικαλιστικές ελευθερίες, το δικαίωμα στην απεργία, στις απολύσεις κτλ.

ΟΜΑΔΙΚΕΣ ΑΠΟΛΥΣΕΙΣ

Όσον αφορά στις ομαδικές απολύσεις, χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτό της δικαστικής υπόθεσης με την προσφυγή στο Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ) του μονοπωλιακού ομίλου της «Lafarge» για τις ομαδικές απολύσεις στα «Τσιμέντα Χαλκίδας» και την αποστολή προδικαστικών ερωτημάτων στο Δικαστήριο της ΕΕ από το ΣτΕ σε σχέση με τη συμβατότητα της εθνικής ρύθμισης επί των ομαδικών απολύσεων με το ευρωενωσιακό δίκαιο και την Οδηγία 98/59/ΕΚ για τις ομαδικές απολύσεις.

Η απόφαση του Δικαστηρίου της ΕΕ, με το ίδιο σκεπτικό της υπεράσπισης των «θεμελιωδών ελευθεριών» του κεφαλαίου, άνοιξε το δρόμο για την «πλήρη «απελευθέρωση» των ομαδικών απολύσεων και τη μη δέσμευση της εργοδοσίας από οποιαδήποτε διοικητική διαδικασία και έλεγχο, όταν αυτή επιθυμεί να κλείσει επιχειρήσεις εν μία νυκτί και να μεταφερθεί οπουδήποτε στα πλαίσια της ελεύθερης οικονομίας της ΕΕ, αφήνοντας πίσω τους εκατοντάδες άνεργους εργαζόμενους».

ΑΠΕΡΓΙΑ

Επιπλέον, χαρακτηριστική αντεργατική απόφαση είναι η νομολογία του Δικαστηρίου της ΕΕ (ΔΕΕ) για την απεργία, που δεσμεύει τα δικαστήρια των κρατών – μελών. Σύμφωνα με το ΔΕΕ, τα συνδικαλιστικά δικαιώματα και φυσικά το δικαίωμα της απεργίας υποχωρούν, με το πρόσχημα της «αρχής της αναλογικότητας», απέναντι στην ελευθερία κίνησης του κεφαλαίου που αποτελεί την πεμπτουσία του κοινοτικού δικαίου.

Αποφάσεις – σταθμός είναι οι αποφάσεις στις υποθέσεις «Viking» και «Laval«, που έκριναν παράνομες τις απεργίες των Σουηδών οικοδόμων και των Φιλανδών ναυτεργατών ενάντια στα μέτρα για την απόσπαση εργαζομένων, που παρέχουν τη δυνατότητα στους μονοπωλιακούς ομίλους της ΕΕ να δηλώνουν ως έδρα χώρες της ΕΕ με το χαμηλότερο επίπεδο μισθών και εργασιακών δικαιωμάτων, ώστε απασχολώντας το εργατικό δυναμικό των χωρών αυτών στις χώρες παροχής υπηρεσιών, να αποκομίζουν το μεγαλύτερο δυνατό κέρδος με την υπερεκμετάλλευση των εργαζομένων αυτών.

Οι απεργίες κρίθηκαν παράνομες επειδή παραβιάζουν τη «θεμελιώδη ελευθερία» που κατοχυρώνουν οι Συνθήκες της ΕΕ, την ελευθερία κίνησης του κεφαλαίου και συναφώς τα «θεμελιώδη δικαιώματα» που θεσπίστηκαν και κατοχυρώθηκαν από τη Συνθήκη Μάαστριχτ, δηλαδή το «δικαίωμα της ελεύθερης εγκατάστασης των επιχειρήσεων» και το «δικαίωμα της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών και κυκλοφορίας των εργαζομένων» στα κράτη – μέλη της ΕΕ.

Πρόσφατα, εξάλλου, η επίτροπος της ΕΕ για την Απασχόληση, Μαριάν Τίσεν, σε συνέντευξή της στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, δήλωσε, μεταξύ άλλων, πως «χρειαζόμαστε μεταρρυθμίσεις στο νόμο για τις απεργίες».

Στη Βουλγαρία, απαιτείται πλειοψηφία μεγαλύτερη του 50% από το σύνολο του προσωπικού μιας εταιρείας, τόσο για την υπογραφή συλλογικής σύμβασης όσο και για την πραγματοποίηση απεργίας. Επιπλέον, το δίκαιο της Αγγλίας θεωρείται από τα πιο αυστηρά για το δικαίωμα στην απεργία, στα πρότυπα του οποίου προκρίνεται να συζητήσουν και οι άλλες χώρες. Το δικαίωμα για απεργία αναγνωρίστηκε άμεσα το 1998, ενώ έως το 1999 ο εργοδότης μπορούσε να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας των απεργών. Ακόμη και σήμερα, βέβαια, δεν εξασφαλίζεται η δυνατότητα επαναπρόσληψης εργαζόμενου που απολύθηκε, ακόμη κι αν η απόφαση κρίθηκε παράνομη!

Η ανάδειξη του αντιδραστικού ρόλου, αντίστοιχα, της αστικής δικαιοσύνης και της ανάγκης να ικανοποιεί τις επιδιώξεις της τάξης που εξυπηρετεί, είναι ιδιαίτερα εύκολη με την αναφορά και μόνο του αξιοπρόσεκτου ποσοστού του 90% των αποφάσεων των εθνικών δικαστηρίων που κρίνουν τις απεργίες παράνομες και καταχρηστικές.

ΑΝΤΑΠΕΡΓΙΑ

Αντίστοιχα, σε αυτό το πλαίσιο εντείνεται και η πίεση για την κατάργηση της απαγόρευσης της ανταπεργίας (lock out) των εργοδοτών, απαγόρευση η οποία ωστόσο συχνά υποσκάπτεται από τη νομολογία των δικαστηρίων διά του άρθρου 656 ΑΚ, αναγνωρίζοντας στον εργοδότη το δικαίωμα να μην πληρώσει τους μη απεργούς εργάτες, αν δεν μπορούν να συνεχίσουν να εργάζονται επειδή μια απεργία βρίσκεται σε εξέλιξη στην επιχείρηση.

Είναι, άλλωστε, χαρακτηριστική η απάντηση της Μ. Τισέν σε σχετική Ερώτηση έλληνα ευρωβουλευτή, όταν πριν από λίγους μήνες η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ προωθούσε τη σχετική διάταξη: «Μόνο σε λίγες ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Ελλάδα, το «λοκ άουτ» απαγορεύεται ρητά. (…) Ο έλληνας νομοθέτης μπορεί να διευκρινίσει ότι ο εργοδότης έχει το δικαίωμα να μην πληρώσει μη απεργούς εργάτες, αν δεν μπορούν να συνεχίσουν να εργάζονται επειδή μια απεργία βρίσκεται σε εξέλιξη στην επιχείρηση ή στις εγκαταστάσεις της». Ανέφερε, επίσης, ότι είναι «ευπρόσδεκτες οι αλλαγές που θα βελτιώσουν τη σαφήνεια και θα συμβάλλουν στη διασφάλιση της ομοιόμορφης ερμηνείας των συναφών κανόνων και της εφαρμογής των διαδικασιών».

Εξάλλου, η ανταπεργία προβλέπεται στο Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ και στον Αναθεωρημένο Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη, που η κυβέρνηση έφερε προς ψήφιση στη Βουλή το Γενάρη του 2016.