ΑΠΟΦΑΣΗ Γενικού Συμβουλίου ΜΕΤΑ (03-09-17)

Από αριστερά: Ο γραμματέας του ΜΕΤΑ, Γιώργος Χαρίσης, και τα μέλη της εκτελεστικής επιτροπής της παράταξης, Νίκος Παπατριανταφύλλου και Κατερίνα Γιαννούλια

Το επόμενο διάστημα, και ιδιαίτερα το 2018, θα είναι μια κρίσιμη χρονιά για τους εργαζόμενους, τους συνταξιούχους και την ελληνική κοινωνία.

Α. Υπάρχουν σε εξέλιξη μέτρα εφαρμογής που έχουν ψηφιστεί στο πλαίσιο του 3ου μνημονίου και της 2ης αξιολόγησης τον Ιούνη του 2017, που ολοκληρώνουν τη μνημονιακή καταστροφή της χώρας μας.

Μετά την εφαρμογή στην πρώτη φάση – 1ο και 2ο μνημόνιο – μέτρων που στόχευαν κυρίως στην εσωτερική υποτίμηση, τη μείωση μισθών και συντάξεων, το «κούρεμα» δημοκρατικών, εργασιακών και κοινωνικών δικαιωμάτων, σήμερα βρισκόμαστε, από τη μια μεριά, στην πλήρη εφαρμογή όσων μέτρων της πρώτης φάσης δεν εφαρμόστηκαν, λόγω της αντίστασης του ελληνικού λαού και από την άλλη, εξελίσσεται ένα σχέδιο πλήρους εκποίησης της δημόσιας περιουσίας και του πλούτου της χώρας μας, ιδιωτικοποιήσεων δημοσίων επιχειρήσεων, οργανισμών και υπηρεσιών, εμπορευματοποίησης των δημόσιων κοινωνικών αγαθών και βέβαια ολοκληρωτικής καταστροφής των μικροαστικών στρωμάτων, των επαγγελματιών, βιοτεχνών, εμπόρων, επιστημόνων και της αγροτιάς, με εργαλείο την υπερφορολόγησή τους και την αύξηση των ασφαλιστικών τους εισφορών σε μια περίοδο κρίσης.

Παράλληλα η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ ψήφισε μέτρα (4ο μνημόνιο)  που υπερβαίνουν το τρέχον μνημονιακό πρόγραμμα και παραπέμπουν σε μέτρα που δεσμεύουν τη χώρα από το 2019 μέχρι το 2060 με άμεσα την κατάργηση του αφορολόγητου για εισοδήματα πάνω από τα 5.600€ και την κατάργηση της προσωπικής διαφοράς στις συντάξεις, που θα οδηγήσουν σε νέα μείωση εισοδημάτων των μισθωτών και των συνταξιούχων.

Β. Κομβικά ζητήματα της επόμενης περιόδου, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται και στην ανακοίνωσή μας για τη ΔΕΘ, θα είναι οι ιδιωτικοποιήσεις στρατηγικής σημασίας επιχειρήσεων και οργανισμών, με στόχο τον πλήρη έλεγχο της ενέργειας, του νερού και των μεταφορών από το ντόπιο και ξένο κεφάλαιο, αλλά και κερδοφόρων υπηρεσιών του δημοσίου που σχετίζονται με τα αγαθά της παιδείας, της υγείας, της πρόνοιας και της ασφάλισης, το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας και της λαϊκής κατοικίας, μέσω των ηλεκτρονικών πλειστηριασμών, η συρρίκνωση του δημοσίου μέσω της «αξιολόγησης», ο περιορισμός των συνδικαλιστικών ελευθεριών και δικαιωμάτων των εργαζομένων και η φαλκίδευση του απεργιακού δικαιώματός τους, μέσω της αλλαγής του ν.1264/1982, η διεύρυνση της μερικής, ελαστικής και εκ περιτροπής εργασίας και η διευκόλυνση των ομαδικών απολύσεων, η πλήρης κατάργηση της κυριακάτικης αργίας και η γενίκευση ενός αισθήματος επιβίωσης και όχι αξιοπρεπούς διαβίωσης, με τον περιορισμό των απαιτήσεων και τον συμβιβασμό με το μερικό και ολίγον, και όχι τη διεκδίκηση του αναγκαίου και εφικτού σήμερα με βάση τις δυνατότητες που προσφέρει η εποχή μας!

Γ. Ταυτόχρονα σε πολιτικό επίπεδο, η κυβέρνηση θα προσπαθήσει να δημιουργήσει το δικό της success story – ότι δηλ. το 2018 θα είναι το έτος εξόδου από τα μνημόνια και την επιτροπεία – για να μπορέσει ενδεχομένως από το Σεπτέμβρη και μετά του ίδιου έτους να πάει ακόμη και σε εκλογές.

Αυτή θα είναι η πραγματική εικόνα της επόμενης περιόδου, η οποία θα στηρίζεται στο ψεύτικο δίλημμα ΣΥΡΙΖΑ-ΝΔ και Τσίπρα – Μητσοτάκη, με το οποίο θα επιχειρείται η επικάλυψη της σύγκλισης και σύμπλευσης τους στην κοινή μνημονιακή νεοφιλελεύθερη πολιτική, όπου αποκλίσεις θα εμφανίζονται μόνο σε επιμέρους ζητήματα.

Το γεγονός βέβαια ότι μπορεί κυβέρνηση και αντιπολίτευση να ποντάρουν σε μια τέτοιου τύπου αντιπαράθεση εδράζεται στο ότι δεν διαφαίνεται προς το παρόν μια πειστική εναλλακτική λύση απέναντι στη μνημονιακή πολιτική, γεγονός που αποτελεί πρώτιστο καθήκον όλων των δυνάμεων που είναι στον αντίποδα αυτών των πολιτικών και κυρίως του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος, αν θέλει οι διεκδικήσεις του, για τη βελτίωση των όρων αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων, να έχουν αποτέλεσμα, να δίνουν διέξοδο και προοπτική στους αγώνες τους και να μην καλλιεργείται ένα κλίμα ηττοπάθειας και απογοήτευσης, ότι δηλ. δεν γίνεται τίποτα. Εάν θέλουμε επίσης να μην δημιουργούνται αυταπάτες, ότι δηλ. μπορούν να λυθούν πραγματικά και ουσιαστικά τα προβλήματα, χωρίς να σπάσει ο στενός μνημονιακός κορσές που έχει επιβληθεί και χωρίς να υπάρξει σύγκρουση με το κεφάλαιο, την ΕΕ και το ΔΝΤ, χωρίς την πάλη για στάση πληρωμών απέναντι στους δανειστές και τη διαγραφή τουλάχιστον του μεγαλύτερου μέρους του χρέους.

Δ. Βασικό καθήκον του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος την επόμενη περίοδο θα είναι η οργάνωση της αντίστασης απέναντι στα παραπάνω μέτρα που προωθούνται, αλλά και η προβολή αιτημάτων και διεκδικήσεων που θα στοχεύουν στην ανάκτηση δικαιωμάτων που έχουν αφαιρεθεί.

Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να προβληθεί το αίτημα της αύξησης των μισθών και συντάξεων. Φτάνουν οχτώ χρόνια παγώματος και μείωσης μισθών και συντάξεων. Πέρσι είχαμε προβάλει με τον πιο εμφατικό τρόπο ότι το συνδικαλιστικό κίνημα πρέπει να βάλει «…ένα τέρμα στη συνεχή υποχώρηση και στις μειώσεις των μισθών, των συντάξεων και των κοινωνικών και δημοκρατικών παροχών και δικαιωμάτων, αντιμετωπίζοντας με μια επιθετική τακτική και τους σχεδιασμούς κυβέρνησης και τρόικας για το εργασιακό, τις ομαδικές απολύσεις, τις ιδιωτικοποιήσεις, τις νέες μειώσεις σε μισθούς και συντάξεις και τον περιορισμό των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων των εργαζομένων…», στόχος που σήμερα είναι ακόμη πιο αναγκαίος να τεθεί από τις συνδικαλιστικές οργανώσεις των εργαζομένων.

Πιο συγκεκριμένα διεκδικούμε:

α) Την προσμέτρηση της μισθολογικής εξέλιξης των ετών 2015-2016-2017, που παρέμειναν παγωμένες και την διεκδίκηση αυξήσεων στις αποδοχές για το 2018 για τους εργαζόμενους στο δημόσιο, καθώς και την επαναφορά του 13ου και 14ου μισθού για όλους τους εργαζόμενους και τους συνταξιούχους στους οποίους έχει καταργηθεί. Επαναφορά του κατώτατου μισθού του ανειδίκευτου εργάτη στον ιδιωτικό τομέα στα 751€ και του θεσμού των συλλογικών διαπραγματεύσεων, των ΣΣΕ και της διαιτησίας. Κατάργηση όλων των μορφών ελαστικής εργασίας, που δημιουργούν πολλές ταχύτητες εργαζομένων, με άνισες αμοιβές και εργασία χωρίς δικαιώματα.

β) Την επαναφορά του αφορολόγητου στις 12.000€.

γ) Μένουμε σταθεροί στη θέση για αλλαγή του τρόπου υπολογισμού των συντάξεων και σύνδεσή τους με τους μισθούς και με ένα σύστημα καθορισμένων εισφορών και εγγυημένων παροχών, καθώς και στην κάλυψη απωλειών των χαμηλότερων συντάξεων.

δ) Την αύξηση του επιδόματος ανεργίας στα 600,8€ (80% του βασικού μισθού) και στην καταβολή του σ’ όλους τους ανέργους χωρίς όρους και προϋποθέσεις και για όλη τη διάρκεια της ανεργίας, την πλήρη και δωρεάν ιατροφαρμακευτική-νοσοκομειακή περίθαλψη, καθώς και τη δωρεάν πρόσβαση και μεταφορά σ’ όλα τα δημόσια ΜΜΜ.

ε) Τη μείωση του ωραρίου εργασίας – άμεσα στις 37,50 με προοπτική τις 35 ώρες την εβδομάδα – χωρίς μείωση αποδοχών και δικαιωμάτων, για να μειωθεί η ανεργία και να ωφεληθεί και η Εργατική Τάξη, και όχι μόνο οι καπιταλιστές και το κράτος, από την γενικευμένη εφαρμογή των νέων τεχνολογιών και της πληροφορικής σ’ όλη την αλυσίδα της παραγωγικής διαδικασίας.

Η έκταση της τεχνολογικής εισβολής στην παραγωγική διαδικασία και οι ανατροπές που αυτή επιφέρει, οδηγεί στην απώλεια χιλιάδων θέσεων εργασίας, καθώς το εργατικό δυναμικό αντικαθίστανται από μηχανές.

Η τεχνολογική αυτή πρόοδος, ειδικά στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης (ρομποτική), θα δημιουργήσει ακόμη πιο κρίσιμες ρωγμές που θα επιφέρουν σαρωτικές ανατροπές στο κοινωνικό πεδίο και στο πεδίο των εργασιακών σχέσεων και της κατανομής των εισοδημάτων.

Το ΜΕΤΑ αντιλαμβάνεται τις ανατροπές που πρόκειται να επιφέρει αυτή η προοπτική στις εργασιακές σχέσεις, ιδιαίτερα στον τομέα των υπηρεσιών (τράπεζες, ιατρική, ενέργεια, τηλεπικοινωνίες, κατασκευές, μεταφορές, εμπόριο) αλλά και σε βιομηχανικούς και παραγωγικούς κλάδους της οικονομίας, και επειδή η πείρα του εργατικού κινήματος λέει ότι δεν αποτελούν λύσεις ούτε η άρνηση, ούτε ο στρουθοκαμηλισμός ούτε και οι σπασμωδικές αντιδράσεις για τη διαφύλαξη των θέσεων εργασίας, θα πρέπει:

1. Να τεθεί με πιο εμφατικό τρόπο το θέμα της μείωσης του ωραρίου εργασίας και της αύξησης των αποδοχών, για να μπορεί και η εργατική τάξη να καρπούται ένα μέρος της «τεχνολογικής» υπεραξίας απ’ αυτή την εξέλιξη και

2.Να θεσπιστεί η υποχρέωση της εργοδοσίας η εφαρμογή προγραμμάτων επανεκπαίδευσης και απορρόφησης των εργαζομένων για να μην χάνονται θέσεις εργασίας.

στ) Διεκδικούμε τη ρύθμιση όλων των δανείων που έχουν πάρει οι εργαζόμενοι και σήμερα αποπληρώνονται, είτε με τους ίδιους ετεροβαρείς όρους σύναψής τους, είτε αδυνατούν να τα εξυπηρετήσουν και κινδυνεύουν να χάσουν την περιουσία τους.

ζ) Την κατάργηση του εισπρακτικού μνημονιακού Ν.4446/2016 που δημιουργεί άδικα και δυσβάστακτα οικονομικά βάρη σε μια μεγάλη κατηγορία εξωτερικά εργαζομένων (πωλητές, ιατρικοί επισκέπτες κλπ) που χρησιμοποιούν εταιρικό αυτοκίνητο. Ο νόμος θεωρεί τα εταιρικά αυτοκίνητα (ΙΧ) που χρησιμοποιούνται από τους εργαζόμενους ως «εργαλείο»  δουλειάς, παροχή προς αυτούς και τους φορολογεί  για τα οχήματα των εταιρειών.  Πρόκειται για ένα καθαρά εισπρακτικό νόμο που φορτώνει στις πλάτες των εργαζομένων φορολογικά βάρη που δεν τους αναλογούν. Τα αυτοκίνητα παρέχονται για επαγγελματική χρήση και χρησιμοποιούνται για τις εργασίες της εκάστοτε εταιρείας. Οι εξωτερικά εργαζόμενοι, ιατρικοί επισκέπτες, πωλητές δεν είναι μεγαλοστελέχη και το αυτοκίνητο δεν αποτελεί παροχή για προσωπική χρήση, αλλά είναι εργαλείο δουλειάς.

Ε. Την επόμενη περίοδο επίσης πρέπει να εστιαστεί η προσοχή μας:

Στις ανατροπές που συντελούνται στο χώρο του τύπου και των ΜΜΕ, όπου επιχειρήσεις κλείνουν ή αλλάζουν χέρια, με θύματα τους εργαζόμενους και σε ό,τι αφορά στην απώλεια θέσεων εργασίας, αλλά και στη βίαιη ανατροπή μισθών και δικαιωμάτων.

Στους χώρους του επισιτισμού και τουρισμού, όπου υπάρχει εντατικοποίηση της εργασίας και εξαντλητικά ωράρια, μη εφαρμογή των ΣΣΕ, φτηνή και ανασφάλιστη εργασία μέσω των προγραμμάτων μαθητείας κλπ, καθώς και στους χώρους των εργαζομένων στα αεροδρόμια, όπου πίσω από τις φανταχτερές βιτρίνες η εργατική τάξη στενάζει και πληρώνει με αίμα το κέρδος των ιδιωτικών εταιρειών που δραστηριοποιούνται στους χώρους των αεροδρομίων, αλλά και του προσωπικού που δουλεύει στις αεροπορικές και ιδιαίτερα τώρα με την ιδιωτικοποίηση των περιφερειακών αεροδρομίων και ανάληψης της λειτουργίας τους από τη Γερμανική Fraport.

Στο χώρο ιδιαίτερα των αεροδρομίων είναι ανάγκη οι εργαζόμενοί τους να αντιμετωπίσουν οργανωμένα την εργοδοτική επίθεση και να συγκροτήσουν ενιαίο συνδικάτο που να καλύπτει όλους τους εργαζόμενους των αεροδρομίων της χώρας.

Στους χώρους των εργαζομένων στην ενέργεια, το νερό, τις μεταφορές και τον χρηματοπιστωτικό τομέα, όπου οι ιδιωτικοποιήσεις και οι απώλεια θέσεων εργασίας και οι απολύσεις θα είναι βασική προτεραιότητα των πολιτικών της κυβέρνησης και των εργοδοτών.

Στους χώρους της παιδείας, της υγείας, της πρόνοιας και της κοινωνικής ασφάλισης, όπου η μείωση των κονδυλίων, η υποχρηματοδότηση και υποστελέχωσή τους μεταφέρει κοινωνικές υπηρεσίες στους ιδιώτες, με τις ιδιωτικοποιήσεις και την εκχώρηση αρμοδιοτήτων, αυξάνει τις κοινωνικές και ταξικές διακρίσεις και αντιθέσεις και εμπορευματοποιεί τα δημόσια αγαθά, που πρέπει να παρέχονται δωρεάν σε όλους τους πολίτες.

Ταυτόχρονα διευρύνονται οι ελαστικές εργασιακές σχέσεις από τη μη πρόσληψη μόνιμου και τακτικού προσωπικού με σταθερές εργασιακές σχέσεις, αλλά συμβασιούχων, αναπληρωτών, ωρομισθίων και επικουρικών, καθώς και εκχώρηση ολόκληρων κατηγοριών εργαζομένων και εργασιών σε εργολάβους και ιδιώτες.

Η «αξιολόγηση» των δημοσίων υπαλλήλων φαίνεται να εξελίσσεται σε μπούμερανγκ για την κυβέρνηση με την άρνηση των δημοσίων υπαλλήλων να «αξιολογηθούν», συμμετέχοντας μαζικά στην απεργία – αποχή που έχει προκηρύξει η ΑΔΕΔΥ και παρά τους εκβιασμούς τις κυβέρνησης και την πεμπτοφαλαγγίτικη τακτική των δυνάμεων του νέου κυβερνητικού συνδικαλισμού, έχει στεφθεί με μεγάλη επιτυχία.

Η κυβέρνηση με το μάτι στραμμένο στις απαιτήσεις των δανειστών, που θεωρούν προϋπόθεση την προώθηση της «αξιολόγησης» και της κινητικότητας στο δημόσιο, φαίνεται ότι θα ακολουθήσει την τακτική του μαστιγίου και του καρότου απέναντι στους εργαζόμενους. Για το λόγο αυτό πρέπει το συνδικαλιστικό κίνημα στο δημόσιο να κάνει ένα ακόμη βήμα σ’ αυτή την κατεύθυνση. Πρέπει πειστικά να αποδείξουμε ότι οι έννοιες της αξιολόγησης και τις στοχοθεσίας δεν έχουν καμιά σχέση με τη βελτίωση των παρεχόμενων υπηρεσιών προς τους πολίτες και την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας των εργαζομένων σ’ αυτές.

Η εμμονή στην υλοποίηση της αξιολόγησης και της στοχοθεσίας στο δημόσιο, πέρα από ένα ιδεολόγημα των νεοφιλελεύθερων απολογητών, στοχεύει στον περιορισμό και τη συρρίκνωση του κράτους στους τομείς που προσφέρουν κοινωνικές υπηρεσίες στους πολίτες, που σχετίζονται με την καθημερινότητά τους και τη ζωή τους. Στο επιτελικό κράτος που ευαγγελίζονται δημόσιες υπηρεσίες και δημοσίους υπαλλήλους θα έχουν μόνο σ’ αυτές που ασκούν δημόσια εξουσία και κατά συνέπεια οι κοινωνικές υπηρεσίες της παιδείας, της υγείας και της πρόνοιας, οι υπηρεσίες καθαριότητας, εστίασης και φύλαξης, οι υποστηρικτικές υπηρεσίες λειτουργίας του δημοσίου και συντήρησης των υποδομών τους και των υποδομών των πόλεων, δεν μπορούν να είναι δημόσιες.

Αυτό που είτε εκχυδαϊσμένα είτε ωμά εκφράζεται από τη νεοφιλελεύθερη πολιτική, διοικητική και οικονομική ελίτ της χώρας μας και περιγράφεται περιληπτικά με τις εκφράσεις: «…δεν μπορεί ένας σκουπιδιάρης να είναι δημόσιος υπάλληλος…» ή ότι «…στο δημόσιο θα μείνουν ό,τι οι ιδιώτες δεν ενδιαφέρονται να αγοράσουν…» κλπ.

Στη σημερινή φάση του αγώνα κατά της «αξιολόγησης» πρέπει να κάνουμε ένα βήμα μπροστά. Αυτό που απαιτείται σήμερα είναι:

Η προώθηση ενός συστήματος, όσων το δυνατόν αντικειμενικού, κρίσης προϊσταμένων σ’ όλη την κλίμακα της δημόσιας διοίκησης, αφαιρώντας τη δυνατότητα από την πολιτική εξουσία το δικαίωμα της ανάθεσης θέσεων ευθύνης προϊσταμένων χωρίς κρίση από τα υπηρεσιακά συμβούλια.

Ο προσδιορισμός των αρμοδιοτήτων κάθε υπηρεσιακής μονάδας σ’ όλη την κλίμακα της δημόσιας διοίκησης και των καθηκόντων των δημοσίων υπαλλήλων, καθώς και της αναμόρφωσης των ΟΕΥ, με τη συμμετοχή των εργαζομένων, με στόχο τη βελτίωση της λειτουργία τους, για την εξυπηρέτηση των πολιτών και όχι για την αναπαραγωγή της γραφειοκρατίας.

Την κατάργηση όλων των θέσεων γενικών και ειδικών γραμματέων στα Υπουργεία, τους ΟΤΑ, τα Νοσοκομεία και τα ΝΠΔΔ, και η ανάδειξη στελεχών από την υπηρεσιακή ιεραρχία, που και καλύτεροι γνώστες των προβλημάτων είναι και που σε συνδυασμό με την κατάργηση των χιλιάδων Διοικητικών Συμβουλίων των διάφορων οργανισμών, που καμιά ουσιαστική υπηρεσία στη λειτουργία του δημοσίου δεν προσφέρουν, θα συμβάλλουν στην αποκοπή του λώρου των κομματικών-πολιτικών παρεμβάσεων στη λειτουργία της Δημόσιας διοίκησης και θα εξοικονομήσει το κράτος από περιττές δαπάνες.

ΣΤ. Ρίχνουμε το βάρος στην ανάπτυξη κλαδικών και τοπικών – επιχειρησιακών αγώνων για την υπεράσπιση των θέσεων εργασίας, την προστασία των εργαζομένων από τις αυθαιρεσίες των εργοδοτών και την εντατικοποίηση της εργασίας, για την αύξηση των αποδοχών και των δικαιωμάτων, για την κανονική τους πληρωμή και για την τήρηση των όποιων δικαιωμάτων που απορρέουν από τις ΣΣΕ και από την εργατική νομοθεσία.

Η πείρα του αγώνα για τους συμβασιούχους στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, από τη στιγμή που γενικεύτηκε και δεν έμεινε πρόβλημα μόνο των συμβασιούχων, αλλά και πήρε τη μορφή ενός παρατεταμένου αγώνα, δημιούργησε σοβαρό πρόβλημα στην κυβέρνηση, τη «στρίμωξε» και ίσως ήταν ο μοναδικός κοινωνικός αγώνας που την έφερε σε δύσκολη θέση.

Παράλληλα είναι ανάγκη να επεξεργαζόμαστε μορφές που να εξασφαλίζουν μαζικότητα και να δίνουν συνέχεια και αντοχή στους αγώνα, αλλά απαιτείται και τα αντανακλαστικά μας να ενεργοποιούνται γρηγορότερα για να εκφράζεται μια ευρύτερη στήριξη, αλληλεγγύη και κοινή δράση και από άλλους κλάδους, που έχουν κοινά προβλήματα και που η συντονισμένη δράση μπορεί να έχει πολλαπλάσια αποτελέσματα για όλους. Θα μπορούσαν και άλλα συνδικάτα, όπως η ΠΟΕΔΗΝ και το ΕΚΑ, να συμπαρατάσσονταν σ’ αυτόν τον αγώνα, καθώς έχουν κοινά προβλήματα και διευρυμένη ελαστική εργασία στους χώρους που εκπροσωπούν.

Ταυτόχρονα οι δυνάμεις του ΜΕΤΑ πρέπει να προβάλλουν την ανάγκη σύνδεσης των επιμέρους κλαδικών – τοπικών και επιχειρησιακών προβλημάτων με τα γενικότερα ζητήματα της πάλης για την ανατροπή των μνημονιακών νεοφιλελεύθερων πολιτικών και της σύγκρουσης και εξόδου από την Ευρωζώνη και Ευρωπαϊκή Ένωση για να μην δημιουργούνται αυταπάτες ότι μπορούν να βρουν πραγματική λύση τα προβλήματα των εργαζομένων μέσα σε ένα καθεστώς δημοσιονομικής πειθαρχίας και διεθνούς καπιταλιστικής επιτροπείας στην οποία έχουν προσδέσει τη χώρα μας όλες οι μνημονιακές δυνάμεις.

Επίσης επιβάλλεται όλες οι κλαδικές και επιμέρους κινητοποιήσεις να κορυφώνονται σε πανεργατικές κινητοποιήσεις και δράσεις και να συντονίζονται και με τα άλλα πληττόμενα απ’ τα μνημόνια στρώματα, των μικρομεσαίων ελεύθερων επαγγελματιών, εμπόρων και επιστημόνων και των αγροτών σε μια προσπάθεια συγκρότησης ενός ευρύτερου μετώπου για την ανατροπή των μνημονιακών πολιτικών.

Στο πλαίσιο αυτό με αφορμή και την 3η αξιολόγηση και τα μέτρα που θα συνοδεύεται να υπάρξει κορύφωση με γενική πανεργατική απεργία με τη συμμετοχή και των ελεύθερων επαγγελματιών, των επιστημόνων και των αυτοαπασχολουμένων για την περίοδο από το 2ο 15μερο Οκτώβρη – αρχές  Νοέμβρη.

Ζ. Ρατσιστική πολιτική – Μετανάστες/Πρόσφυγες

Οι ακραία νεοφιλελεύθερες επιλογές και η εφαρμογή τους δεν μπορούν να υλοποιηθούν χωρίς να υιοθετούνται αυταρχικά μέτρα και να ενδυναμώνουν ακροδεξιές και ρατσιστικές φωνές, προκειμένου να δημιουργούνται τεχνητοί εχθροί (μετανάστες, πρόσφυγες κλπ) και να αποδυναμώνεται η δράση του εργατικού κινήματος, διαιρώντας το.

Έτσι, εκτός από το πρόβλημα των νεοναζί της Χρυσής Αυγής κι άλλων αντίστοιχων ομάδων, το εργατικό κίνημα στην Ελλάδα, αλλά και την ΕΕ, τις ΗΠΑ κλπ, έχει να αντιμετωπίσει και να αντιπαλέψει το θεσμικό ρατσισμό που σκόπιμα και «επίσημα» καλλιεργείται, θρέφοντας παράλληλα και τέρατα όπως της Μανωλάδας και του Σάρλοτσβιλ.

Η απάνθρωπη συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας, η «Ευρώπη – Φρούριο», η συμφωνία Κοντονή – γερμανικής κυβέρνησης, η μεταχείριση των ξένων εργατών σε αγροτικές περιοχές («Μανωλάδες» υπάρχουν παντού) και εργολάβους, η κατάσταση στα στρατόπεδα προσφύγων, δεν είναι δευτερεύουσας σημασίας και «πολυτέλειες» για το ελληνικό εργατικό κίνημα, δεν είναι μόνο για τους «ευαίσθητους» ανθρωπιστές.

Όπως και ο φασισμός, που δεν έρχεται μόνο για τους άλλους (μετανάστες, ρομά, ομοφυλόφιλους), αλλά, μόλις δυναμώσει, επεκτείνει τη δράση του και σε συνδικαλιστές, αριστερούς, αγωνιστές.

Η πολιτική που ασκείται από κάθε κυβέρνηση προς τους μετανάστες δείχνει τι θα ήθελε στην πραγματικότητα να ισχύει για το σύνολο των εργαζομένων μιας χώρας και μόλις βρει ευκαιρία το επιχειρεί. Αυτό έχει αποδειχτεί στα τελευταία χρόνια της μεγάλης οικονομικής κρίσης, όπου στη θέση που βρίσκονταν οι μετανάστες προηγούμενα, έχουν βρεθεί χιλιάδες ντόπιοι εργάτες.

Ιδιαίτερα για τα προσφυγόπουλα, είμαστε με την επιλογή της κυβέρνησης για τη δημιουργία «αόρατων» σχολείων «γκέτο», ειδικά μόνο για προσφυγόπουλα, και διεκδικούμε την εγγραφή όλων των παιδιών στο δημόσιο σύστημα εκπαίδευσης, χωρίς αποκλεισμούς, εμπόδια και διαχωρισμούς, μέχρι να ικανοποιηθούν τα αιτήματά τους για μετεγκατάσταση στις χώρες του τελικού τους προορισμού.

Το εργατικό και συνδικαλιστικό κίνημα στην χώρα μας έχει συμφέρον να παλέψει από κοινού με τους μετανάστες και πρόσφυγες, για να νικήσει το μεγάλο κοινό εχθρό, τον καπιταλισμό και τις αντεργατικές, ρατσιστικές πολιτικές του.

Η. Συμβολή στην ανάπτυξη Αντιιμπεριαλιστικού – Αντιπολεμικού Κινήματος

Οι πολεμικές επιχειρήσεις στην ευρύτερη περιοχή Συρία, Ουκρανία και οι ενδοϊμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί για τις πηγές και τους δρόμους της ενέργειας πυκνώνουν τα σύννεφα του πολέμου στην περιοχή μας. Το παραμύθι που μας πλασάρει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ για ανεξάρτητη ειρηνική εξωτερική πολιτική ανατρέπεται από την ίδια την πραγματικότητα.

Οι συμφωνίες για τις βάσεις επεκτείνονται (Σούδα), ο άξονας Ελλάδας, Κύπρου, Ισραήλ και Αιγύπτου, υπογραμμίζει με τινός τις πλάτες (Ισραήλ, και δικτατορίας του Σίσι στην Αίγυπτο) η Ελληνική κυρίαρχη τάξη μπαίνει στον καυγά με την Τουρκία για τον έλεγχο των υδρογονανθράκων στο Αιγαίο («Οικόπεδα», ΑΟΖ). Τον Ιούλιο με την έναρξη των γεωτρήσεων, στην ΑΟΖ που έχει ανακηρύξει η Κύπρος, από γεωτρύπανο της Total το θερμόμετρο ανέβηκε επικίνδυνα όταν η Τουρκία απείλησε ότι δε θα αποδεχθεί τετελεσμένα και ανακοίνωσε στρατιωτικές ασκήσεις. Οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις (ΗΠΑ, Γαλλία) απάντησαν άμεσα, στέλνοντας ισχυρά πολεμικά πλοία στην περιοχή, συντρέχοντας τα ελληνικά πολεμικά πλοία, η Τουρκία προς στιγμής υποχώρησε.

Αυτή η πολιτική, συνεχίζει την πολιτική των προηγούμενων κυβερνήσεων με τα εξοπλιστικά προγράμματα και την ένταξη στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς. Το εργατικό κίνημα πρέπει να σταθεί αταλάντευτα υπέρ ενός αντιιμπεριαλιστικού – αντιπολεμικού κινήματος, για την αποδέσμευση από το ΝΑΤΟ και όλους τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς και το κλείσιμο των βάσεών τους στη χώρα μας.

Θ. Για το συνδικαλιστικό κίνημα

Η κρίση στο συνδικαλιστικό κίνημα θα βαθύνει και την επόμενη περίοδο. Η ηγεσία της ΓΣΕΕ, ξεκομμένη από τους εργαζόμενους, δεν μπορεί να παίξει κανένα ρόλο συντονισμού και οργάνωσης των αγώνων των εργαζομένων. Η ηγεσία αυτή έχει ταυτίσει την ύπαρξη και «αναπαραγωγή» της με την πρόσδεσή της στην εργοδοσία και στην εκάστοτε κυβέρνηση για να «απολαμβάνει» τα προνόμια από την υλοποίηση προγραμμάτων του ΕΣΠΑ και από την κρατική, μέσω εργατικής εστίας, χρηματοδότηση. Δεν είναι τυχαίο που η ηγεσία αυτή βρίσκει ανοιχτές τις θύρες των παγκόσμιων καπιταλιστικών οργανισμών και ινστιτούτων, συναντιέται εύκολα με ηγέτες χωρών, ενώ αισθάνεται άβολα να κατέβει στους χώρους δουλειάς και να συναντηθεί με τους εργαζόμενους.

Στην ΑΔΕΔΥ ενώ τα πράγματα είναι διαφορετικά και σε επίπεδο θέσεων και διακηρύξεων υιοθετεί ριζοσπαστικά συνθήματα, όλοι γνωρίζουμε ότι αυτά δεν τυγχάνουν πλειοψηφικής ενεργούς υποστήριξής τους από τις δυνάμεις της ΔΑΚΕ, της ΔΗΣΥ (τέως ΠΑΣΚΕ) και της ΑΡΚΙ (ΣΥΡΙΖΑ), που πλέον παίζει ανοιχτά κυβερνητικό – εργοδοτικό ρόλο,  και για το λόγω αυτό υπάρχουν επιπλέον δυσκολίες στην ενεργή συμμετοχή και κινητοποίηση των εργαζομένων, παρόλο ότι υπάρχουν και θετικά παραδείγματα όπως είναι η επιτυχία της απεργίας-αποχής από την αξιολόγηση.

Η συνολική κατάσταση και η εικόνα που παρουσιάζουν οι ηγεσίες των συνδικαλιστικών οργανώσεων, επιτείνουν τα φαινόμενα της αποχής, αποστροφής και μη ένταξης στις συνδικαλιστικές οργανώσεις της συντριπτικής πλειοψηφίας των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα και της τυπικής συμμετοχής των εργαζομένων του δημοσίου τομέα, ιδιαίτερα των εποχικά εργαζομένων, των εργαζομένων με ελαστικές εργασιακές σχέσεις και των εργαζομένων σε εργολάβους ενοικιαζόμενοι ή όχι.

Αλυσιτελής επιλογή αποδείχτηκε το πείραμα τύπου ΠΑΜΕ και σε φάρσα θα εξελιχθεί οποιαδήποτε παρόμοια επιλογή, η οποία μάλιστα δεν στηρίζεται και σε μια κρίσιμη εργατική μάζα που να μπορεί στοιχειωδώς να δημιουργεί γεγονότα και να παρεμβαίνει σε μεγαλύτερη κλίμακα μέσα στο συνδικαλιστικό κίνημα.

Υπό τις παρούσες συνθήκες μοναδική εργατική διέξοδος θα αποτελούσε η συγκρότηση ενός ευρύτερου ταξικού πόλου μέσα στο εργατικό κίνημα από όλες τις υπαρκτές ταξικές δυνάμεις, ριζοσπαστικά εργατικά σχήματα και σωματεία και ανεξάρτητους αγωνιστές συνδικαλιστές, ο οποίος θα μπορούσε να συμβάλει στην αλλαγή της ρότας του, να εμπνεύσει και να ενεργοποιήσει τους εργαζόμενους.

Η βάση συμφωνίας όλων αυτών των δυνάμεων θα ήταν ότι δίνουμε τη μάχη μέσα στα συνδικάτα και δεν τα χαρίζουμε στην εργατική γραφειοκρατία και στον εργοδοτικό-κυβερνητικό συνδικαλισμό.

Ανοίγουμε τα συνδικάτα στην εγγραφή όλων των εργαζομένων, ανεξάρτητα εργασιακής σχέσης και εθνικότητας και επιμένουμε στη συμμετοχή, την εργατική δημοκρατία και το συλλογικό τρόπο λήψης των αποφάσεων.

Παλεύουμε για μαζικά συνδικάτα, ενάντια στον πολυκατακερματισμό και τη πολυδιάσπαση, που γεννούν το συντεχνιασμό και τον παραγοντισμό,  που να είναι ικανά να ασκούν ισχυρή πίεση σε κυβέρνηση και εργοδότες και αντιπροτείνουμε μια διαφορετική δομή που θα συγκροτείται στη βάση κοινών εργατικών συνδικάτων των εργαζομένων στο δημόσιο και ιδιωτικό τομέα και που με όρους πραγματικούς και μαζικούς μπορούν να οικοδομούνται από σήμερα για να υπερβούν από τα κάτω την ιστορική διάσπαση του εργατικού κινήματος σε συνδικάτα του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα.

Μια τέτοια προοπτική για το εργατικό-συνδικαλιστικό κίνημα στη χώρα μας μπορεί να φαντάζει και να είναι δύσκολη, είναι όμως η μοναδική που μπορεί να υπερβεί με όρους μαζικούς και ταξικούς ένα συνδικαλιστικό κίνημα, που κλείνει τον κύκλο του, που δεν μπόρεσε να στήσει ούτε ένα οδόφραγμα στη μνημονιακή λαίλαπα και που υπέστη στρατηγική ήττα από τους ταξικούς του αντιπάλους.

3 Σεπτέμβρη 2017


ΕΔΩ η Απόφαση σε μορφή doc.