Η δικτατορία της 4ης Αυγούστου και η Εργατική Τάξη

Με αφορμή την επέτειο της επιβολής της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου 1936, δημοσιεύουμε τα κεφάλαια που αναφέρονται στην εργατική τάξη και το εργατικό κίνημα κατά τη διάρκειά της, από το βιβλίο του Γιώργου Αλεξάτου «Η εργατική τάξη στην Ελλάδα. Από την πρώτη συγκρότηση στους ταξικούς αγώνες του Μεσοπολέμου» (β΄ έκδ. Κουκκίδα, Αθήνα 2015).

Η δικτατορία επιβάλλεται μέσα σε κλίμα ανοχής ή τυπικών αντιδράσεων του αστικού πολιτικού κόσμου, σε φάση κάμψης του μαζικού λαϊκού κινήματος, σε σχέση με την έκρηξη του Μαΐου-Ιουνίου, αλλά και με πρόσχημα ή και φόβο της επανάληψης αυτής της έκρηξης και μάλιστα με επίκεντρο αυτή τη φορά την πρωτεύουσα, εξαιτίας της απεργίας που είχε προγραμματιστεί για τις 5 Αυγούστου. Στρέφεται, έτσι, από την ίδια την πράξη κήρυξής της κατά της εργατικής τάξης.

Παρά τις προσπάθειές του, το καθεστώς δεν θα κατορθώσει να γίνει αποδεκτό από τον ελληνικό λαό. Ούτε πριν την επιβολή της δικτατορίας ούτε κατά τη διάρκειά της θα μπορέσει να συγκροτηθεί μαζικό φασιστικό κίνημα στην Ελλάδα. Έτσι, καθώς «ένα από τα ουσιώδη γνωρίσματα του φασισμού, σε σχέση με τα άλλα καθεστώτα έκτακτης ανάγκης του καπιταλιστικού κράτους» είναι και η «λαϊκή απήχηση» (1), το καθεστώς της 4ης Αυγούστου δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί φασιστικό. Όπως γράφει ο Άγγελος Ελεφάντης, «η Ελλάδα της δεκαετίας του ’30 δικτατορεύεται, δικτατοροκρατείται αλλά δεν φασιστικοποιείται. Η ιδεολογία των πλατειών λαϊκών μαζών παραμένει και μέσα στη δικτατορία ιδεολογία δημοκρατική-αντιφασιστική. Ο φασισμός δεν πέρασε στην Ελλάδα του μεσοπολέμου» (2).

Με την επιβολή της δικτατορίας μαζί με τα όλα τα άλλα πολιτικά κόμματα τέθηκε εκτός νόμου, αλλά φυσικά και υπό διωγμό, το ΚΚΕ, όπως και όλες οι αριστερές πολιτικές εκφράσεις (σοσιαλιστές, αγροτιστές, αρχειομαρξιστές, τροτσκιστές κ.λπ.). Διαλύθηκαν τα συνδικάτα της ΕΓΣΕΕ και όλες οι άλλες μαζικές οργανώσεις που ελέγχονταν από την Αριστερά. Περίπου 700 αγωνιστές, σχεδόν στο σύνολό τους μέλη του ΚΚΕ, τροτσκιστές και αρχειομαρξιστές, συνελήφθησαν και είτε εξορίστηκαν στα ξερονήσια του Αιγαίου είτε φυλακίστηκαν. Θ’ ακολουθήσουν χιλιάδες άλλες συλλήψεις, στον βαθμό που θα εξαρθρώνεται ο παράνομος μηχανισμός του ΚΚΕ.

Αντιγράφοντας ναζιστικές πρακτικές, η αστυνομία κατάσχει και καίει σε δημόσιες τελετές τα μαρξιστικά βιβλία, ενώ στο πλαίσιο του «Τρίτου Ελληνικού Πολιτισμού» που εξαγγέλλεται δεν έχουν θέση έργα όπως ο «Επιτάφιος» του Περικλή ή η «Αντιγόνη» του Σοφοκλή. Η φασιστικοποίηση της νέας γενιάς επιχειρείται μέσα από τις φάλαγγες της Εθνικής Οργάνωσης Νεολαίας (της διαβόητης ΕΟΝ), αλλά αποτυχαίνει, χάρη στο βάλτωμά της στη διαφθορά και στα βαθιά δημοκρατικά ιδανικά της ελληνικής νεολαίας.

Την πολιτική της δικτατορίας απέναντι στην εργατική τάξη τη χαρακτηρίζει από τη μια η ανελέητη επίθεση κατά των αγωνιστικών πρωτοποριών της και από την άλλη η προσπάθεια διαμόρφωσης κλίματος «κοινωνικής ειρήνης», με κάποιες οικονομικές και θεσμικές παραχωρήσεις. Πρόκειται για μέτρα που «ήταν παλιότερα αιτήματα του συνδικαλιστικού κινήματος και είχαν ωριμάσει οι αντικειμενικοί όροι για τη λύση τους» (3), ενώ υπήρξαν, σε μεγάλο βαθμό, αποτέλεσμα των αγώνων που είχαν συνταράξει την ελληνική κοινωνία λίγο πριν την επιβολή της δικτατορίας. «Τα περισσότερα απ’ αυτά τα μέτρα δεν ήταν ριζοσπαστικού χαρακτήρα, αλλ’ απλώς αμυντικά, συντηρητικά: εμπρός στις αναστατώσεις που προήλθαν από την κρίση και η απλή συντήρηση και επιβίωση των εργαζομένων ήταν επιτυχία»(4).

Τα σημαντικότερα από τα μέτρα αυτά ήταν η λειτουργία του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ), που είχε ιδρυθεί το 1934, και η επέκταση του οχτάωρου σε όλους τους κλάδους.

Η δικτατορία επιβάλλει τη συγχώνευση της ΓΣΕΕ με την ΠΣΕ του Καλύβα, σε μια ενιαία και υπό κρατικό έλεγχο Εθνική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδας, στην οποία εντάσσονταν το 1939 1.199 σωματεία, με 150.000 μέλη, τα οποία γράφονται κατόπιν πιέσεων και με μεθόδους εκφοβισμού (5). Πραγματοποιήθηκε, μάλιστα, και «Συνέδριο» (το 8ο Πανεργατικό), στο οποίο γραμματέας της Συνομοσπονδίας «εκλέχθηκε» ο ήδη διορισμένος από το καθεστώς Αριστείδης Δημητράτος, που ήταν ταυτόχρονα και υφυπουργός Εργασίας.

Για την εξασφάλιση στενότερου ελέγχου και την αποφυγή ενδεχόμενου συντονισμού στην προβολή των όποιων αιτημάτων, διαλύθηκαν οι κλαδικές Ομοσπονδίες και αντικαταστάθηκαν με διορισμένες «Επαγγελματικές Γραμματείες». Με διάταγμα του 1938 προβλεπόταν, μεταξύ άλλων, ο διορισμός από το κράτος των διοικητικών υπαλλήλων των συνδικάτων, η είσπραξη υποχρεωτικών εισφορών από τους εργαζόμενους και η διάθεσή τους στις οργανώσεις από το δημόσιο.

Στα ναζιστικά πρότυπα του «Arbeitsfront» («Μετώπου Εργασίας»), το οποίο εκθειάζεται από τους ειδικούς των εργασιακών σχέσεων (6), διακηρύσσεται η ταυτότητα συμφερόντων εργοδοτών και εργαζομένων στο πλαίσιο της εθνικής ενότητας, εγγυητής της οποίας είναι ο δικτάτορας Μεταξάς, ο οποίος προβάλλεται σαν «Πρώτος Εργάτης», όπως, άλλωστε, και σαν «Πρώτος Αγρότης». Επιπλέον, διοργανώνονται στημένες φιέστες, με παρελάσεις εργαζομένων ενίοτε και ομοιόμορφα ντυμένων, ενώ η Πρωτομαγιά ανακηρύσσεται «Εθνική Εορτή του Έλληνος Εργάτου».

Με την «κρατικοποίηση του διαμεσολαβητικού ή πελατειακού συνδικαλισμού και τη χρησιμοποίηση αρκετών στελεχών του» το κράτος αναδεικνύεται «σε μοναδικό κεντρικό μεσολαβητή μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων και εγγυητή της εργατικής αμοιβής και απασχόλησης (…) Ωστόσο σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία δεν προκύπτει ότι το καθεστώς της 4ης Αυγούστου ήταν περισσότερο αντεργατικό από εκείνο των προηγουμένων κυβερνήσεων του μεσοπολέμου» (7).

Πριν ακόμη επιβληθεί η δικτατορία, με τον Α.Ν. της 16/11/1935, είχε οριστεί η υποχρεωτική κρατική διαιτησία στις εργασιακές διαφορές. Πρόκειται για ένα θεσμό που από παλιά επιχειρούνταν να καθιερωθεί και σ’ αυτή την κατεύθυνση ιδιαίτερη προσπάθεια είχε καταβάλλει η δικτατορία Πάγκαλου. Συναντούσε, όμως, την αντίθεση των εργοδοτών. Όπως επισημαίνεται (8), οι εργοδότες αντιτάχθηκαν στην εφαρμογή της υποχρεωτικής διαιτησίας του κράτους στις εργασιακές διαφορές κι έγιναν «υπέρμαχοι της ελεύθερης λειτουργίας των μηχανισμών της αγοράς» σε συνθήκες που η προσφορά εργασίας υπερκάλυπτε τη ζήτηση. Όσο κι αν ο θεσμός αυτός λειτούργησε αργότερα περιοριστικά για τις διεκδικήσεις της εργατικής τάξης ήταν οι εργαζόμενοι κι οι αγώνες τους που τον επέβαλαν το 1935. Τον κατοχύρωσε ένα καθεστώς έκτακτης ανάγκης, το καθεστώς Κονδύλη, και τον εφάρμοσε ένα άλλο ανάλογο, η δικτατορία Μεταξά.

Φυσικά, οι υποχρεωτικές συμβάσεις δεν λειτούργησαν πάντα προς όφελος των εργαζομένων. Εξάλλου, δεν καθιερώθηκε κατώτερο όριο ημερομισθίου, δίνοντας, έτσι, τη δυνατότητα στους εργοδότες να αυθαιρετούν, σε συνθήκες κατά τις οποίες το πρόβλημα της ανεργίας παρέμενε σοβαρό. Για την αντιμετώπισή του, μάλιστα, ψηφίστηκε ο Ν. 2.000 του 1939, που θέσπιζε την «εκ περιτροπής εργασία», έτσι ώστε τις συνέπειές της να τις μοιράζονται οι ίδιοι οι εργαζόμενοι.

Κατά την περίοδο της μεταξικής δικτατορίας το βιοτικό επίπεδο της μεγάλης πλειονότητας του ελληνικού λαού παρέμενε εξαιρετικά χαμηλό και η κοινωνική ανισότητα χαώδης. Αυτό προκύπτει και από τα στοιχεία που παραθέτει ο Χρυσός Ευελπίδης, σχετικά με την κατανομή του εισοδήματος το 1939 (9):

Οικογένειες    Ετήσιο εισόδημα σε δραχμές

630.208             20.000

632.768             40.000

271.404             80.000

66.897              140.000

31.173              280.000

6.048                500.000

2.602                1.000.000

900                   πάνω από 1.000.000

ΤΟ ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ ΚΑΙ Η ΑΝΤΙΔΙΚΤΑΤΟΡΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ

Όπως είδαμε, η επιβολή της δικτατορίας βρίσκει το εργατικό κίνημα σε αδυναμία αντιμετώπισής της. Κι αυτό, παρά το ότι από χρόνια το ΚΚΕ και οι άλλες αριστερές δυνάμεις προειδοποιούσαν για τον κίνδυνο αντιδημοκρατικής εκτροπής.

Τα αλλεπάλληλα χτυπήματα της Ασφάλειας σε βάρος του κομματικού μηχανισμού εξαρθρώνουν σταδιακά το μεγαλύτερο μέρος του, ενώ οι συλλαμβανόμενοι αριστεροί, στη μεγάλη τους πλειονότητα μέλη του ΚΚΕ ή και απλοί συμπαθούντες, επιχειρείται, υπό την απειλή ή κατόπιν βασανιστηρίων, να υπογράψουν δηλώσεις αποκήρυξης του κομμουνισμού. Ο υφυπουργός Δημόσιας Τάξης, ο διαβόητος Κωνσταντίνος Μανιαδάκης, ήταν σαφής ως προς τη σκοπιμότητα αυτών των δηλώσεων:

«Ίνα μη δε θεωρηθή ότι η δημοσία αποκήρυξις της κομμουνιστικής ιδεολογίας υπό των μετανοούντων οπαδών της Τρίτης Διεθνούς ενέχει πλατωνικόν χαρακτήρα, ανώδυνον δια τας κομμουνιστικάς τάξεις, το ελληνικόν υφυπουργείον καθιέρωσεν ως μέτρον βάσεως της ειλικρινείας παρομοίων δηλώσεων μετανοίας, την πλήρη εξιστόρησιν των συνεργατών των και την εξονυχιστικήν διαλεύκανσιν παντός σημείου, όπερ ήθελεν υποβοηθήσει τας αστυνομικάς αρχάς εις την αποκάλυψιν αγνωστών εις αυτάς κομμουνιστών» (10).

Υπολογίζεται ότι από τα ανακριτικά γραφεία της αστυνομίας πέρασαν κατά την περίοδο της δικτατορίας 80-90.000 άτομα (11), ήτοι πολύ περισσότερα από τους 73.500 ψηφοφόρους του ΚΚΕ στις εκλογές του Ιανουαρίου 1936. Φαίνεται πως δεν ζητήθηκε να υπογράψουν όλοι αυτοί, καθώς όσοι υπέγραψαν αναφέρεται πως ήταν 47.000 (12). Η έκταση της αποδιάρθρωσης του κομματικού μηχανισμού του ΚΚΕ γίνεται αντιληπτή αν πάρουμε υπόψη ότι τις μέρες της κατάρρευσης της δικτατορίας, με την εισβολή των Γερμανών στην Ελλάδα, τον Απρίλιο 1941, υπήρχαν περίπου 1.870 κρατούμενοι (που είχαν αρνηθεί να υπογράψουν) και όχι περισσότερα από 200 μέλη παράνομων οργανώσεων.

Ενώ μετά το 1939 το σύνολο, σχεδόν, των μελών της Κεντρικής Επιτροπής έχει συλληφθεί και την καθοδήγηση μικρού μέρους του ούτως ή άλλως ισχνού παράνομου μηχανισμού έχει αναλάβει ολιγομελής ομάδα στελεχών, γνωστή ως «Παλιά Κεντρική Επιτροπή», η Ασφάλεια έχει στήσει παράλληλη «Προσωρινή Διοίκηση του ΚΚΕ», από στελέχη που πέρασαν στην υπηρεσία της. Η σύγχυση που είχε δημιουργηθεί και η χαφιεδοφοβία ήταν τέτοιας έκτασης ώστε να εγείρονται (αδικαιολόγητες, όπως αποδείχτηκε αργότερα) υποψίες και κατά της «Παλιάς Κ.Ε.», ενώ ακόμη και ο φυλακισμένος ηγέτης του κόμματος Νίκος Ζαχαριάδης είχε εξαπατηθεί και για κάποιο διάστημα θεωρούσε πιστή στο κόμμα την «Προσωρινή Διοίκηση».

Παρά τα ισχυρά πλήγματα που δέχτηκε από την πρώτη μέρα της επιβολής της δικτατορίας, το ΚΚΕ επιδίωξε από τη βαθιά παρανομία την οργάνωση της αντιδικτατορικής αντίστασης και τη διεξαγωγή της σε συνεργασία με τις άλλες δημοκρατικές πολιτικές δυνάμεις. Εντούτοις, μόνο στον χώρο του νεολαιίστικου κινήματος επιτεύχθηκε κάτι τέτοιο, με την ίδρυση του Αντιδικτατορικού Μετώπου Νέων, που έδρασε στα 1937-38 και διαλύθηκε μετά την εξάρθρωση του παράνομου μηχανισμού της ΟΚΝΕ. Η μεγάλη πλειονότητα των αστών πολιτικών όχι μόνο απέρριπτε αυτές τις προτάσεις συνεργασίας, αλλά και επιδίωκε τον συμβιβασμό με τον βασιλιά, προτείνοντάς του τις δικές της υπηρεσίες στο πλαίσιο μιας ελεγχόμενης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, στην οποία δεν θα είχε θέση το ΚΚΕ, θα εξακολουθούσαν να απαγορεύονται οι απεργίες και η ελεύθερη έκφραση μέσω του Τύπου κ.λπ. (13).

Σε συνθήκες απαγόρευσης κάθε συνδικαλιστικής δραστηριότητας, πέραν της κρατικά ελεγχόμενης, διάλυσης των αγωνιστικών οργανώσεων του μαζικού κινήματος, διώξεων κατά της Αριστεράς και αποδιοργάνωσης του ΚΚΕ, δεν παρουσιάζεται αυτά τα χρόνια εργατικό διεκδικητικό κίνημα. Εντούτοις, κάποιες αυθόρμητες κινητοποιήσεις έγιναν, το 1938 κυρίως, από τους καπνεργάτες της Θεσσαλονίκης, τους μυλεργάτες του Πειραιά, τους εργάτες οινοποιίας της Αθήνας κ.ά. Κυρίως, όμως, η αντίσταση στη δικτατορία και ο αγώνας για την υπεράσπιση των εργασιακών δικαιωμάτων γίνεται με τρόπους έμμεσους. Με μποϊκοτάρισμα των καθεστωτικών εκδηλώσεων και άρνηση συμμετοχής σ’ αυτές με διάφορα προσχήματα, με επιβράδυνση των ρυθμών παραγωγής, αλλά και με τη βοήθεια σε οικογένειες κρατούμενων ή διωκόμενων κομμουνιστών κ.λπ.

Έτσι, μέχρι και την κατάρρευση του καθεστώτος δεν θα εμφανιστεί μαζικό εργατικό κίνημα. Η ήττα του ’36 ήταν συντριπτική και η εργατική τάξη θ’ αργήσει να συνέλθει από τις συνέπειές της. Θα χρειαστεί να μεσολαβήσει η πλήρης αλλαγή της γενικότερης κατάστασης, ο πόλεμος και η Κατοχή, για να ξαναβγεί στο προσκήνιο.

Όταν, όμως, βγει και πάλι, οι αγώνες του Μεσοπολέμου και το αποκορύφωμά τους, ο Μάης του ’36, θα έχουν χρησιμεύσει ως μεγάλα σχολεία της ταξικής πάλης. Περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο, η μεγάλη συμμετοχή της εργατικής τάξης στο κίνημα της Εθνικής Αντίστασης, η κατάκτηση της ηγεμονίας σ’ αυτό και η δυναμική της κοινωνικής επανάστασης που εμπεριείχε ο εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας, μόλις λίγα χρόνια μετά από τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου, αποτελούν και την απόδειξη ότι η εργατική τάξη της Ελλάδας όχι μόνο δεν φασιστικοποιήθηκε, αλλά και ωρίμασε, μέσα και απ’ αυτή την οδυνηρή εμπειρία, για τη διεκδίκηση μιας άλλης προοπτικής.


1. Νίκος Πουλαντζάς, Φασισμός και δικτατορία. Η Κομμουνιστική Διεθνής αντιμέτωπη στο φασισμό – Ολκός, Αθήνα 1975, σ. 159.

2. Άγγελος Ελεφάντης, Η επαγγελία της αδύνατης επανάστασης. ΚΚΕ και αστισμός στο μεσοπόλεμο – Ολκός, Αθήνα 1976, σ. 201.

3. Κώστας Σεφέρης, Ελληνικό συνδικαλιστικό κίνημα 1860-1975 – δ΄ έκδ. Νέα Αριστερά, Αθήνα 1977, σ. 65.

4. Κώστας Βεργόπουλος, Εθνισμός και οικονομική ανάπτυξη. Η Ελλάδα στο μεσοπόλεμο – Εξάντας, Αθήνα 1978, σ. 95-96.

5. Κώστας Σεφέρης, ό.π., σ. 65. Ο Χρυσός Ευελπίδης (Οικονομική και κοινωνική ιστορία της Ελλάδος – β΄ έκδ. Παπαζήσης, Αθήνα 1950, σ. 106) αναφέρει ότι οι υποχρεωτικά συνδικαλισμένοι εργάτες το 1939 ήταν 269.000.

6. Βλ., π.χ., Γεώργιος Τρίμης, Η ρύθμισις των εργατικών σχέσεων εν τη σημερινή Γερμανία – Επιθεώρησις Κοινωνικής και Δημοσίας Οικονομικής, Αθήνα 1937.

7. Χρήστος Ιωάννου, Μισθωτή απασχόληση και συνδικαλισμός στην Ελλάδα – Ίδρυμα Μεσογειακών Μελετών, Αθήνα 1989, σ. 61-62.

8. Χρήστος Χατζηιωσήφ, Βενιζελισμός και εκσυγχρονισμός – Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 1988, σ. 296.

9. Χρυσός Ευελπίδης, ό.π., σ. 112.

10. Σπύρος Λιναρδάτος, Η 4η Αυγούστου – Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις 1967, σ. 65.

11. Αντόνιο Σολάρο, Ιστορία του ΚΚΕ – Πλειάς, Αθήνα 1975, σ. 106.

12. Τον αριθμό αυτό δίνει το γαλλόφωνο όργανο του καθεστώτος «Le messager d’ Athenes» στις 20/8/1939 (Σωτήρης Κωστόπουλος, Η αμφιλεγόμενη πενταετία. Η πορεία του ΚΚΕ στα χρόνια 1936-1941 – Στοχαστής, Αθήνα 1983, σ. 68).

13. Γρηγόριος Δαφνής, Η Ελλάς μεταξύ δύο πολέμων 1923-1940 – Ίκαρος, Αθήνα 1955, τ. Β΄, σ. 441.