Εργαζόμενοι στις τράπεζες και «κοινωνικός έλεγχος» των τραπεζών

Από το Νίκο Παπατριανταφύλλου, μέλος εκτελεστικής γραμματείας ΟΤΟΕ

Η αδυναμία του εγχώριου τραπεζικού συστήματος να ορθοποδήσει μετά από 3 διαδικασίες ανακεφαλαιοποίησής του, που κόστισαν στο δημόσιο πάνω από 40 δις με τη μορφή κεφαλαιακών ενισχύσεων και αρκετά ακόμη δις σε παροχή εγγυήσεων, αποδεικνύει ότι η συνταγή που ακολουθήθηκε ήταν εσφαλμένη. Τραπεζικά στελέχη δεν κρύβουν την αγωνία τους για τον επόμενο κύκλο stress test, που θα διενεργηθεί στα μέσα του 2018, έστω κι αν διαβεβαιώνουν, ότι οι τράπεζες είναι έτοιμες ακόμη και για τα δυσμενέστερα σενάρια των συγκεκριμένων προσομοιώσεων. Ενώ και η όποια κερδοφορία που ανακοινώνεται, κατά βάση οφείλεται στη λογιστική πατέντα του “αναβαλλόμενου φόρου”.

Η ουσία είναι, ότι οι τράπεζες αδυνατούν μέχρι σήμερα να παίξουν τον οικονομικό τους ρόλο, που συνίσταται στην παροχή χρηματοδότησης στην παραγωγική σφαίρα της οικονομίας και την προστασία και εγγύηση της λαϊκής αποτεμίευσης. Το πρόβλημα αυτό είναι αμφίδρομα αλληλένδετο με τη συνέχιση και εμβάθυνση των υφεσιακών πολιτικών που εφαρμόζονται με τα Μνημόνια. Την ίδια ώρα, οι αναζητούμενες λύσεις για την σταθερότητα των τραπεζών έχουν ως προϋπόθεση ένα “αναπτυξιακό σοκ”, το οποίο όμως, με βάση μια ορθολογική οικονομική προσέγγιση, προκύπτει αντίστροφα. Όχι ως προϋπόθεση, δηλαδή, αλλά ως αποτέλεσμα της μεγέθυνσης του διαθέσιμου εισοδήματος στην κοινωνία, της ενίσχυσης του Προγράμματος Δημόσιων Επενδύσεων και της παροχής ρευστότητας και παραγωγικών πιστοδοτήσεων από τις τράπεζες.

Επιπρόσθετα, με την τρίτη ανακεφαλαιοποίηση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ, ολοκληρώθηκε η εκχώρηση του ελέγχου σχεδόν του συνόλου των συστημικών τραπεζών στο διεθνές επιθετικά κερδοσκοπικό κεφάλαιο, καθώς και η θεσμοθέτηση της λειτουργίας του λεγόμενου “γκρίζου τραπεζικού τομέα” με την ίδρυση εταιριών “διαχείρισης” προβληματικών απαιτήσεων από χρηματοδοτήσεις. Εξελίξεις, που οπωσδήποτε θα επιφέρουν συνέπειες τόσο στο κοινωνικό επίπεδο, όσο και στις όποιες συνθήκες ανάπτυξης της παραγωγικής δραστηριότητας μελλοντικά, στο βαθμό που οι αποφάσεις για χρηματοδότηση κλάδων και εκμεταλλεύσεων θα υπηρετούν όχι ένα εθνικό σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης, αλλά αλλότριους σχεδιασμούς και συμφέροντα.

Μέσα στο συγκεκριμένο πλαίσιο, θα επιχειρήσουμε μια ιδιαίτερη ανάλυση της θέσης των εργαζόμενων στις τράπεζες, καθώς και του ρόλου που μπορεί και πρέπει να αναλάβουν κάνοντας και δική τους υπόθεση της εθνικοποίηση και τον κοινωνικό έλεγχο των τραπεζών.

Οι εργασιακές σχέσεις στις τράπεζες μετά τις ανακεφαλαιοποιήσεις

Σε επίπεδο κλάδου, οι ρυθμισμένες εργασιακές σχέσεις έχουν υποστεί τα τελευταία χρόνια συνεχή υποβάθμιση, πέρα από τις επιπτώσεις που επέφερε η μνημονιακή νομοθεσία. Μπορεί η ΟΤΟΕ να εκφράζει την ικανοποίησή της διότι έχει διατηρηθεί η Κλαδική ΣΣΕ, μία από τις ελάχιστες που απέμειναν, αυτό όμως έγινε με την αποδοχή εκ μέρους της μισθολογικών μειώσεων της τάξης 10%, ποσοστό έφτασε και σε κάποιες περιπτώσεις ξεπέρασε το 20% με τις επακόλουθες Επιχειρησιακές Συμβάσεις, όπου αυτές υπογράφηκαν. Ακόμη και συμβατικές υποχρεώσεις σε τράπεζες που συγχωνεύθηκαν, βαφτίζονται πλέον “οικειοθελείς παροχές” και περικόπτονται.

Διαστάσεις κανόνα και όχι εξαίρεσης έχει πάρει η αδήλωτη υπερωριακή απασχόληση μεγάλου αριθμού εργαζομένων στον κλάδο. Χωρίς να βρίσκει επαρκείς αντιστάσεις σε συνδικαλιστικό επίπεδο, η εργοδοτική αυθαιρεσία έχει επιβάλλει την εργασία σε ωράρια αυθαίρετα και σε κάθε περίπτωση εκτός του καθορισμένου κλαδικού ωραρίου. Φαινόμενο που διευρύνεται ολοένα και περισσότερο, ακριβώς επειδή μέσα σε μια 10ετία ο πληθυσμός των εργαζομένων στον κλάδο έχει μειωθεί κατά 30%. Η αυθαιρεσία, ασφαλώς, επεκτείνεται σε όλο το φάσμα των συμβατικών και κανονιστικών υποχρεώσεων των τραπεζών απέναντι στο προσωπικό τους.

Στα πλαίσια των πλάνων αναδιάρθρωσης, των ιδιαίτερων μνημονίων δηλαδή που έχουν συναφθεί για κάθε συστημική τράπεζα που έλαβε κεφαλαιακή ενίσχυση από το ΤΧΣ, υπάρχουν σαφείς ρήτρες για τον περαιτέρω περιορισμό του μισθολογικού κόστους, τον περιορισμό των δραστηριοτήτων, τη μείωση του προσωπικού, τη μείωση των θέσεων εργασίας και την εκποίηση ακόμη και στρατηγικού χαρακτήρα θυγατρικών επιχειρήσεων. Ρήτρες, οι οποίες θα πρέπει να ικανοποιηθούν συνολικά μέχρι το τέλος του 2018.

Το μέλλον της τραπεζικής: Ψηφιοποίηση – Εκχώρηση αντικειμένων

Σε ένα δεύτερο επίπεδο, πέρα από τους όρους των πλάνων αναδιάρθρωσης, μας απασχολεί η προοπτική που διαγράφεται για την τραπεζική στη χώρα και διεθνώς. Ένα μέλλον με άμεσες, δυσμενείς εξελίξεις για την εργασία στον κλάδο, η οποία απειλείται τόσο από την τάση ψηφιοποίησης των τραπεζικών υπηρεσιών, όσο και από τη διευρυνόμενη εκχώρηση αντικειμένων τραπεζικής εργασίας σε μη τραπεζικές επιχειρήσεις.

Τους τελευταίους μήνες οι εγχώριες τράπεζες προβαίνουν σε προμήθειες υψηλής τεχνολογίας λογισμικού, με εφαρμογές ρομποτικής και ψηφιακής τραπεζικής. Τέτοια λογισμικά κοστίζουν ετησίως όσο ίσως 10 τραπεζοϋπάλληλοι και υποκαθιστούν εργασία εκατοντάδων ή και χιλιάδων εργαζόμενων. Ήδη λειτουργούν στις τράπεζες ειδικές διευθύνσεις “ψηφιακού μετασχηματισμού”. Ενώ στελέχη τραπεζών διασπείρουν την απειλή, ότι το προσωπικό είναι ήδη πλεονάζον και οι θέσεις εργασίας θα πρέπει να μειωθούν στο άμεσο μέλλον κατά 10000 τουλάχιστον, λόγω της εξέλιξης αυτής. Γεγονός που προφανώς συνδυάζεται με τη συστηματική πίεση για την αλλαγή του καθεστώτος και των ορίων για τις ομαδικές απολύσεις. Στο έωλο επιχείρημα που εμφανίζεται, ότι δήθεν τα συστήματα αυτά καταργούν μεν συγκεκριμένες θέσεις εργασίας, δημιουργούν ωστόσο άλλες, η απάντηση είναι ότι ακόμη κι αν αυτό συμβαίνει, ο βαθμός αναπλήρωσης των χαμένων θέσεων εργασίας είναι υποπολλαπλάσιος. Ενώ και οι όποιες νέες θέσεις δημιουργούνται, δεν αφορούν σε εξειδικευμένο τραπεζικό προσωπικό με τη γνώση και την υπηρεσιακή ευθύνη που απαιτείται, αλλά σε χειριστές και συντηρητές λογισμικών συστημάτων.

Παράλληλα διευρύνεται η πρακτική του outsourcing, στο βαθμό που οι τράπεζες αναθέτουν ολόκληρα κομμάτια δραστηριότητας σε εργολαβίες, απασχολώντας ενοικιαζόμενο προσωπικό με διαφορετικές, δυσμενέστερες κατά κανόνα, εργασιακές σχέσεις. Ενώ ταυτόχρονα, με βάση και την πολιτική επιδίωξη που εμπεδώνεται στα πλάνα αναδιάρθρωσης, κατεξοχήν τομείς της τραπεζικής εργασίας εκχωρούνται σε εκτός κλάδου εταιρίες, όπως ήδη αναλύθηκε στην περίπτωση της διαχείρισης των “κόκκινων δανείων”, όπου παρεμπιπτόντως σήμερα απασχολούνται πάνω από 10000 τραπεζοϋπάλληλοι.

Οι εξελίξεις αυτές προδιαγράφουν ένα σκοτεινό μέλλον για τους εργαζόμενους στις τράπεζες, το οποίο είναι συνυφασμένο με το σκοτεινό μέλλον ολόκληρης της κοινωνίας, για όσο συνεχίζεται ο εγκλωβισμός μιας ολόκληρης χώρας στις μνημονιακές πολιτικές από όσους αρνούνται να υπηρετήσουν μια εναλλακτική πολιτική ρήξης. Είναι, δε, σαφές, ότι δανειστές, ΕΚΤ, ESM και ξένο κεφάλαιο που ήδη έχει λάβει στρατηγική τοποθέτηση, επιδιώκουν έναν τραπεζικό τομέα μικρό, δήθεν “ευέλικτο”, απαλλαγμένο από το βαρίδιο της ευθύνης προς την κοινωνία, εξαρτημένο από τα συμφέροντά τους, να λειτουργεί ως μηχανισμός ασφυκτικού ελέγχου της παραγωγικής δραστηριότητας και της κυκλοφορίας του χρήματος.

Υπόθεση και των εργαζομένων η εθνικοποίηση και κοινωνικοποίηση των τραπεζών

Η Λαϊκή Ενότητα έχει ως κεντρική της θέση, στην πρόταση διεξόδου της χώρας από τα Μνημόνια και το ασφυκτικό νεοφιλελεύθερο πλαίσιο της ευρωζώνης, την ανάγκη εθνικοποίησης του τραπεζικού συστήματος, ώστε αυτό να υπηρετεί αποκλειστικά το κοινωνικό συμφέρον και τις συναφείς ανάγκες, όπως και ένα εθνικό σχέδιο για την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας.

Με βάση την προβληματική που κατατέθηκε προηγούμενα, η θέση αυτή μπορεί και πρέπει να γίνει υπόθεση και των εργαζόμενων στις τράπεζες. Όχι στη βάση μιας συντεχνιακής αντίληψης που επιζητά μια “όαση” για το εργασιακό περιβάλλον και τις ρυθμισμένες εργασιακές σχέσεις της. Αλλά σε μια άλλη, προοδευτική και ριζοσπαστική βάση, για τη διεκδίκηση ενός τραπεζικού συστήματος που δεν θα απομυζά την κοινωνία για την παραγωγή κερδών προς εξαγωγή, αλλά θα εγγυάται τη λαϊκή αποταμίευση, θα στηρίζει το δικαίωμα στην κατοικία, θα ρυθμίζει τις ανεξόφλητες υποχρεώσεις με κοινωνικούς και βιώσιμους όρους, θα στηρίζει με σχέδιο και διαφάνεια την εγχώρια παραγωγή και τη δημιουργία θέσεων εργασίας, και ταυτόχρονα θα διασφαλίζει αξιοπρεπείς εργασιακές σχέσεις στους εργαζόμενους σε αυτό.

Προφανώς και μια τέτοια προοπτική για το εγχώριο τραπεζικό σύστημα δεν μπορεί να συμβεί σε όρους εξάρτησης και στενής εποπτείας του από την ΕΚΤ στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Τραπεζικής Ενοποίησης. Από την άλλη, όμως, η υπαγωγή των τραπεζών στον έλεγχο του δημοσίου και της κυβέρνησης, δεν διασφαλίζει από μόνη της ότι θα κατακτηθεί και εμπεδωθεί στην πράξη η συγκεκριμένη προοπτική για τη λειτουργία του τραπεζικού συστήματος. Κρίσιμο ρόλο και καθήκον στην υπόθεση αυτή έχει ο κοινωνικός έλεγχος των τραπεζών με τη συμμετοχή των εργαζομένων.

Ο Κοινωνικός έλεγχος των τραπεζών με τη συμμετοχή των εργαζομένων

Στον κλάδο των τραπεζών υπάρχει παράδοση 3 δεκαετιών από τη συμμετοχή εκπροσώπων των εργαζομένων στα Διοικητικά Συμβούλιά τους. Η θεσμική αυτή εκπροσώπηση στηρίχθηκε στο νομικό πλαίσιο περί “κοινωνικοποίησης”, όπως είχε εισαχθεί από τις τότε κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ. Προφανώς κουτσουρεμένο στη σύλληψη και την εφαρμογή του, στη λογική της σοσιαλδημοκρατικής ενσωμάτωσης πριν την οριστική μετάλλαξή της. Διότι η εν λόγω δήθεν “κοινωνικοποίηση” δεν απέδωσε στην πράξη όσα υποννοεί ο όρος. Στην καλύτερη των περιπτώσεων τέθηκαν στο επίπεδο του Δ.Σ. ζητήματα εργασιακών σχέσεων και σε ελάχιστες περιπτώσεις ζητήματα στρατηγικών επιλογών (όπως π.χ. η υπόθεση της Finansbank στην ΕΤΕ), ενώ ποτέ δεν απασχόλησε τους συνδικαλιστικούς φορείς και τους ίδιους τους εργαζόμενους, το πως μέσω της εκπροσώπησής τους μπορούν να ασκήσουν ουσιαστικό έλεγχο για την υπεράσπιση του δημόσιου συμφέροντος. Αντίθετα, τα τελευταία χρόνια σημειώθηκε ακόμη και η αποδοχή από πλευράς των εκπροσώπων των εργαζομένων του μνημονιακού πλαισίου και των πλάνων αναδιάρθρωσης των τραπεζών.

Όταν σήμερα κάνουμε λόγο για ανάγκη κοινωνικού ελέγχου στις εθνικοποιημένες τράπεζες, δεν έχουμε στο πίσω μέρος του μυαλό μας το συγκεκριμένο ξεπερασμένο μοντέλο. Απεναντίας, αντιλαμβανόμαστε ένα εντελώς διαφορετικό πλαίσιο, σύμφωνο με τις ιδεολογικές καταβολές μας. Ο κοινωνικός έλεγχος που θέλουμε πρέπει να βασίζεται στη συμμετοχή των εργαζομένων στις τράπεζες, να είναι ουσιαστικός και να αφορά συνολικά τη λειτουργία της τράπεζας, εστιάζοντας στους παρακάτω άξονες:

  • τον έλεγχο της πολιτικής και της στρατηγικής που εφαρμόζει η κυβέρνηση στο τραπεζικό σύστημα και το βαθμό προσαρμογής του στην εξυπηρέτηση των κοινωνικών αναγκών και του ευρύτερου δημόσιου συμφέροντος.

  • την εξασφάλιση διαφάνειας στις πιστοδοτήσεις, την αποτροπή ενός νέου κύκλου “θαλασσοδανείων”, την στόχευση στην εξυπηρέτηση ενός συγκεκριμένου σχεδίου παραγωγικής ανασυγκρότησης.

  • την προστασία της κοινωνίας και του συναλλασσόμενου κοινού από τυχόν αυθαιρεσίες, καταχρηστικούς όρους, μη εφαρμογή κοινωνικών κριτηρίων κατά τη διαδικασία είσπραξης-ρύθμισης οφειλών, και υπερτιμολόγηση των υπηρεσιών.

  • τη μη μετατροπή των τραπεζών σε μηχανισμούς ρουσφετιών και ευνοιοκρατίας.

  • τη διαμόρφωση των όρων που ασκείται ο κοινωνικός έλεγχος με βάση τις αρχές της δημοκρατίας, της συμμετοχικότητας και της λογοδοσίας.

  • την διασφάλιση ενός αξιοπρεπούς περιβάλλοντος εργασίας με εφαρμογή των διατάξεων των κανονισμών και των συλλογικών συμβάσεων.