Το δημοσιονομικό και επιχειρηματικό πλεόνασμα και η λαϊκή του αντιμετώπιση

Από τον Ανέστη Ταρπάγκο

Στον πολιτικό ρόλο της κυβέρνησης του μεταλλαγμένου ΣΥΡΙΖΑ, όταν επιχειρείται να γίνει λόγος για τις λαϊκές τάξεις, η αναφορά επικεντρώνεται στους «αδύναμους», στους «φτωχούς», στις «ευπαθείς» κοινωνικές ομάδες.

Η συνεχής συμπίεση της εργατικής δύναμης προς τα κάτω

Η ασκούμενη πολιτική διακηρύσσεται ότι επιδιώκει την προστασία αυτών των στρωμάτων με την εφαρμογή μιας «ανθρωπιστικής» πολιτικής που περιλαμβάνει κάποια συσσίτια, και ορισμένες επιδοτήσεις διαβίωσης, ενοικίου, ρεύματος κ.ά. Σ’ αυτή την κατεύθυνση τοποθετείται και η εφάπαξ χορήγηση συμπληρώματος στις κατώτατες συντάξεις το 2016, όπως και η υπόσχεση για την χορήγηση «κοινωνικού μερίσματος» προς το τέλος του 2017. Πάντα γίνεται λόγος για τα «κατώτατα» εισοδήματα από μισθούς και συντάξεις, που ωστόσο είναι αποτέλεσμα της πολιτικής παρατεταμένης λιτότητας ολόκληρης της τελευταίας επταετίας και στα όποια «φιλανθρωπικά» μέτρα προσδίδεται ο χαρακτήρας του θετικού κοινωνικού πρόσημου. Ακόμη και αναφορικά με την μείωση των συντάξεων που γίνεται in cool blοοde, προβάλλεται ο κυβερνητικός ισχυρισμός ότι θα μειωθούν κατά το ένα – πέμπτο, μόνον οι συντάξεις που είναι υψηλότερες των κατώτατων ορίων, και έτσι δεν θα θιγεί το σύνολο των συντάξεων, που από ένα όριο και πάνω θεωρούνται «υψηλές».

Σ’ αυτή την κυβερνητική φιλολογία η ύπαρξη και ο ρόλος των μισθωτών εργαζομένων, των ανέργων, των νέων της παντελούς έλλειψης επαγγελματικών προοπτικών απασχόλησης κλπ., όλα αυτά που έχουν ένα σαφές εργατικό ταξικό πρόσημο εξαφανίζονται. Έτσι ο άνεργος θεωρείται «αδύναμος», ο εργαζόμενος με τις αμοιβές εξαθλίωσης «φτωχός», ο νέος που στερείται εργασίας «ευπαθής», ενώ οι υπόλοιποι θεωρείται ότι μπορούν να ανταποκρίνονται στις ζωτικές ανάγκες τους. Η ολοσχερής μετατόπιση του ΣΥΡΙΖΑ στην ακραία νεοφιλελεύθερη πολιτική, η επίγνωση των ωμών και δυσμενών επιπτώσεών της, τον οδηγεί σε μια συστηματική εκστρατεία προβολής της «αριστεροφροσύνης» του, και για να διατηρήσει ορισμένες λαϊκές του εκπροσωπήσεις, και για να διαμορφώσει μια εικόνα για τον εαυτό του ως πολιτική δύναμη που «θέλει» να λειτουργήσει προοδευτικά, αλλά δεν τον αφήνουν οι κέρβεροι της αστικής πολιτικής (ελληνικής και ευρωπαϊκής), αλλά παρόλα αυτά κατορθώνει και ασκεί μια πολιτική με «ανθρωπιστικά» χαρακτηριστικά.

Από μια γενική άποψη χρησιμοποιείται ένα κατώτατο επίπεδο στο οποίο επιδιώκεται να συγκεντρωθούν όλα τα μεγέθη που αφορούν την μισθωτή εργασία : Οι συντάξεις που έχουν υποστεί ήδη μειώσεις της τάξης του 40% στα προηγούμενα χρόνια πρόκειται να μειωθούν παραπέρα κατά 18% από την αρχή του 2019, με στόχο το σύνολο των συντάξεων να μειωθεί στα έσχατα όρια (εθνική σύνταξη + αναλογική), με την κατάργηση της προσωπικής διαφοράς, που είχε εντούτοις ψηφιστεί η διατήρησή της τον Μάιο του 2016. – ΟΙ μισθοί που η ανεργία και η καπιταλιστική κρίση έχουν μειώσει σημαντικά, και που τα κατώτατα όριά τους (που συμπαρασύρουν και τις υπόλοιπες αμοιβές) έχουν φτάσει στο επίπεδο των 500 ευρώ, ένα πρότυπο που επιδιώκεται να επεκταθεί στο μεγαλύτερο μέρος του εργατικού δυναμικού. – Το αφορολόγητο όριο οδηγείται σε επίπεδα κάτω των 6.000 ευρώ, που σημαίνει ότι ακόμη και σε εργαζόμενους της κατώτατης μισθολογικής κλίμακας θα επιφορτιστούν νέα φορολογικά βάρη, στα οποία και δεν μπορούν να ανταποκριθούν λόγω του εξαιρετικά χαμηλού εισοδήματός τους. – Οι συλλογικές συμβάσεις, ακόμη και αν τεθεί σε λειτουργία η συλλογική διαπραγμάτευση, θα επιβάλουν μισθούς ακριβώς των 500 ευρώ, εξ αιτίας της παραλυτικής πίεσης της ανεργίας, εφόσον σε περιόδους όπως η σημερινή, με ανεργία τουλάχιστον στο 25%, η όποια διαπραγματευτική ισχύς των σωματείων είναι σχεδόν μηδενική.

Στο στόχαστρο το δημοσιονομικό και επιχειρηματικό πλεόνασμα

Η λογική του «κατώτατου» έχει κυριαρχήσει παντού, φέρνοντας στην επιφάνεια ένα συνεχή κοινωνικό «εξισωτισμό» προς τα κάτω, και πυροδοτώντας ισχυρές τάσεις ανταγωνισμού και αντιπαράθεσης στο ίδιο το εσωτερικό των λαϊκών τάξεων. Αντί της αναδιανομής εισοδήματος προς όφελος της εργατικής τάξης και σε βάρος του κερδοφόρου επιχειρηματικού κεφαλαίου, επιχειρείται συστηματικά η «αναδιανομή της φτώχειας», εφόσον η αστική τάξη παραμένει στο απυρόβλητο. Η τάση αυτή του «εξισωτισμού» προς τα κάτω στην σημερινή περίοδο, όπου συνεχίζεται να χρησιμοποιείται για την ελαχιστοποίηση του κόστους της εργατικής δύναμης καθώς και για την συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις των οργάνων της ευρωπαϊκής καπιταλιστικής διεθνοποίησης, αποδεικνύεται εντελώς αβάσιμη. Η ελληνική οικονομία διαθέτει έναν επιχειρηματικό τομέα του οποίου η κερδοφορία έχει ανακάμψει φτάνοντας συνολικά τα 13 δισεκατ. ευρώ καθαρά κέρδη για το 2015, ενώ έχει επιτευχθεί ένα πρωτογενές πλεόνασμα του 4,2%, που αντιστοιχεί στα 6,5 δισεκατ. ευρώ, έναντι της υποχρέωσης του τρίτου μνημονίου για πρωτογενές πλεόνασμα του 0,5%, πράγμα που σημαίνει τη δυνατότητα διάθεσης τουλάχιστον 2,6 δισεκατ. ευρώ ετησίως είτε για την τροφοδότηση μιας γενναίας κοινωνικής πολιτικής, είτε για την προώθηση αναπτυξιακών στόχων [διαπιστώσεις που διατυπώνουν ακόμη και στελέχη του μηχανισμού του ΣΥΡΙΖΑ όπως Τάκης Κατσαρός «Υπερπλεόνασμα αντί ανάπτυξης. Γιατί ;» Η Αυγή 5-Μαίου-2017].

Άρα, από δύο πηγές σήμερα (κρατικός προϋπολογισμός και επιχειρηματική κερδοφορία) είναι άμεσα εφικτή η διασφάλιση κοινωνικών πόρων για την αντιμετώπιση της κοινωνικής εξαθλίωσης, και την βελτίωση της θέσης εργαζομένων, συνταξιούχων και ανέργων. Κι’ αυτό παρά τα μέτρα του τρίτου μνημονίου που λειτουργούν σε περιοριστική κατεύθυνση. Έτσι, δεν είναι η «φτώχεια» που προκαλεί τον «εξισωτισμό» προς τα κάτω, αλλά είναι η πολιτική επιλογή του «εξισωτισμού» προς τα κάτω που διευρύνει και αναπαράγει την «φτώχεια». Μακράν της μυθολογίας ότι πρώτα θα «αναπτυχθεί» η (καπιταλιστική) οικονομία και μετά θα εξασφαλιστεί κάποια στοιχειώδης κοινωνική δικαιοσύνη, το υπάρχον ήδη επίπεδο της ελληνικής οικονομίας και των δημοσιονομικών της χώρας μπορούν άμεσα να καλύψουν ζωτικές λαϊκές ανάγκες : Είναι η αστική πολιτική (ελληνική και ευρωπαϊκή) στην οποία υποκλίνεται ο ΣΥΡΙΖΑ που επιβάλλει πολιτικά τον «εξισωτισμό» προς τα κάτω.

Τα συνεχή και αλλεπάλληλα πλήγματα της μνημονιακής πολιτικής έχουν διαμορφώσει ένα κλίμα λαϊκής «αποδοχής» αυτού του «εξισωτισμού» προς τα κάτω, σε βαθμό που κανείς δεν διανοείται την αντιστροφή αυτής της πορείας. Στην καλύτερη περίπτωση προβάλλεται ένα είδος «λαϊκού αμυντισμού», το οποίο ενισχύεται από θεωρήσεις ότι η κοινωνική παραγωγή έχει καταστραφεί, εκατοντάδες επιχειρήσεις έχουν κλείσει, η ανάπτυξη της οικονομίας παραμένει σε στασιμότητα, τα ευρωπαϊκά κέντρα της καπιταλιστικής ολοκλήρωσης δεν επιτρέπουν να πάρουν ανάσα οι λαϊκές τάξεις κλπ. Γι’ αυτό προκρίνεται από όλες τις πλευρές η κυρίαρχη πριμοδότηση της οικονομικής ανάπτυξης (του ελληνικού καπιταλισμού), εντός ή εκτός της ζώνης του ευρώ, η οποία εφόσον επιτευχθεί θα επιφέρει την αντιμετώπιση των σημερινών δεινών. Εντούτοις το σημερινό οικονομικό επίπεδο της χώρας, με τα υπαρκτά δεδομένα που το προσδιορίζουν, ακόμη και στις σημερινές συνθήκες, είναι σε θέση να τροφοδοτήσει την εφαρμογή μιας αναπτυξιακής και αναδιανεμητικής πολιτικής. Οι κοινωνικοί πόροι που μπορούν να χρησιμοποιηθούν από το πρωτογενές πλεόνασμα καθώς και από την κερδοφορία της πλειονότητας των επιχειρήσεων, είναι σε θέση σε έναν ορισμένο βαθμό να ανακόψουν την πτωτική τάση και να εγκαινιάσουν μια διαδικασία «εξισωτισμού» προς τα πάνω.

Η κοινωνική αντεπίθεση εντός ή εκτός της ευρωζώνης

Ωστόσο αυτό δεν συμβαίνει όχι μόνον εξ αιτίας των περιοριστικών και δρακόντειων υπαγορεύσεων των οργάνων της ευρωζώνης, που είναι υπαρκτές και πιεστικές, αλλά κυρίως γίνεται εξαιτίας της πολιτικής βούλησης και του προσανατολισμού της πολιτικής της διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ. Το ότι δηλαδή ο ΣΥΡΙΖΑ, ήδη από το 2012 μπήκε σε μια τροχιά υπηρέτησης των συμφερόντων της ελληνικής αστικής τάξης (η μέγιστη συνεισφορά που μπορεί να κάνει η μικροαστική τεχνοκρατία στον αστισμό), εξ αιτίας της οποίας θέτει στο απυρόβλητο την κερδοφορία του ελληνικού καπιταλισμού, καθώς επίσης θυσιάζει τα σημαντικά πρωτογενή πλεονάσματα για την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους, που η ίδια η αστική τάξη δημιούργησε. Η πολιτική των οργάνων της ευρωζώνης επικυρώνει, διασφαλίζει και εγγυάται την σταθερή πορεία της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ σ’ αυτή την κατεύθυνση. Πόσο επιτέλους πρέπει να αυξηθούν τα πρωτογενή πλεονάσματα και πόσο να αυξηθεί η κερδοφορία των ιδιωτικών επιχειρήσεων για να αναδειχθεί μια αναδιανεμητική και επενδυτική πολιτική;

Αν έτσι έχουν τα πράγματα, τότε εκείνο που πρωτεύει για το αριστερό και λαϊκό κίνημα είναι η δρομολόγηση μιας ενεργού εργατικής παρέμβασης για την διεκδίκηση κοινωνικής χρησιμοποίησης αυτού του δημοσιονομικού και επιχειρηματικού «πλεονάσματος», με αποτέλεσμα την απαρχή της επιβολής αυξήσεων σε συντάξεις, μισθούς, επιδόματα ανεργίας κλπ., ενός κινήματος των ζωτικών κοινωνικών αναγκών. Αυτό μπορεί να αναδειχθεί με όρους αντεπίθεσης, ξεπερνώντας τον ισχύοντα σήμερα παθητικό αμυντισμό, ανεξάρτητα από το πότε θα ολοκληρωθεί η αντιπαράθεση με τις ευρωπαϊκές οικονομικές και νομισματικές ρυθμίσεις. Η υλοποίηση αυτής της αναγκαίας κίνησης δεν προϋποθέτει αναγκαστικά την προοιμιακή αποχώρηση από την ευρωζώνη και την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, τα οποία άλλωστε μπορούν να επισυμβούν ως αποτέλεσμα ενός τέτοιου κινήματος που είναι άμεσα αναγκαίο.

Άλλωστε και στην γαλλική περίπτωση της ανόδου της Αριστεράς (από το 2% του γαλλικού ΚΚ στις προεδρικές εκλογές του 2007, στο 11% του Μετώπου της Αριστεράς το 2012 και στο σημερινό 20% της «Ανυπότακτης Γαλλίας» του Ζ.Λ.Μελανσόν) προτάσσεται η αντίθεση των συνδικάτων και της ριζοσπαστικής Αριστεράς απέναντι στα ακραία νεοφιλελεύθερα μέτρα του Ε. Μακρόν (απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων, κατεδάφιση του Κώδικα Εργασίας κλπ.), ως αποτέλεσμα της οποίας μπορεί να προκύψει η αναδιάταξη των ευρωπαϊκών πραγμάτων (επαναδιαπραγμάτευση των ευρωπαϊκών συνθηκών που επιβάλλουν την λιτότητα, αλλαγή σε βάθος του ρόλου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, κρατικό επενδυτικό πρόγραμμα 100 δισεκατ. ευρώ, ευρωπαϊκή διάσκεψη για την διευθέτηση του χρέους κ.ά.) [Δέκα ουσιαστικοί λόγοι για την ψήφιση του Ζ.Λ.Μελανσόν, Ουμανιτέ, 21-Απριλίου-2017]. Ούτε τα γαλλικά συνδικάτα ούτε η «Ανυπότακτη Γαλλία» προέταξαν την άμεση αποχώρηση από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, αλλά την ταξική λαϊκή πάλη απέναντι στον μετωπικό νεοφιλελευθερισμό που υπηρετεί τα συμφέροντα της γαλλικής αστικής τάξης και της ιεράς ευρωπαϊκής συμμαχίας. Αυτή η ταξική δράση στη συγκυρία είναι ο ασφαλέστερος οδηγός και εγγύηση για την εκ βάθρων ανατροπή του μοντέλου λιτότητας του ευρωπαϊκού οικοδομήματος.