ΑΠΟΦΑΣΗ της 2ης Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης του ΜΕΤΑ – Αθήνα, 11 Μαρτίου 2017

Η 2η συνδιάσκεψη του ΜΕΤΑ που έγινε στις 11/3/2017, ακριβώς τρία χρόνια μετά από την πρώτη-ιδρυτική του – 14 Μαρτίου 2014 -, μας βρίσκει σε ένα εντελώς διαφορετικό πολιτικό κλίμα, με ένα κοινό όμως χαρακτηριστικό που είναι η συνεχής επιδείνωση της κοινωνικής κατάστασης, καθώς και το βάθεμα των μνημονιακών, αντιλαϊκών και νεοφιλελεύθερων πολιτικών.

Χρέος όλων των δυνάμεων που αγωνίζονται για την υπεράσπιση των συμφερόντων των εργαζομένων και την ανατροπή των βάρβαρων νεοφιλελεύθερων πολιτικών, είναι η αναγέννηση της ελπίδας και της πίστης ότι τα πράγματα μπορούν να αλλάξουν σε όφελός του κόσμου της εργασίας και ότι η λιτότητα, η ανεργία και η εργασία χωρίς δικαιώματα, σε μια κοινωνία φτώχειας και εξαθλίωσης και σε μια χώρα προτεκτοράτο, δεν μπορεί να αποτελούν το μέλλον και την προοπτική των εργαζομένων και της νέας γενιάς.

Στις Θέσεις του ΜΕΤΑ για τη συνδιάσκεψη που δημοσιεύτηκαν από το Σεπτέμβρη του 2016, και επικαιροποιήθηκαν πρόσφατα, στα κείμενά του για την ανασυγκρότηση της παράταξης και στις παρεμβάσεις του με τις ανακοινώσεις και τις αποφάσεις του, αναφέρονται διεξοδικά οι εκτιμήσεις του για τη σημερινή κατάσταση, τα νέα μέτρα που ετοιμάζουν κυβέρνηση και δανειστές, αλλά και το νέο success story της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ περί δημοσιονομικά ουδέτερων μέτρων, όταν οι πάντες γνωρίζουν ότι στο μνημονιακό μενού της 2ης αξιολόγησης συνυπάρχουν οι νέες ανατροπές στο εργασιακό και στα συνδικαλιστικά δικαιώματα των εργαζομένων με τις νέες μειώσεις των συντάξεων και των εισοδημάτων των φτωχών λαϊκών στρωμάτων, μέσω της μείωσης του αφορολόγητου, οι ηλεκτρονικοί πλειστηριασμοί και η εντατικοποίηση των ιδιωτικοποιήσεων.

Και αυτή η κυβέρνηση δεν θα μπορούσε να σταθεί στην εξουσία αν υπήρχε αγωνιστικό φρόνιμα στην κοινωνία και ορατή πολιτική διέξοδος, γιατί η πολιτική που εφαρμόζει είναι παρόμοια με τις πολιτικές που επί πέντε χρόνια εφάρμοζαν οι κυβερνήσεις ΠΑΣΟΚ-ΝΔ και ο λαός αγωνίζονταν για να ανατρέψει.

Η συνέχιση όμως αυτής της πολιτικής θα επιδεινώσει και άλλο τη ζωή των εργαζομένων και όσο και αν η απογοήτευση και η πικρία του ελληνικού λαού αντανακλούνται στη μικρή συμμετοχή τους στους αγώνες, στην ενίσχυση των ηττοπαθών αντιλήψεων ότι «δεν μπορεί να γίνει τίποτα» και ότι «όλοι το ίδιο είναι», η οξύτητα όμως των προβλημάτων είναι τέτοια που αργά ή γρήγορα θα μπούμε σε μια διαφορετική τροχιά αγωνιστικών και κοινωνικών αντιστάσεων, που χρέος μας είναι να έχουν ένα Αριστερό, Ριζοσπαστικό και Προοδευτικό- Δημοκρατικό προσανατολισμό.

Η ΤΑΚΤΙΚΗ ΜΑΣ ΣΤΙΣ ΝΕΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ

1. Παίρνοντας υπόψη την εμπειρία των αγώνων της προηγούμενης περιόδου, στην πρώτη φάση της μνημονιακής περιόδου το 2010-2012, είχαμε μαζική συμμετοχή στους εργατικούς και λαϊκούς αγώνες, με αποκορύφωμα τις μεγάλες απεργιακές κινητοποιήσεις, τα συλλαλητήρια και τις «πλατείες» που οδήγησαν και στην ανασύνθεση του πολιτικού τοπίου στη χώρα μας.

Κινητήριος δύναμη της συμμετοχής του κόσμου στους αγώνες αποτελούσε η άρνηση αποδοχής της βίαιης αλλαγής στη ζωή τους και ελπίδα ότι μπορούσε να τους σταματήσει, παρά το γεγονός ότι και τότε δεν διαφαίνονταν ορατή η πολιτική διέξοδος, αφού μόνο ΠΑΣΟΚ-ΝΔ – ΛΑΟΣ στις εκλογές του 2009 είχαν συγκεντρώσει ποσοστό 83,02%.

Η περίοδος 2013-2015 χαρακτηρίζεται από τη σχετική κάμψη των μαζικών κοινωνικών αγώνων, που οφείλονταν, από τη μια μεριά στους σχεδιασμούς της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ που δρομολογούσε μια απλή εναλλαγή εντός των ορίων της ΕΕ και του ευρώ, χωρίς τις ρήξεις και τις ριζοσπαστικές ανατροπές που ήταν αναγκαίες για την κατάργηση των μνημονίων, και από την άλλη το γεγονός ότι ο κόσμος εναπόθετε την ελπίδα για τη λύση των προβλημάτων του, εν αναμονή των εκλογών, σε πολιτική λύση με την ανάδειξη στην κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ.

2. Εξακολουθεί να ισχύει και στις σημερινές συνθήκες, με μεγαλύτερη ίσως ένταση, το γεγονός ότι η ικανοποίηση ακόμη και των «μικρών» συνδικαλιστικών αιτημάτων, πολύ περισσότερο η επαναφορά κατακτήσεων και κοινωνικών δικαιωμάτων, προσκρούει σε ένα νεοφιλελεύθερο – μνημονιακό τείχος και απαγορευτικό, που αν δε σπάσει και δεν ανατραπεί, καμιά ουσιαστική λύση δεν μπορεί να δοθεί, αλλά ούτε και να διασφαλιστούν ακόμη και τα εναπομείναντα δικαιώματα.

Την ίδια στιγμή δεν υπάρχει στον ορίζοντα ορατή λύση πολιτικής διεξόδου σε Αριστερή, Ριζοσπαστική και Προοδευτική κατεύθυνση για την ικανοποίηση των προβλημάτων και τη βελτίωση της ζωής των εργαζομένων, γεγονός, που αν δεν αντιμετωπιστεί, θα ελλοχεύει ο κίνδυνος της απογοήτευσης και της αναμονής, πράγματα που θα ανατροφοδοτούν την ανάθεση και στο τέλος θα εγκλωβίζονται σε διλήμματα «περί μικρότερου κακού» και «Τσίπρας ή Μητσοτάκης» χωρίς πολιτικό και κοινωνικό περιεχόμενο.

3. Ταυτόχρονα το τελευταίο διάστημα παρατηρείται κάποια κινητικότητα σε επιμέρους κλαδικά ή τοπικά ζητήματα, σε αντίθεση με τη μικρή συμμετοχή στις κεντρικές απεργιακές ή άλλης μορφής κινητοποιήσεις, ενώ παράλληλα αναπτύσσονται αξιόλογες δράσεις κατά των πλειστηριασμών της πρώτης κατοικίας και της λαϊκής περιουσίας, πράγμα που άρχισε να ενοχλεί την κυβέρνηση και τους δανειστές και γι’ αυτό επείγονται για την εύρεση εναλλακτικών λύσεων.

Όλα λοιπόν τα παραπάνω επιβεβαιώνουν την ανάγκη της έντασης της προσπάθειάς μας στους χώρους δουλειάς και στους κλάδους των εργαζομένων, την ενίσχυση των επιμέρους αγώνων και τη σύνδεσή τους με τα γενικότερα ζητήματα της πάλης για την ανατροπή των μνημονίων, τη διαγραφή του χρέους και τη σύγκρουση με την ΕΕ, ώστε «να πιάσουμε ξανά το νήμα» για την επανεκκίνηση της λαϊκής συμμετοχής και δράσης.

4. Το κύριο χαρακτηριστικό όλων των κινητοποιήσεων, της μνημονιακής περιόδου κυρίως, ήταν ότι την πρωτοβουλία των κινήσεων την είχαν πάντα οι κυβερνήσεις, με αποτέλεσμα το συνδικαλιστικό κίνημα να ακολουθεί μια αμυντική και παθητική στάση και να προκηρύσσει απεργίες ή άλλες κινητοποιήσεις, ουσιαστικά για την τιμή των όπλων, όταν οι κυβερνήσεις έφερναν κάποιο νομοσχέδιο στη βουλή για ψήφιση και αφού προηγούνταν μια πλύση εγκεφάλου στον κόσμο για το πόσο απαραίτητα είναι τα προς ψήφιση μέτρα για να μην καταστραφούμε!

Το αποτέλεσμα ήταν πάντα οι κινητοποιήσεις να είναι απροετοίμαστες, να προκηρύσσονται την τελευταία στιγμή και να επιλέγεται ουσιαστικά απ’ την κυβέρνηση ακόμη και η μέρα διεξαγωγής τους, με πιο χαρακτηριστική την περίπτωση, της προκηρυγμένης πάνω από δύο μήνες 48ωρης γενικής απεργίας – φάντασμα για το ασφαλιστικό-φορολογικό, που έγινε εντέλει την Παρασκευή 6 και το Σάββατο 7 Μάη του 2016, την παραμονή δηλ του Θωμά!

Επιτέλους η παραπάνω εκτίμηση, την οποία έχουμε κάνει έγκαιρα, πρέπει να γίνει συνείδηση, πρώτα και κύρια στις δικές μας δυνάμεις στο συνδικαλιστικό κίνημα, και να πάμε με σχεδιασμό και στόχο να αναστραφεί αυτή η κατάσταση.

Να καθορίζουν τα συνδικάτα πότε θα πάνε, ιδιαίτερα στις γενικές απεργίες, και όχι οι κυβερνήσεις. Να θέτουν επιθετικά τα αιτήματά τους και όχι να αμύνονται παθητικά. Να προβάλλουν αιτήματα με βάση τις σύγχρονες ανάγκες των εργαζομένων και όχι προσαρμοσμένα στα μνημονιακά κουστούμια.

Δεν μπορούμε να συναινούμε και εμείς σε κινητοποιήσεις εκ των προτέρων αποτυχημένες, χωρίς καμιά προετοιμασία και σε απεργίες χωρίς απεργούς. Να χρησιμοποιούμε και άλλες μορφές κινητοποιήσεων, όπως συγκεντρώσεις και συλλαλητήρια για να εκφράζεται πχ η άμεση αντίδραση σε μέτρα που ψηφίζονται στη βουλή και που δεν μπορεί να οργανωθεί πετυχημένη απεργιακή κινητοποίηση.

Πρέπει να κατανοηθεί ότι δεν είναι η μορφή που καθορίζει το αποτέλεσμα μιας κινητοποίησης, αλλά η μαχητικότητα και η συμμετοχή του κόσμου και στο κατά πόσο αυτή βοηθάει στην κλιμάκωση των αντιδράσεων και όχι στην απογοήτευση και στην καλλιέργεια απόψεων περί αναποτελεσματικότητας των κινητοποιήσεων.

Την τακτική αυτή υπηρετεί και η τελευταία Απόφαση του Συντονιστικού του ΜΕΤΑ το Γενάρη του 2017 και θα πρέπει να επιδιώξουμε να συζητηθεί παντού και να τεθεί σ’ όλες τις συνδικαλιστικές οργανώσεις, πρωτίστως όμως να γίνει συνείδηση στις δικές μας δυνάμεις.

Η ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΜΑΣ ΣΤΟ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ

Η κατάσταση στο «επίσημο» συνδικαλιστικό κίνημα θα χειροτερεύσει:

1. Στον ιδιωτικό τομέα η κρίση και η ανεργία το έχουν αποδυναμώσει, η μετανάστευση το έχει στερήσει από το νέο αίμα και η γενίκευση της επισφάλειας και της προσωρινότητας στην εργασία οδηγεί πολλούς εργαζόμενους και ιδιαίτερα τους νέους στο να μην ενδιαφέρονται για την οργάνωσή τους σ’ αυτό, όταν μάλιστα βλέπουν ότι στην πλειοψηφία τους αυτά τα συνδικάτα δεν μπορούν να τους προσφέρουν καμία προστασία. Το σημερινό οργανωμένο συνδικαλιστικό κίνημα στον ιδιωτικό τομέα δεν εκφράζει πάνω από του 10-15% του εργατικού δυναμικού, πράγμα που σε συνδυασμό με τη γραφειοκρατική του δομή και την συμβιβασμένη ηγεσία του, σημαίνει ότι δεν μπορεί να αλλάξει από τα μέσα και αυτό έδειξαν άλλωστε και τα τελευταία επτά χρόνια. Αφού δεν άλλαξε τώρα που ήρθαν τα πάνω κάτω και που αυτή η ηγεσία της ΓΣΕΕ τάχθηκε ανοιχτά με τους ταξικούς μας αντιπάλους, δύσκολα θα αλλάξει από τα μέσα.

Η άποψη αυτή δεν διακρίνεται από ηττοπάθεια, αντίθετα θέτει ως πρώτιστο καθήκον να μην περιορίζεται η δράση μας εντός των τειχών, αλλά να απευθύνεται στο σύνολο της εργατικής τάξης και κυρίως αυτής που βρίσκεται εκτός των τειχών και η τύχη της κρέμεται από το κράτος και την εργοδοσία και είναι δύσκολη ακόμα και η αναπαραγωγή της λόγω της βαθιάς οικονομικής κρίσης, της χρόνιας ανεργίας και της περιθωριοποίησης μεγάλων τμημάτων της.

2. Στον δημόσιο τομέα μπορεί η κατάσταση να είναι διαφορετική, μπορεί σε πολλά να μην υπάρχει μέτρο σύγκρισης με την κατάσταση συνδικαλιστικής αποδιοργάνωσης του ιδιωτικού τομέα ή της ανοιχτής προδοσίας της ηγεσίας του, όμως και εκεί η κατάσταση παρουσιάζει παρόμοια χαρακτηριστικά.

Μπορεί τα συνδικάτα του δημοσίου να έχουν μεγαλύτερη συνδικαλιστική πυκνότητα, όμως το δυναμικό τους είναι γερασμένο και κυρίως, μετά τον περιορισμό και την απαγόρευση προσλήψεων, τις ιδιωτικοποιήσεις, την εκχώρηση αρμοδιοτήτων και τη συρρίκνωσή του, κινδυνεύουν να εκπροσωπούν μια γραφειοκρατία μέσα σε ένα «επιτελικό» κράτος, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τα ίδια και τον προσανατολισμό τους.

Επιτακτική ανάγκη για την αναζωογόνησή τους και για τον αγωνιστικό προσανατολισμό τους αποτελεί η ένταξη όλων των εργαζομένων, ανεξάρτητα σχέσης εργασίας και φορέα απασχόλησης, στη δύναμη των συνδικάτων και η διαπραγμάτευση των όρων αμοιβής και εργασίας τους, με στόχο όλοι οι εργαζόμενοι ανεξάρτητα σχέσης εργασίας, για την ίδια δουλειά, με ίδια εμπειρία και εξειδίκευση να αμείβονται το ίδιο.

Στρατηγική μας επιλογή αποτελεί, η ένταξη όλων των εργαζομένων του ιδιωτικού και δημόσιου τομέα, σε ενιαία συνδικάτα και η υπέρβαση της ιστορικής διάσπασης του εργατικού-συνδικαλιστικού κινήματος, καθώς και ο δραστικός περιορισμός του κατακερματισμού και της πολυδιάσπασής του, καταστάσεις που αναπαράγουν τον παραγοντισμό, το συντεχνιασμό και τη γραφειοκρατία.

ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΟΣ ΣΥΝΔΙΚΑΤΩΝ ΚΑΙ ΣΥΛΛΟΓΙΚΟΤΗΤΩΝ – ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ
ΚΑΙ ΚΟΙΝΗ ΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ

Παίρνοντας λοιπόν υπόψη αυτήν την κατάσταση και τον προσανατολισμό της ηγεσίας του συνδικαλιστικού κινήματος, αυτό που απαιτείται είναι ο συντονισμός των δυνάμεων της συνδικαλιστικής Αριστεράς και η συγκρότηση ενός ευρύτερου αγωνιστικού και διεκδικητικού πόλου στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα και ευρύτερα, για να συντονίσει τη δράση, να συνενώσει τις αγωνιστικές-κινηματικές αντιστάσεις και να βάλει, όπου μπορεί, και τα συνδικάτα σε αγωνιστική κατεύθυνση.

Δεν μπορούν αυτές οι δυνάμεις να στέκονται παθητικοί θεατές της γραφειοκρατικής ακινησίας της πλειοψηφίας των συνδικάτων, να δρουν ανταγωνιστικά ή να περιορίζονται σε μια παραταξιακή ή πολιτική παρέμβαση περιορισμένου χαρακτήρα, που πολλές φορές λειτουργεί ως μια απλή συντήρηση δυνάμεων και υποδηλώνει απλά και τη δικιά τους παρουσία και αναπαραγωγή, χωρίς να μπορούν να βάλουν τη σφραγίδα τους στις εξελίξεις, να γίνονται ενοχλητικοί και επικίνδυνοι για την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων, τους εργοδότες και τις κυβερνήσεις τους και χρήσιμοι για τους εργαζόμενους και τους κοινωνικά αδύναμους.

Ούτε οι δυνάμεις του ΜΕΤΑ, ούτε οι δυνάμεις του ΠΑΜΕ και των Παρεμβάσεων, αλλά ούτε και οι άλλες αγωνιστικές και αντιμνημονιακές συνδικαλιστικές δυνάμεις από μόνες τους μπορούν αλλάξουν τα πράγματα. Σκεφτείτε πώς θα ήταν τα πράγματα αν αυτές οι δυνάμεις έβρισκαν ένα κοινό και αξιόπιστο πεδίο δράσης και παρέμβασης στο συνδικαλιστικό κίνημα και τη δυναμική που θα δημιουργούσε αυτό στις σημερινές συνθήκες που κυριαρχεί ένα κλίμα απογοήτευσης και ηττοπάθειας.

Επειδή όμως, πέρα από τις ευχές, υπάρχει και η σκληρή πραγματικότητα και η εμπειρία μας που λέει ότι καμιά ενότητα στη δράση και καμιά συνεργασία δεν επιτυγχάνεται χωρίς ιδεολογικοπολιτική αντιπαράθεση και ήττα των διαχωριστικών και σεχταριστικών αντιλήψεων, επιβάλλεται η συζήτηση αυτή να γίνει με ανοιχτούς όρους για να μπορέσουν οι εργαζόμενοι να έχουν τον τελευταίο λόγο.

Η ιδέα του φόρουμ διαλόγου όλων αυτών των δυνάμεων και της κοινής τους δράσης μέσα στο εργατικό-συνδικαλιστικό κίνημα, με στόχο την ανασυγκρότησή του, την ένταξη όλων των εργαζομένων στα συνδικάτα και την άρση της διάσπασης και του πολυκερματισμού του, αλλά και η αναγκαιότητα του συντονισμού τους, νομίζουμε ότι σήμερα είναι όσο ποτέ απαραίτητα και πρέπει να συμβάλλουμε σ’ αυτήν την κατεύθυνση με όλες μας τις δυνάμεις.

Στο πλαίσιο αυτό θεωρούμε ότι η συγκρότηση ενός «Εργατικού Κέντρου Αγώνα» θα συμβάλλει καθοριστικά στην προώθηση της αγωνιστικής παρέμβασης στις εξελίξεις. Ενός κέντρου αγώνα που θα παίρνει υπόψη του τις μέχρι τώρα εμπειρίες, αλλά και την πραγματική κατάσταση και τους συσχετισμούς στο συνδικαλιστικό κίνημα. Συντονισμός πρωτοβάθμιων σωματείων, χωρίς τη δυνατότητα συμμετοχής εκατοντάδων σωματείων δεν μπορεί να έχει αποτελέσματα.

Η ιδέα που θέτουμε ως ΜΕΤΑ για συζήτηση είναι ότι ο συντονισμός αυτός θα πρέπει να συμπεριλαμβάνει: Εργατικά Σωματεία και Ομοσπονδίες, Εργατικά Κέντρα της ΓΣΕΕ και Νομαρχιακά Τμήματα της ΑΔΕΔΥ, Εργατικές Συλλογικότητες, Συνδικαλιστικές Παρατάξεις και Κινήσεις, Αγωνιστικά Ψηφοδέλτια, Αγωνιστές Συνδικαλιστές κ.λπ. Επιδίωξή μας είναι σ’ αυτό το Κέντρο Αγώνα να συμμετέχουν και άλλες συλλογικότητες, όλων των πληττόμενων κοινωνικών στρωμάτων απ’ τα μνημόνια, ελεύθεροι επαγγελματίες, αγρότες, αυτοαπασχολούμενοι, κινήματα κατά των πλειστηριασμών, αλλά και άλλες συλλογικότητες που αγωνίζονται σε τοπικό επίπεδο, όπως αυτοδιοικητικές κινήσεις, αντιφασιστικές και αντιρατσιστικές οργανώσεις, κινήματα πόλης κλπ.

Για να έχει αποτελεσματικότητα αυτή η πρωτοβουλία πρέπει να συγκροτηθεί σε κάθε πόλη και σε κάθε κλάδο για να μπορέσει να συντονίσει τη δράση όλων των αγωνιζόμενων τμημάτων της κοινωνίας, να υπερασπίσει τους εργαζόμενους από την αυθαιρεσία των εργοδοτών, γιατί στις σημερινές συνθήκες της μεγάλης ανεργίας και της κρίσης του συνδικαλιστικού κινήματος, δεν μπορούν παντού τα φαινόμενα αυτά να αντιμετωπιστούν με την κλασική συνδικαλιστική δράση, αλλά με κινηματική παρέμβαση όλων όσοι θέλουν να στέκονται όρθιοι στις σημερινές συνθήκες.

Μ’ αυτόν τον τρόπο θα οικοδομείται από τα κάτω η αναγκαία συγκρότηση ενός ευρύτερου κοινωνικού μετώπου που θα υπερασπίζεται τα κοινωνικά αγαθά, θα εκφράζει την αλληλεγγύη του σε ό,τι αγωνίζεται και διεκδικεί, θα συγκρούεται με φασιστικές και ναζιστικές προκλήσεις και θα γενικεύει την πάλη του για την ανατροπή των μνημονιακών πολιτικών.

Ταυτόχρονα θα αναδεικνύει την ανάγκη της πάλης για τη διαγραφή του χρέους, την εθνικοποίηση των τραπεζών και τον εργατικό και κοινωνικό έλεγχό τους, το σταμάτημα των ιδιωτικοποιήσεων και της εκποίησης της δημόσιας περιουσίας και την επανακρατικοποίηση οργανισμών και επιχειρήσεων στρατηγικής σημασίας για να χρησιμοποιηθούν ως εργαλεία για την ανασυγκρότηση και τον παραγωγικό μετασχηματισμό της χώρας σε όφελος των λαϊκών κοινωνικών στρωμάτων.

Επιδίωξή μας είναι ότι μέσα απ’ αυτόν τον αγώνα να γίνεται πιο καθαρό, αυτό που η εμπειρία των προηγούμενων χρόνων, ιδιαίτερα των μνημονιακών, ανέδειξε καθαρά, ότι δηλ δεν μπορεί να υπάρξει ανάπτυξη σε όφελος του λαού και του τόπου, ούτε έξοδος από τη μνημονιακή επιτροπεία, όντας η χώρα μας στο λάκκο των λεόντων που είναι η ζώνη του ευρώ και η συμμετοχή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

ΠΛΑΙΣΙΟ ΘΕΣΕΩΝ ΠΟΥ ΕΓΚΡΙΘΗΚΑΝ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΝΔΙΑΣΚΕΨΗ

To Μέτωπο Ταξικής Ανατροπής (ΜΕΤΑ) γεννήθηκε μέσα στους αγώνες της αντιμνημονιακής περιόδου, από την αγωνιστική συνάντηση δυνάμεων με μεγάλη συνεισφορά στους αγώνες του εργατικού-συνδικαλιστικού κινήματος, από την μεταπολίτευση μέχρι σήμερα. Η ίδρυσή του ανταποκρίθηκε στις ανάγκες της εποχής και ήταν αποτέλεσμα της προσπάθειας συγκρότησης ενός αυτόνομου ταξικού πόλου μέσα στο συνδικαλιστικό κίνημα, απέναντι στον εργοδοτικό και τον κυβερνητικό συνδικαλισμό και σε σύγκρουση με τα φαινόμενα του παραγοντισμού, της γραφειοκρατίας, του κοινωνικού εταιρισμού και της παραταξιοποίησης.

Θεωρούμε την ιδρυτική του διακήρυξη του Μάρτη του 2014, τις τοποθετήσεις και ανακοινώσεις του για τα κρίσιμα ζητήματα που αφορούν τους εργαζόμενους από τότε μέχρι σήμερα και βέβαια το κείμενο για την «Ανασυγκρότηση του ΜΕΤΑ», που δημοσιεύτηκε τον Απρίλη του 2016 και συγκέντρωσε την υποστήριξη εκατοντάδων συνδικαλιστών, αγωνιστών εργαζομένων, ανέργων και συνταξιούχων, καθώς και την εισήγηση και τις αποφάσεις της πανελλαδικής σύσκεψης που έγινε στις 11 Ιούνη του 2016, ως τα κείμενα που αντιπροσωπεύουν την ταυτότητα, τη φυσιογνωμία και την πολιτική της παράταξης μέσα στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα.

Αγωνιζόμαστε για ένα συνδικαλιστικό κίνημα που κρίνει, από τη σκοπιά των συμφερόντων της εργατικής τάξης και του κόσμου της μισθωτής εργασίας, τα κόμματα και τις κυβερνήσεις. Το εργατικό κίνημα χρειάζεται συνδικαλιστές που λογοδοτούν στους εργαζόμενους και όχι στα κόμματά τους. Έχει ανάγκη από πολιτικοποιημένους συνδικαλιστές και συνδικάτα για να μπορούν να γενικεύουν το μερικό και ειδικό.

Η αποστολή των εργατικών συνδικάτων δεν είναι μόνο η υπεράσπιση των καθημερινών προβλημάτων της Εργατικής Τάξης και η διαπραγμάτευση των όρων αμοιβής και εργασίας της, αλλά και η ανάδειξη των αιτιών που τα δημιουργούν και η συμβολή τους στον αγώνα για την κοινωνική της απελευθέρωση και την ανάδειξή της από «Τάξη καθ’ εαυτήν» σε «Τάξη δι’ εαυτήν», δηλαδή σε τάξη για τον εαυτό της.

1. Η ΜΝΗΜΟΝΙΑΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΑΠΟ ΤΟ 2010 ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ

Η μνημονιακή περίοδος σημάδεψε την πορεία της χώρας μας. Οι αγώνες της περιόδου 2010-2012, η μεγάλη συμμετοχή στις πανεργατικές απεργίες και κινητοποιήσεις και η «εμφάνιση» του κινήματος των πλατειών ανέτρεψαν το μεταπολιτευτικό πολιτικό σκηνικό της χώρας μας. Ισχυρά κόμματα του παραδοσιακού δικομματισμού περιθωριοποιήθηκαν και νέες δυνάμεις της Αριστεράς και του αντιμνημονιακού κινήματος ήρθαν στο προσκήνιο.

Ωστόσο μετά το 2012 υποχώρησε η μαζική συμμετοχή στους αγώνες των εργαζομένων. Δημιουργήθηκε, αλλά και καλλιεργήθηκε από διάφορους κύκλους, κλίμα ανάθεσης και αναμονής της πολιτικής λύσης, μέσω των εκλογών, στα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι εργαζόμενοι και τα πλατιά λαϊκά στρώματα.

Έτσι φτάσαμε στις εκλογές το Γενάρη του 2015 και στην ανάληψη της κυβερνητικής εξουσίας από το ΣΥΡΙΖΑ, του οποίου η ηγετική του ομάδα, ως να ήταν έτοιμη από καιρό, οδήγησε με την τακτική της διακυβέρνησης του πρώτου εξαμήνου, στην ψήφιση του 3ου μνημονίου και στην πλήρη και ανοιχτή μετάλλαξη του ίδιου, σε ένα κόμμα της αστικής πολιτικής διαχείρισης και της εφαρμογής ενός ακραίου νεοφιλελεύθερου προγράμματος που σχεδίασαν η Ε.Ε και το ντόπιο πολιτικό και οικονομικό κατεστημένο.

Η εξέλιξη αυτή οδήγησε σε βαθιά απογοήτευση της μεγάλης πλειοψηφίας του ελληνικού λαού. Η ελπίδα και η αντίσταση των εργαζομένων στην οργανωμένη επίθεση του κεφαλαίου έδωσε τη θέση της στην απογοήτευση και την αμηχανία, που όμως ενυπάρχει με ένα γενικευμένο κλίμα οργής και θυμού απέναντι στην κυβερνητική πολιτική και τα αντιλαϊκά μέτρα που εφαρμόζονται. Η απογοήτευση αυτή οδήγησε στο «δεν γίνεται τίποτα», στο «όλοι το ίδιο είναι» και στο συμπέρασμα ότι οι αντίπαλοί μας είναι πανίσχυροι. Οι αγώνες της περιόδου από τις εκλογές του Σεπτέμβρη του 2015 μέχρι σήμερα παρουσιάζουν υποχώρηση και κυρίως μικρή συμμετοχή και μειωμένο αγωνιστικό φρόνημα.

Τα σημάδια ανάκαμψης του κινήματος, που φάνηκαν στην πανεργατική απεργία του Νοέμβρη του 2015, των κινητοποιήσεων των αγροτών και μικρομεσαίων ελεύθερων επαγγελματιών και επιστημονικών κλάδων του πρώτου διμήνου του 2016, με αποκορύφωμα την πανεργατική απεργία στις 4 Φλεβάρη, δεν είχαν συνέχεια (με ευθύνη και του ΠΑΜΕ), με αποτέλεσμα να μην αλλάζει η γενική εικόνα, πολύ περισσότερο που αυτές στηρίχτηκαν κυρίως στη πρωτοφανή κινητικότητα που ανέδειξαν οι ελεύθεροι επαγγελματίες και οι επιστήμονες, αλλά και οι αγρότες, στρώματα που όμως διακρίνονται για την αστάθειά τους όταν δεν συμπορεύονται σε ένα κοινό μέτωπο με την ηγεμονία της Εργατικής Τάξης, η οποία δυστυχώς δεν έδωσε το δικό της τόνο σ’ αυτές τις κινητοποιήσεις.

Αποκορύφωμα αυτής της κατάστασης ήταν η υποτονική αντίδραση του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος στην απεργιακή-αγωνιστική αντιμετώπιση των δύο κύριων νομοθετημάτων – πυλώνων του 3ου Μνημονίου – του νομοσχεδίου δηλ. για την κοινωνική ασφάλιση και το φορολογικό, αλλά και η τελευταία γενική απεργία του Δεκέμβρη του 2016.

Η κατάσταση αυτή που έχει δυστυχώς αποκτήσει μονιμότερα χαρακτηριστικά μετά το 2012, σηματοδοτεί μια καταφανή χρεοκοπία των κύριων μορφών έκφρασης του εργατικού κινήματος, όπως τις γνωρίζουμε μέχρι σήμερα, δηλ. του εργοδοτικού-κυβερνητικού-συναινετικού συνδικαλισμού από τη μια και του «ταξικού» σεχταριστικού και καιροσκοπικού-οπορτουνιστικού από την άλλη.

Αυτό βέβαια οφείλεται και στην αρνητική επίδραση που ασκούν, η μικρή συνδικαλιστική πυκνότητα στον ιδιωτικό τομέα, η μεγάλη ανεργία και η ελαστική και εκ περιτροπής εργασία, η χαμηλή συμμετοχή στη δράση των συνδικάτων στον δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο τομέα και η διεύρυνση των εργολαβιών, των ενοικιαζόμενων εργαζόμενων και των συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Δεν πρέπει βέβαια να παραγνωρίζεται επίσης και ο αρνητικός συσχετισμός μέσα στα συνδικάτα, με πιο χαρακτηριστική την περίπτωση της ΓΣΕΕ, όπου παρά τις ανατροπές που συντελέστηκαν στα επτά μνημονιακά χρόνια, δεν επήλθε καμιά αλλαγή στους συσχετισμούς στην ηγεσία της.

Αυτή η πραγματικότητα δείχνει ότι ο τρόπος και οι διαδικασίες ανάδειξης της ηγεσίας στη ΓΣΕΕ γίνεται με όρους γενικευμένης νοθείας και με σωματεία σφραγίδες. Και για το λόγο αυτό, οι ταξικές δυνάμεις πρέπει να δουν σοβαρά τους τρόπους απαλλαγής της εργατικής τάξης απ’ αυτή την ηγεσία, που δε θέλει και δεν μπορεί να υπερασπίζει τα δικαιώματά της.

Έχει ιδιαίτερη σημασία να σημειώσουμε ότι από το 2010 είχαμε το κλείσιμο εκατοντάδων εργοστασίων και επιχειρήσεων, τον τριπλασιασμό της ανεργίας και την εκτίναξη της αδήλωτης και ελαστικής εργασίας, εξελίξεις που συνιστούν τη σημαντικότερη νίκη του ελληνικού καπιταλισμού επί της εργατικής τάξης, εφόσον μεταφέρει το κοινωνικό κόστος της κρίσης στους εργαζόμενους, με την μαζική καταστροφή ζωντανών παραγωγικών δυνάμεων.

Η κατάσταση αυτή επιτάχυνε την πορεία συρρίκνωσης του συνδικαλιστικού κινήματος, αφού η ανεργία και η «μαύρη» εργασία εξουδετέρωσαν ένα μεγάλο τμήμα της εργατικής τάξης και επέδρασαν παραλυτικά στον κόσμο της ενεργού μισθωτής εργασίας.

2. ΟΙ ΑΛΛΕΣ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ

Οι παρατάξεις ΠΑΣΚΕ – ΔΑΚΕ, παρά την κρίση, τα μνημόνια και τις πολιτικές ανακατατάξεις, διατήρησαν τις δυνάμεις τους. Η ΠΑΣΚΕ δεν ακολούθησε την μοίρα του κόμματος της και η ΔΑΚΕ τον τελευταίο χρόνο έχει επανακάμψει καταγράφοντας άνοδο σε μεγάλους συνδικαλιστικούς χώρους και επιμελητήρια.

Η πραγματικότητα αυτή επιβεβαιώνει τις εκτιμήσεις μας σχετικά με τον γραφειοκρατικό και νόθο τρόπο ανάδειξης της ηγεσίας στο συνδικαλιστικό κίνημα, αλλά και μια αλήθεια, ότι δηλ. η ανατροπή των συσχετισμών στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα δεν βρίσκεται πάντα σε μια ευθεία αντιστοίχιση με τις πολιτικές ανακατατάξεις.

Χρειάζεται ειδική και επίπονη προσπάθεια μέσα στους χώρους δουλειάς και η ανάδειξη ικανών, δραστήριων και αγωνιστών εργαζομένων για να τους εκπροσωπήσουν και να πρωτοστατήσουν στην αναδιοργάνωση του συνδικαλιστικού κινήματος και στην ενίσχυση της συμμετοχής και της δράσης των εργαζομένων σ’ αυτό. Εύκολα κάποιος εργαζόμενος, σε συνθήκες γενικευμένης κρίσης, μετατοπίζεται πολιτικά και εκλογικά, δύσκολα όμως μετακινείται συνδικαλιστικά. Και αυτό είτε γιατί δεν του δίνεται η δυνατότητα, αφού δεν υπάρχει αντίστοιχο συνδικαλιστικό σχήμα, είτε και όπου υπάρχει, κρίνοντας τη συνέπεια, την αξιοπιστία και την ανιδιοτέλεια, πολλές φορές δεν τις βρίσκει.

Ταυτόχρονα πρέπει να παλέψουμε για την αναβάθμιση της εσωτερικής δημοκρατικής λειτουργίας των συνδικάτων, την εξασφάλιση της μεγαλύτερης δυνατής συμμετοχής των μελών τους στις διαδικασίες λήψης και υλοποίησης των αποφάσεών τους και στη διεύρυνση της θεματολογίας τους, αναδεικνύοντας ως συστατικά στοιχεία της δράσης του συνδικαλιστικού κινήματος την εργατική πολιτιστική και καλλιτεχνική δημιουργία, τον κινηματογράφο, το θέατρο, τη λογοτεχνία και την ποίηση, στοιχεία που συμβάλλουν στην ανύψωση του μορφωτικού επιπέδου της εργατικής τάξης και της θωράκισής της από την αστική καταναλωτική κουλτούρα.

Η κατάσταση και η επίδραση των πολιτικών εξελίξεων δεν ήταν ίδιες γι’ αυτές τις παρατάξεις σε ιδιωτικό και δημόσιο τομέα. Εξηγείται βέβαια αυτό και από τις διαδικασίες ανάδειξής τους. Στο δημόσιο γίνεται από πραγματικούς εργαζόμενους και υπαρκτά σωματεία, ενώ στη ΓΣΕΕ, στην πλειονότητά της από σωματεία σφραγίδες, νόθες διαδικασίες και «ανύπαρκτους» εργαζόμενους.

Πρέπει να ομολογήσουμε όμως ότι η μνημονιακή μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ και η νεοφιλελεύθερη πολιτική της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, λειτούργησε ως ο ορός για να κρατηθούν στη ζωή αυτές οι δυνάμεις, που κατέρρεαν και σήμερα μας κουνούν το δάκτυλο της δήθεν δικιά τους επιβεβαίωσης!

Ένα όμως είναι σίγουρο: Στη μνημονιακή περίοδο κατέρρευσε ο τύπος συνδικαλισμού των τελευταίων 25 χρόνων και αποκαλύφθηκε στα μάτια της κοινωνίας και των εργαζομένων ότι «ο βασιλιάς είναι γυμνός». Ο ρεφορμισμός, ο κοινωνικός εταιρισμός, ο εργοδοτικός και κυβερνητικός συνδικαλισμός δεν μπορούν πλέον να πείσουν και δεν έχουν να προσφέρουν τίποτα. Η κοινωνική πραγματικότητα είναι σκληρή και απαιτούνται βαθιές ριζοσπαστικές και προοδευτικές τομές στην κοινωνία, στην οικονομία, στους θεσμούς και στη διεθνή θέση της χώρας μας, που μόνο νέες δυνάμεις σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο μπορούν να φέρουν σε πέρας και αυτό θα είναι το ζητούμενο της επόμενης περιόδου.

Απ’ την άλλη μεριά το ΠΑΜΕ έχει σοβαρές ευθύνες για την κατάσταση του συνδικαλιστικού κινήματος διότι ασκείται σε μια στενή κομματική πρακτική για τα συνδικάτα, τα οποία αφυδατώνει από κάθε εσωτερική συλλογική διαδικασία και δημοκρατική λειτουργία, τα χρησιμοποιεί ως μηχανισμούς και ικανοποιείται από κάποιες κομματικές «παρελάσεις» στις απεργίες ή στα συλλαλητήρια, όταν έχει την αριθμητική υπεροχή σε σχέση με τις αντίστοιχες κινητοποιήσεις των συνδικάτων.

Η εμπειρία όλης της μνημονιακής περιόδου, αλλά και η στάση του σήμερα έδειξαν ότι το ΠΑΜΕ αποτελεί μια ακίνδυνη συστημική δύναμη. Έτσι τόσο το ίδιο όσο και ο πολιτικός του φορέας, εισπράττουν πολλές φορές τα εύσημα από το αστικό πολιτικό κατεστημένο της χώρας μας για τη σταθερότητά του, την πειθαρχία στα μπλοκ του και την ήρεμη διεξαγωγή των κινητοποιήσεων.

Στο πλαίσιο αυτό και ενώ από τη μια καταγγέλλει το σύστημα, την Ευρωπαϊκή Ένωση, τον καπιταλισμό και τον ιμπεριαλισμό, απ’ την άλλη στην καθημερινή του δράση μέσα στο συνδικαλιστικό κίνημα διακρίνεται από μια ρεφορμιστική αντίληψη. Λειτουργεί διασπαστικά, παροπλίζει και χειραγωγεί την αστείρευτη δύναμη της Εργατικής Τάξης να σφυρηλατήσει την ενότητά της, την αλληλεγγύη και τους αγώνες της. Αποφεύγει την πολιτικοποίηση των αγώνων και των αιτημάτων των εργαζομένων και τη σύνδεση τους με την πάλη για την απαλλαγή της χώρας μας από τα μνημόνια, τη σύγκρουση, ρήξη και έξοδο από την ΕΕ και την Ευρωζώνη, την εθνικοποίηση και τον εργατικό-κοινωνικό έλεγχο των τραπεζών κλπ.

Θέλει να διατηρεί δυνάμεις για να συντηρείται, όπως εξάλλου κάνει και ο πολιτικός φορέας (ΚΚΕ) στον οποίο πρόσκειται, αλλά δεν θέλει ανατροπές και ανακατατάξεις τέτοιες που θα έθεταν το θέμα της πολιτικής ανατροπής, πράγμα απαραίτητο σήμερα για να δοθούν ουσιαστικές λύσεις στα προβλήματα των εργαζομένων.

Οι Αριστερές Κινήσεις – Συσπειρώσεις και γενικά οι δυνάμεις που στηρίζονται από την εξωκοινοβουλευτική Αριστερά δεν έχουν ενιαία αντίληψη και στρατηγική και πολλές φορές κινούνται από τη μια με έναν τοπικό ή κλαδικό κινηματικό συντεχνιασμό και από την άλλη, σε κεντρικό κυρίως επίπεδο, από έναν έντονο βολονταρισμό, χωρίς να παίρνουν υπόψη τις δυσκολίες. Οι εσωτερικές τους αντιθέσεις ακυρώνουν προσπάθειες κοινής δράσης, ενώ πολλές φορές οι προτάσεις συνεργασίας που κάνουν χρησιμοποιούνται ως άλλοθι ή διακρίνονται από έναν μικρομεγαλισμό, χωρίς το σεβασμό των διαφορετικών απόψεων και της ισοτιμίας.

Ωστόσο μαζί τους, αλλά και με άλλες αγωνιστικές αντιμνημονιακές δυνάμεις, που έφυγαν από το ΠΑΣΟΚ και την ΠΑΣΚΕ απ’ την αρχή ακόμα της μνημονιακής περιόδου, αναζητήσαμε και πετύχαμε σε κάποιες περιόδους έναν αγωνιστικό συντονισμό και κοινή δράση, ιδιαίτερα στο χώρο του δημοσίου. Στο τελευταίο όμως συνέδριο της ΑΔΕΔΥ, παρά την ενωτική πρότασή μας για τη συγκρότηση ενός ευρύτερου μετώπου όλων των αριστερών ριζοσπαστικών δυνάμεων, δεν υπήρξε ανταπόκριση από την πλευρά τους με αποτέλεσμα για πρώτη φορά να αναδειχτεί, παρά την πτώση της, η ΔΑΚΕ σε πρώτη δύναμη και από κοινού με την ΠΑΣΚΕ και την ΑΡΚΙ να έχουν διαμορφώσει πλειοψηφία στο πλαίσιο μιας συμβιβαστικής πολιτικής.

Από θέση αρχής σε αυτή την κατεύθυνση θα συνεχίσουμε να επιμένουμε ώστε να επηρεάσουμε τα πράγματα την επόμενη περίοδο ευρύτερα στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα.

Στόχος μας είναι η συγκρότηση ενός Εργατικού Κέντρου Αγώνα που θα αναλάβει, σε συντονισμό με κινήματα ανέργων, επισφαλώς εργαζομένων και κοινωνικά στρώματα που πλήττονται απ’ τα μνημόνια, την ανασυγκρότηση του συνδικαλιστικού κινήματος, την άρση των διαχωρισμών και της διάσπασης των εργαζομένων και των συνδικάτων τους και την οργάνωση της εργατικής και κοινωνικής αντεπίθεσης απέναντι στην λαίλαπα και τον οδοστρωτήρα των μνημονίων στη χώρα μας.

3. ΣΥΝΤΟΜΟΣ ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΔΡΥΣΗ ΤΟΥ ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ

Το διάστημα από την ίδρυση του ΜΕΤΑ, τον Μάρτη του 2014, μέχρι σήμερα θα μπορούσαμε σχηματικά να το χωρίσουμε σε δύο περιόδους. Η πρώτη αφορά το διάστημα μέχρι τις εκλογές του Γενάρη του 2015, και την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ στη διακυβέρνηση της χώρας και η άλλη από τότε μέχρι σήμερα, με το μεσοδιάστημα του δημοψηφίσματος στις 5 Ιούλη 2015 και την πλήρη μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ και παράδοσή του στους δανειστές, πράγμα που αποτυπώθηκε στις εκλογές στις 20 Σεπτέμβρη του 2015.

Η πρώτη περίοδος σημαδεύτηκε από την κάμψη των μαζικών εργατικών και λαϊκών αγώνων και τη μετάθεση των ελπίδων για την αντιμετώπιση των προβλημάτων των εργαζομένων, στο κεντρικό πολιτικό/κοινοβουλευτικό πεδίο, σχέδιο που εντέχνως καλλιεργούσε όλο το μνημονιακό πολιτικό κατεστημένο και η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, για να δυσκολεύει και να αναβάλει την ανάπτυξη των εργατικών διεκδικήσεων.

Παρόλα αυτά η παράταξή μας εργάστηκε στην κατεύθυνση της διατήρησης ενός αγωνιστικού κλίματος μέσα στους χώρους δουλειάς και της αναστροφής του κλίματος αναμονής, γιατί βασική μας αντίληψη ήταν και παραμένει ότι χωρίς την ενεργή συμμετοχή-αυτενέργεια και κινητοποίηση των εργαζομένων δεν μπορεί καμία αλλαγή να συντελεστεί. Αντίθετα ευνοούνται οι δυνάμεις αυτές που φοβούνται τις ριζικές – ριζοσπαστικές αλλαγές και μεταρρυθμίσεις.

Σημείο αναφοράς για το ΜΕΤΑ και μία από τις νίκες του συνδικαλιστικού κινήματος στη μνημονιακή περίοδο, αποτέλεσε η υιοθέτηση της πρότασής του για την προκήρυξη της απεργίας – αποχής απ’ την αξιολόγηση, που είχε ως αποτέλεσμα την έμπρακτη ακύρωση της αξιολόγησης «Μητσοτάκη». Η κινητοποίηση αυτή έγινε με όρους μαζικής και συλλογικά οργανωμένης ανυπακοής, αφού συμμετείχαν δεκάδες χιλιάδες εργαζόμενοι, οι οποίοι ψήφισαν σε μαζικές Γεν. Συνελεύσεις και αρνήθηκαν να υπογράψουν τα έντυπα της αξιολόγησης, είχε μεγάλη χρονική διάρκεια, που μόνο μ’ αυτή τη μορφή μπορούσε να εξασφαλιστεί και έδειξε ότι η επιλογή της μορφής πάλης και η αποδοχή της από το σύνολο των εργαζομένων αποτελούν βασικά στοιχεία της έκβασης μιας κινητοποίησης και ενός αγώνα.

Στη δεύτερη περίοδο, αυτό που κατά κοινή ομολογία διέκρινε το ΜΕΤΑ, ήταν η συνεπής του στάση απέναντι στις νέες συνθήκες που διαμορφώθηκαν. Έκρινε τη νέα κυβέρνηση από τη σκοπιά των θέσεων του εργατικού κινήματος και σε μια προσπάθεια οργάνωσης της παρέμβασης από τα κάτω με στόχο το εργατικό και το λαϊκό κίνημα να βάλουν τη σφραγίδα τους στις πολιτικές εξελίξεις και να ωθήσουν τα πράγματα στην κατεύθυνση της σύγκρουσης με την τρόικα και της προώθησης ριζικών αλλαγών, κάτι βέβαια που δεν έγινε.

Το ΜΕΤΑ ήρθε σε ευθεία σύγκρουση με τη νέα κυβέρνηση μετά τη συμφωνία στις 20 Φλεβάρη και σε οριστική ρήξη μετά την προδοσία του «ΟΧΙ» του ελληνικού λαού στις 5 του Ιούλη του 2015. Δεν ανέχτηκε να υπάρχουν στις γραμμές του συνδικαλιστές που άλλα έλεγαν χθες και άλλα πράττουν σήμερα, γιατί η αξιοπιστία αποτελεί συστατικό στοιχείο της ανάκτησης της ηθικής υπεροχής του συνδικαλιστικού κινήματος απέναντι στους εργαζόμενους και την κοινωνία.

Η πίστη μας σ’ αυτές τις αρχές και αξίες οδήγησε στην πρωτοβουλία που πήραν εκατοντάδες συνδικαλιστές και συνδικαλίστριες του ιδιωτικού και δημόσιου τομέα, για την Ανασυγκρότηση του ΜΕΤΑ και την απαλλαγή του από τα «βαρίδια» του εργοδοτικού και κυβερνητικού συνδικαλισμού, μιας και οι δυνάμεις αυτές είχαν επιλέξει, με τη στάση και την πρακτική τους, να «θολώνουν» την εικόνα της παράταξης και να αλλοιώσουν τον ταξικό, αγωνιστικό αντιμνημονιακό της προσανατολισμό για να μην δημιουργούνται προβλήματα στην άσκηση της αντεργατικής πολιτικής της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.

Και ενώ θα μπορούσε να υπάρξει πλήρης απομόνωση όσων συνδικαλιστών δεν έκριναν τις εξελίξεις και την κυβερνητική πολιτική με βάση τις θέσεις του συνδικαλιστικού κινήματος και της παράταξης μας, η στάση και οι αυταπάτες κάποιων συντρόφων, αλλά και από μια λάθος θεώρηση των πραγμάτων που έκαναν, έδωσαν το «φιλί ζωής» στις δυνάμεις του νέου μνημονιακού κυβερνητικού συνδικαλισμού. Έτσι στελέχη του αναδείχθηκαν στις διοικήσεις μεγάλων εργατικών κέντρων και στη ΓΣΕΕ.

Ωστόσο, η στάση μας η οποία διακρίνεται από ταξική συνέπεια και πίστη στις ιδρυτικές αρχές και αξίες της παράταξής μας σε καμιά περίπτωση δεν σημαίνει ότι είμαστε οπαδοί της «καθαρότητας» ή μιας στενής κομματικής παράταξης. Όπως πολύ σωστά αναφέρεται στο κείμενο για την ανασυγκρότηση του ΜΕΤΑ (Απρίλης 2016) ότι:

«…Σταθερή μας επιδίωξη, όπως επανειλημμένα έχουμε διακηρύξει δεν είναι η συγκρότηση μιας παράταξης που θα έχει αναφορά σε κάποια πολιτική δύναμη. Οι συνδικαλιστικές και πολιτικές μας αναφορές είναι στις αξίες, στα οράματα και στις ιδέες του εργατικού κινήματος που δεν περιορίζονται στα όρια κάποιου πολιτικού κόμματος.

»Για την ένταξη ή τη συνεργασία με το ΜΕΤΑ δεν ζητείται πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων ή κομματικής επιλογής και ένταξης. Μοναδική προϋπόθεση είναι η συμφωνία με τις βασικές του αρχές και θέσεις, κυρίως η αγωνιστική και ανιδιοτελής δράση για τα συμφέροντα των εργαζομένων, η ταξική θεώρηση των πραγμάτων και η αντίθεση σε κάθε εργοδοτικό, κυβερνητικό ή κομματικό συνδικαλισμό.

»Στο ΜΕΤΑ έχουν λοιπόν θέση όλοι όσοι υπερασπίζονται σταθερά και με πάθος αυτές τις αρχές και αξίες και δεν κάνουν εκπτώσεις σ’ αυτές…».

4. ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΣΗΜΕΡΙΝΗΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ

Πιστεύουμε ότι και σήμερα επιβεβαιώνεται η εκτίμηση ότι στη μνημονιακή περίοδο, το μνημονιακό καθεστώς και όλες οι κυβερνήσεις του μέχρι σήμερα, δεν μπορούν ούτε και θέλουν να ικανοποιήσουν ακόμη και επιμέρους αιτήματα των εργαζομένων. Όλες οι εργατικές και κοινωνικές κατακτήσεις είναι υπό αμφισβήτηση, αφού για οποιοδήποτε θέμα απαιτείται η έγκριση των δανειστών. Εξάλλου είναι γνωστό και έχει συνομολογηθεί με το 3ο μνημόνιο ότι καμία νομοθετική ρύθμιση δεν προωθείται στη βουλή, χωρίς προηγουμένως να έχει την έγκρισή τους.

Τα μνημόνια δεν συνιστούν απλώς κάποιο σύνολο αντεργατικών-αντιλαϊκών μέτρων. Αντιπροσωπεύουν ένα καινούργιο πολιτικό καθεστώς, που καταλύει κάθε έννοια λαϊκής κυριαρχίας και δημοκρατίας και οδηγεί στη μακροπρόθεσμη αιχμαλωσία της χώρας και τη βίαιη υποδούλωση της κοινωνίας. Ένα καθεστώς που με μοχλό το χρέος, μετατρέπει τον τόπο σε οιονεί προτεκτοράτο των πιστωτών και του χρηματιστικού κεφαλαίου.

Και ενώ ο λαός υποφέρει, οι νέοι μεταναστεύουν, τα όνειρα γίνονται γκρίζα, το φάντασμα του φόβου και της ανασφάλειας για το αύριο έχει στοιχειώσει τη ζωή μας, βλέπουμε να συγκεντρώνεται ο πλούτος και η εξουσία σε όλο και λιγότερα χέρια και να διευρύνονται οι ταξικές και κοινωνικές ανισότητες σε βάρος των εργαζομένων και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων. Οι παραγωγοί δηλ. του πλούτου στερούνται των βασικών αγαθών για την επιβίωσή τους.

Το περίφημο «παράλληλο πρόγραμμα» της κυβέρνησης ή τα αντίμετρα είναι μια φενάκη, ένα ιδεολόγημα και μια απάτη. Αποτελεί στην καλύτερη των περιπτώσεων την αναγκαστική προνοιακή πολιτική που εφαρμόζεται στις περιπτώσεις της πλήρους φτωχοποίησης και περιθωριοποίησης κοινωνικών ομάδων σε περιόδους οικονομικής και κοινωνικής κρίσης που παίρνει τα χαρακτηριστικά της ανθρωπιστικής κρίσης.

Η κυβέρνηση προσπαθεί να δημιουργήσει κλίμα προπαγανδίζοντας την αύξηση της απασχόλησης, η οποία προκύπτει από την αντικατάσταση των θέσεων εργασίας με σχεδόν αποκλειστικά ελαστικές μορφές εργασίας. Παράλληλα προσπαθεί να μειώσει τεχνικά την ανεργία με την αποδοχή αυστηρών όρων και προϋποθέσεων από την πλευρά των ανέργων, αλλιώς στερούνται το επίδομα ανεργίας και διαγράφονται από τα μητρώα ανέργων.

Η εργατική τάξη και ο ελληνικός λαός δεν πρέπει να συμβιβαστούν με τη φτώχεια και την εξαθλίωση και να ικανοποιούν μερικώς τις ανάγκες τους, σε μια περίοδο μάλιστα που διευρύνονται οι κοινωνικές ανάγκες και αντικειμενικά μεγαλώνουν οι δυνατότητες ικανοποίησής τους.

Επίσης δεν μπορούν οι εργαζόμενοι να εναποθέσουν τις ελπίδες στην επικαλούμενη ανάπτυξη που ευαγγελίζεται η κυβέρνηση, γιατί και η όποια οικονομική μεγέθυνση που μπορεί να προέλθει μετά το τέλος της οικονομικής καταστροφής των παραγωγικών δυνάμεων της χώρας μας, εάν αυτή γίνει από τις ίδιες δυνάμεις που μας έφεραν ως εδώ, θα είναι μια ανάπτυξη σε βάρος του κόσμου της εργασίας, δηλ. θα δουλεύει ο κόσμος για ένα κομμάτι ψωμί και χωρίς δικαιώματα, προσωπική και οικογενειακή ζωή.

Παρά τις δυσκολίες όμως που παρουσιάζονται στο επίπεδο των κοινωνικών αντιστάσεων και της συμμετοχής των εργαζομένων, τα προβλήματα όχι μόνο συνεχίζουν να ταλαιπωρούν τις εργατικές και λαϊκές οικογένειες, αλλά οξύνονται και θα οξυνθούν ακόμη περισσότερο την επόμενη περίοδο μιας και όλα τα αντιλαϊκά και αντιασφαλιστικά μέτρα που ψηφίστηκαν το 2016 ήδη εφαρμόζονται.

Τώρα οι εργαζόμενοι και οι συνταξιούχοι βιώνουν τον πραγματικό τους χαρακτήρα και καταρρίπτεται η προπαγάνδα της κυβέρνησης που έλεγε πως δεν θα γίνει καμία μείωση σε μισθούς και συντάξεις.

Οι αυξήσεις των ασφαλιστικών εισφορών ιδιαίτερα για όσους εργάζονται με μπλοκάκι, η υπερφορολόγηση των πολιτών, η κατάργηση του ΕΚΑΣ και η μείωση των συντάξεων περιόρισαν δραματικά τα λαϊκά εισοδήματα.

Παράλληλα, τα φορολογικά και ασφαλιστικά μέτρα που συνομολογήθηκαν με το 3ο μνημόνιο τον Αύγουστο του 2015 και υλοποιούνται με τους αντίστοιχους νόμους που ψηφίστηκαν το προηγούμενο διάστημα, θα οδηγήσουν στο κλείσιμο και άλλων μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, στην καταστροφή και βίαιη προλεταριοποίηση εκατοντάδων χιλιάδων μικρών και μεσαίων ελεύθερων επαγγελματιών, επιστημόνων και αγροτών.

Αυτόν τον κίνδυνο διείδαν αυτά στρώματα και γι’ αυτό το λόγο πρωτοστάτησαν στις κινητοποιήσεις στις αρχές του 2016.

Με τη λειτουργία του Υπέρ-ταμείου ιδιωτικοποιήσεων εκχωρούνται και ξεπουλιούνται υποδομές, περιουσιακά στοιχεία και ο φυσικός πλούτος της χώρας για την αποπληρωμή ενός όλο και διογκούμενου μη βιώσιμου χρέους. Ενώ με την τελευταία ανακεφαλαιοποίηση εκχωρήθηκε ο έλεγχος του τραπεζικού συστήματος σε κερδοσκοπικά funds όπως και η πώληση των κόκκινων δανείων με αποτέλεσμα να απειλείται η πρώτη κατοικία με πλειστηριασμούς και “οικειοθελή” παραχώρηση κατοικιών. Πλειστηριασμοί που λόγω του κινήματος αποκλεισμών τους στα ειρηνοδικεία, θα γίνονται στο άμεσο μέλλον “ηλεκτρονικά”.

Η εκποίηση του δημόσιου πλούτου της χώρας προκαλούν τα αισθήματα του λαού μας και στερούν την κοινωνία από βασικά εργαλεία για τον παραγωγικό της μετασχηματισμό της οικονομίας, την μελλοντική της ανάκαμψη και την αναδιανομή του παραγόμενου σε όφελος του λαού.

Το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα πρέπει να συντονίσει τη δράση του μαζί τους ώστε να οργανωθούν την επόμενη περίοδο αποτελεσματικοί και νικηφόροι αγώνες απέναντι στο μνημονιακό καθεστώς.

Ταυτόχρονα, ετοιμάζονται νέες ανατροπές στα εργασιακά και στα συνδικαλιστικά δικαιώματα των εργαζομένων. Θα έχουν ως αιχμές την απελευθέρωση των ομαδικών απολύσεων, είτε αφορά την αύξηση του ποσοστού, είτε την διευκόλυνσή τους και τη μείωση της αποζημίωσης απόλυσης, την περαιτέρω μείωση του κατώτατου μισθού με την αφαίρεση των επιδομάτων που τον συνοδεύουν, την διατήρηση και επέκταση του υποκατώτατου μισθού, τη διεύρυνση και γενίκευση της ελαστικοποίησης και της εκ περιτροπής εργασίας.

Επίσης, δρομολογείται η κατάργηση της ενιαίας σχέσης εργασίας και της σταθερής απασχόλησης στο δημόσιο τομέα, στον οποίο θα προωθηθεί και θα επισημοποιηθεί και η τυπική του συρρίκνωση, μέσω της αξιολόγησης των δομών και υπηρεσιών, κάτι που ήταν μνημονιακή υποχρέωση από το μεσοπρόθεσμο του 2011 και το οποίο οι αγώνες των εργαζομένων δεν επέτρεψαν, μέχρι τώρα, να εφαρμοσθεί. Στο πλαίσιο αυτό, ο περιορισμός των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων και κυρίως ο παροπλισμός του συνδικαλιστικού κινήματος, μετά την «αφαίρεση» του δικαιώματος της συλλογικής διαπραγμάτευσης των όρων αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων, με την ακύρωση ουσιαστικά του απεργιακού δικαιώματος και της επαναφοράς της ανταπεργίας των εργοδοτών άμεσα ή έμμεσα, θα είναι ένα από τα κρίσιμα ζητήματα της επόμενης περιόδου.

5. ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΓΙΝΟΥΝ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΕΣ ΑΛΛΑΓΕΣ
ΕΝΤΟΣ ΕΥΡΩΖΩΝΗΣ ΚΑΙ ΕΕ

Η περίοδος όμως αυτή, όπως βέβαια και όλη η μνημονιακή, ήταν ιδιαίτερα διδακτική για τους εργαζόμενους και τον ελληνικό λαό σε σχέση και με το χαρακτήρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την άποψη ότι μπορούν να γίνουν ριζοσπαστικές αλλαγές και μεταρρυθμίσεις εντός της Ευρωζώνης και της ΕΕ. Η ΕΕ δεν είναι μια δημοκρατική, ισότιμη και αλληλέγγυα ένωση των ευρωπαϊκών λαών, αλλά μια υπερεθνική ένωση των ευρωπαϊκών αστικών τάξεων, των καπιταλιστών και του μονοπωλιακού και χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου. Στόχος της είναι η υπεράσπιση και η διασφάλιση των συμφερόντων τους, η «αλληλέγγυα» και ταξικά μονομερής αντιμετώπιση των λαών των επιμέρους χωρών, όταν εμφανιστεί κάπου ο αδύνατος κρίκος που μπορεί να σπάσει την καπιταλιστική αλυσίδα της ευρωενωσιακής «φυλακής».

Κατά συνέπεια, το εργατικό – συνδικαλιστικό κίνημα πρέπει να προβάλλει την ανάγκη της άμεσης εξόδου της χώρας μας από την ευρωζώνη στην προοπτική της εξόδου από την ΕΕ και την αποδέσμευσή της απ’ όλους τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς, γιατί κανένα πρόγραμμα προοδευτικής φιλολαϊκής ανάπτυξης στη χώρα μας δεν μπορεί να υπάρξει, όσο η χώρα μας κινείται στην τροχιά των μνημονίων και της εξάρτησης και δεν διαθέτει τα απαραίτητα εργαλεία για να ασκήσει μια ανεξάρτητη πορεία.

Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι η έξοδος από την Ευρωζώνη, από μόνη της, δεν αποτελεί πανάκεια. Άγρια εκμετάλλευση μπορεί να υπάρχει και με το ευρώ και με τη δραχμή, αν η έξοδος αυτή δεν συνοδεύεται από ένα μακρόπνοο πολιτικό σχέδιο οικοδόμησης ενός διαφορετικού μοντέλου παραγωγής, διανομής και κατανάλωσης το οποίο θα καλύπτει τις κοινωνικές ανάγκες των εργαζομένων και των λαϊκών στρωμάτων. Ο παραγωγικός μετασχηματισμός δεν εξαντλείται στην οργάνωση των παραγωγικών δυνάμεων αλλά περιλαμβάνει, τις μορφές ιδιοκτησίας, το μοντέλο οργάνωσης της εργασίας & της διοίκησης των επιχειρήσεων και το θεσμικό πλαίσιο ρύθμισης των εργασιακών σχέσεων.

Επιπλέον ο αγώνας για την επαναφορά και διεύρυνση των εργασιακών, κοινωνικών και δημοκρατικών δικαιωμάτων που αφαιρέθηκαν τα επτά μνημονιακά χρόνια, συνδέεται με την πάλη για την κατάργηση των μνημονίων, την ακύρωση της λιτότητας, τη διακοπή της αποπληρωμής του χρέους και τη διαγραφή του, την ευρεία σεισάχθεια στα ιδιωτικά χρέη, κοινωνικοποίηση και τον εργατικό έλεγχο του τραπεζικού συστήματος, την ανάκτηση του ελέγχου των δημοσίων εσόδων, την ακύρωση των ιδιωτικοποιήσεων, την επανάκτηση από το Δημόσιο και ανασυγκρότηση των δημόσιων, στρατηγικής σημασίας επιχειρήσεων.

Ο αγώνας αυτός βέβαια σε καμιά περίπτωση δεν σημαίνει ότι υποτιμάμε τα επιμέρους αιτήματα, που συσπειρώνουν ευρύτερες δυνάμεις εργαζομένων. Από την άλλη, δεν πρέπει να καλλιεργούνται αυταπάτες στους εργαζόμενους ότι μπορούν στο πλαίσιο της μνημονιακής πολιτικής να επιλυθούν ουσιαστικά και ξεχωριστά τα προβλήματά τους.

Χρειάζεται λοιπόν σύνδεση των επιμέρους συνδικαλιστικών αιτημάτων με τα γενικότερα πολιτικά, με στόχο την ενεργοποίηση και κινητοποίηση του συνόλου της εργατικής τάξης και ιδιαίτερα των ανέργων και όχι μόνο της πρωτοπορίας της που κινητοποιείται σ’ όλες τις περιόδους και υπό οποιασδήποτε συνθήκες. Έτσι το επόμενο διάστημα – σε επίπεδο αιτημάτων – το συνδικαλιστικό κίνημα πρέπει να περάσει, από μια αμυντική σε μια επιθετική γραμμή και να μην αγωνίζεται για τη διάσωση κάποιων κατακτήσεων που έχουν απομείνει, αλλά να διεκδικήσει την επαναφορά των δικαιωμάτων των εργαζομένων και την αύξηση των αποδοχών του.

6. ΑΙΤΗΜΑΤΑ ΠΑΛΗΣ ΤΗΣ ΕΠΟΜΕΝΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ

  • Την άμεση επαναφορά του κατώτατου μισθού στο ύψος των 751€, την επαναφορά του θεσμού ΣΣΕ και την υποχρεωτική εφαρμογή τους, καθώς και του θεσμού των συλλογικών διαπραγματεύσεων και της διαιτησίας.

  • Τη χορήγηση επιδόματος ανεργίας σ’ όλους τους ανέργους, και για όσο είναι άνεργοι, στο 80% του κατώτατου μισθού (600,8€), πράγμα που θα έθετε τέρμα σε μια γενικευμένη κατάσταση κοινωνικής εξαθλίωσης, θα μείωνε την πίεση που ασκείται για την παραπέρα συρρίκνωση των δικαιωμάτων και των αμοιβών των ενεργών εργαζομένων, θα έκανε τη διεκδίκησή του και δικιά τους υπόθεση και θα έβαζε στην αγωνιστική αρένα και τους ανέργους για την υπογραφή της νέας Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας (ΕΓΣΣΕ).

  • Την επαναλειτουργία επιχειρήσεων που έκλεισαν από τους ίδιους τους εργαζόμενους, αφού προηγηθεί διαχειριστικός έλεγχος, με αυτοδιαχείριση και συνεταιριστικά σχήματα, με τη συμμετοχή και άλλων παραγωγικών φορέων και συνεταιρισμών και τη διεκδίκηση από την πολιτεία της θεσμοθέτησης του κατάλληλου νομικού πλαισίου και την διευκόλυνση της τραπεζικής ρευστότητάς τους.

  • Την προώθηση ενός προγράμματος μαζικών προσλήψεων μόνιμου προσωπικού για την κάλυψη όλων των αναγκών στα νοσοκομεία, την εκπαίδευση, την αυτοδιοίκηση, τα ασφαλιστικά ταμεία, τους ελεγκτικούς μηχανισμούς και σ’ όλες τις κοινωνικές υπηρεσίες.

Διεκδικούμε άμεσα τη μετατροπή όλων των ατομικών συμβάσεων σε αορίστου χρόνου των εργαζομένων στις υπηρεσίες καθαριότητας των δημοσίων υπηρεσιών, των νοσοκομείων και των ΟΤΑ, καθώς και των συμβάσεων όλων των υπηρεσιών που ανανεώνονται κάθε χρόνο, στο πλαίσιο υλοποίησης προγραμμάτων που εξυπηρετούν πάγιες και διαρκείς ανάγκες σ’ όλους τους φορείς του Δημοσίου.

  • Την άμεση εφαρμογή της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας και του επταμισάωρου χωρίς μείωση των αποδοχών στην προοπτική του επτάωρου και του 35ωρου για να αντιμετωπιστεί η μάστιγα της ανεργίας και για να μην κερδίζουν μόνο οι καπιταλιστές και το κράτος από την γενικευμένη εφαρμογή των νέων τεχνολογιών και της πληροφορικής σ’ όλη την αλυσίδα της παραγωγικής δραστηριότητας.

  • Την ακύρωση στην πράξη της αξιολόγησης δομών, υπηρεσιών και προσωπικού στο δημόσιο, τα ΝΠ και τους ΟΤΑ, γιατί υπηρετεί τις μνημονιακές ανάγκες για τη συρρίκνωσή του και τις νεοφιλελεύθερες επιλογές για λιγότερο (κοινωνικό) και «επιτελικό» κράτος, όργανο στα χέρια ιδιωτικών συμφερόντων.

  • Τη σταδιακή επαναφορά των αμοιβών των δημοσίων υπαλλήλων στην προ μνημονίων εποχή, με την ανάλογη αύξηση του βασικού εισαγωγικού μισθού, καθώς και την άμεση επαναφορά του 13ου και 14ου μισθού και όλων των απωλειών των συντάξεων μέχρι 1.500€.

  • Την αύξηση του αφορολόγητου από τις 8.637€ που είναι σήμερα, στις 12.000€ τουλάχιστον απέναντι στη νέα μείωση που σχεδιάζεται για 5.900€ , τη μείωση των συντελεστών ΦΠΑ για τα ήδη λαϊκής κατανάλωσης και ανάγκης, την κατάργηση του ΕΝΦΙΑ καθώς και τη φοροελάμφρυνση των λαϊκών στρωμάτων και τη φορολόγηση των κερδών του κεφαλαίου και της μεγάλης ιδιοκτησίας.

  • Τη ρύθμιση όλων των δανείων που έχουν πάρει οι εργαζόμενοι σήμερα είτε αποπληρώνονται με τους ίδιους ετεροβαρείς όρους σύναψής τους, είτε υπάρχει αδυναμία εξυπηρέτησής τους με κίνδυνο την απώλεια της κατοικίας τους. Διεκδικούμε τη διαγραφή ποσοστού του κεφαλαίου που αντιστοιχεί στην πραγματική μείωση του μισθού και αποπληρωμή του υπόλοιπου κεφαλαίου με ευνοϊκούς όρους ρύθμισης.

  • Την κατάργηση της ενοικιαζόμενης εργασίας, της μερικής απασχόλησης και της ελαστικής και εκ της περιτροπής εργασίας και την κάλυψη όλων των παγίων και διαρκών αναγκών, σ’ όλους τους τομείς της παραγωγικής δραστηριότητας, σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, με προσωπικό μόνιμης, σταθερούς και πλήρους απασχόλησης. Την κατάργηση των εργολαβιών και της εκχώρησης αρμοδιοτήτων σε ιδιώτες σ’ όλο το δημόσιο τα ΝΠΔΔ, τα νοσοκομεία και τους ΟΤΑ.

  • Το σταμάτημα των ιδιωτικοποιήσεων δημοσίων οργανισμών και επιχειρήσεων, καθώς και της εκχώρησης δημόσιων και κοινωνικών υπηρεσιών στους ιδιώτες και κάθε πλειστηριασμού κύριας κατοικίας.

  • Αγωνιζόμαστε για την επανάκτηση από το δημόσιο όλων των επιχειρήσεων και οργανισμών στρατηγικής σημασίας καθώς και των υποδομών που έχουν ιδιωτικοποιηθεί ή εκχωρηθεί στους ιδιώτες, γιατί αποτελούν εργαλεία για τον παραγωγικό μετασχηματισμό της οικονομίας σε όφελος των εργαζομένων.

Η άμεση διεκδίκηση των παραπάνω δεν είναι εξωπραγματική. Φαντάζει έτσι μόνο για όσους κινούνται στο πλαίσιο των μνημονιακών και νεοφιλελεύθερων πολιτικών, ενώ είναι πολύ ρεαλιστική στο πλαίσιο μιας πολιτικής που θα στηρίζεται στο λαό και στους εργαζόμενους, θα προτάσσει τα συμφέροντά τους και όχι την εξυπηρέτηση των δανειστών, θα επιλέγει τη σωτηρία του λαού και την αξιοπρέπεια της χώρας και όχι τη διάσωση του ευρώ, της ευρωζώνης και των χρεοκοπημένων ιδιωτικών επιχειρήσεων και τραπεζών.

7. ΑΝΑΓΚΑΙΑ Η ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ

Το αποτελεσματικό εργαλείο για την αγωνιστική διεκδίκηση ενός τέτοιου πλαισίου αιτημάτων δεν μπορεί να είναι οι απαξιωμένες ηγεσίες του συνδικαλιστικού κινήματος σ’ όλα τα επίπεδα. Το μεγάλο ερώτημα είναι τι κάνουμε, αφού και ο άλλος συνδικαλιστικός πυλώνας, το ΠΑΜΕ, δεν κινείται σε μια διαφορετική τροχιά για την υπέρβαση αυτής της κατάστασης.

Μέχρι στιγμής ως ΜΕΤΑ έχουμε πει ότι «…Οι δυνάμεις του πρέπει να είναι σε μετωπική και ανειρήνευτη σύγκρουση μ’ αυτές τις αντιλήψεις, νοοτροπίες και πρακτικές αυτής (ΓΣΕΕ) της συμβιβασμένης και γραφειοκρατικής ηγεσίας του εργατικού κινήματος και με στραμμένο το βλέμμα τους έξω τα συνδικαλιστικά γραφεία, να απευθυνθούν στο σύνολο της εργατικής τάξης και κυρίως σ’ αυτό το τμήμα που είναι άνεργο, ελαστικά εργαζόμενο, χωρίς ΣΣΕ και με μισθούς πείνας, που δεν εξασφαλίζει καν την αναπαραγωγή του…» και ότι «…Οι απόψεις ότι η ΓΣΕΕ πχ μπορεί να αλλάξει από τα μέσα, περιορίζουν τη δράση μας στον στενά συνδικαλισμένο κόσμο και χάνουν από τον ορίζοντα τη συντριπτική πλειοψηφία της εργατικής τάξης που είναι ασυνδικάλιστη, που βιώνει τη σκληρή πραγματικότητα και που δυστυχώς θεωρεί αυτή τη συνδικαλιστική ηγεσία όχι μόνο άχρηστη, αλλά και επικίνδυνη…». «…Για το λόγο αυτό σήμερα, σε διάκριση με τον εργοδοτικό, κυβερνητικό και κομματικό συνδικαλισμό, είναι απολύτως αναγκαία, η συγκρότηση ενός ευρύτερου αγωνιστικού-ταξικού μετώπου με πρωτοβάθμια σωματεία, ταξικές ομοσπονδίες, αγωνιστές εργαζόμενους και συνδικαλιστές», το οποίο θα:

  • Παλέψει για να αποκαταστήσει το κύρος των συνδικάτων.

  • Ηγηθεί του αγώνα για την ανασύνταξη του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος σε ιδιωτικό και δημόσιο.

  • Αγωνιστεί για την άρση του διαχωρισμού και κατακερματισμού του και τη συγκρότηση ενιαίων και ισχυρών συνδικάτων που θα εκπροσωπούν όλους τους εργαζόμενους – ιδιωτικού και δημόσιου – Έλληνες και μετανάστες και τους άνεργους.

  • Συντονίσει την πάλη του με τους μικρούς και μεσαίους ελεύθερους επαγγελματίες και επιστήμονες που προλεταριοποιούνται, τους αγρότες, κτηνοτρόφους, αλιείς, που καταστρέφονται, ώστε να μπει ένα τέλος στα βάσανα του ελληνικού λαού, στην παραγωγική παρακμή και στην επιτροπεία της χώρας μας…».

  • Να ανοίξει μέτωπο ενάντια στις φασιστικές, ρατσιστικές και ξενοφοβικές αντιλήψεις, να αναδεικνύει τους υπεύθυνους των προβλημάτων που είναι τα συμφέροντα του κεφαλαίου και οι ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και της Βορείου Αφρικής. Ταυτόχρονα πρέπει να ανοίγουμε μαζικά μέτωπο και να ορθώσουμε τείχος απέναντι στην προσπάθεια της Χρυσής Αυγής να εισχωρήσει μέσα στο συνδικαλιστικό κίνημα.

Ταυτόχρονα πρέπει σοβαρά να επανεξετάσουμε συνολικά το πλαίσιο δράσης και διαπραγμάτευσης των συνδικάτων, που διαμορφώθηκε την μεταπολεμική περίοδο στις προηγμένες καπιταλιστικές χώρες και στη χώρα μας. Το μεγάλο κεφάλαιο και οι κυβερνήσεις του παραχώρησαν μια γωνιά του «κήπου» τους στους εργαζόμενους και τα συνδικάτα τους, που αφορούσαν κυρίως στο θέμα των όρων αμοιβής και εργασίας. Τα απέκοψαν έτσι από τα κρίσιμα ζητήματα του εργατικού ελέγχου επί της παραγωγικής διαδικασίας και του παραγωγικού και τεχνολογικού εκσυγχρονισμού της, αναγνωρίζοντας μ’ αυτόν τον τρόπο το δικαίωμα στο κεφάλαιο να οργανώνει και διευθύνει την παραγωγή.

Αν μπορέσουμε να δώσουμε πειστική απάντηση σ’ αυτά τα ερωτήματα, μέσα από τις συζητήσεις και τον προβληματισμό που πρέπει να αναπτυχθεί σε τοπικό-νομαρχιακό και κλαδικό επίπεδο θα καθορίσουμε και τον βηματισμό για την υλοποίησή τους. Θα είναι η μεγάλη μας επιτυχία και μια μεγάλη συμβολή στους εργαζόμενους και το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα, γιατί αυτό που υπάρχει πεθαίνει και δεν μπορεί να είναι χρήσιμο στις σημερινές συνθήκες.

Για το σκοπό αυτό τείνουμε το χέρι στους συντρόφους και συναγωνιστές, που βρισκόμαστε στο ίδιο στρατόπεδο και πολεμάμε από τα ίδια χαρακώματα, που αντιπαλεύουμε τον εργοδοτικό και νεομνημονιακό – κυβερνητικό συνδικαλισμό και για διάφορους λόγους είχαν τις επιφυλάξεις τους με την πρωτοβουλία για την ανασυγκρότηση του ΜΕΤΑ. Καλούμε επίσης συνδικαλιστικές συλλογικότητες και αγωνιστές συνδικαλιστές, που κινούμαστε παράλληλα, βρισκόμαστε μαζί στους αγώνες, ακόμα και σε κοινά ψηφοδέλτια, σε αρχαιρεσίες συνδικάτων, που έχουν προοδευτικό αντιμνημονιακό προσανατολισμό και κινούνται στο χώρο της ευρύτερης συνδικαλιστικής ριζοσπαστικής Αριστεράς. Στόχος μας είναι η διαμόρφωση ενός αυτόνομου, αγωνιστικού, ταξικού πόλου μέσα στο σκ που θα πρωταγωνιστήσει στην ανασυγκρότησή του και θα συμβάλλει στην ανασύνταξη και στην αντεπίθεσή του. Μοναδική εγγύηση για ουσιαστικές αλλαγές είναι οι ενωτικοί αγώνες, οι μεγάλες κοινωνικές συμμαχίες όπου θα κυριαρχούν οι πολιτικές αξίες και η ηθική του εργατικού κινήματος, με αμοιβαία κατανόηση και σεβασμό με σχέσεις ανοιχτές, ειλικρινείς και αλληλέγγυες.

ΑΘΗΝΑ, 11 ΜΑΡΤΙΟΥ 2017


Σύνδεσμος για να κατεβάσετε την Απόφαση

docx-red