3.3 C
Athens
Κυριακή, 5 Φεβρουαρίου, 2023

Ο λαϊκός ταξικός συνασπισμός έναντι του αστικού κοινωνικού μπλοκ

Πρόσφατα

Από τον Ανέστη Ταρπάγκο

Η μνημονιακή περίοδος που διανύουμε εδώ και μια ολόκληρη εξαετία χαρακτηρίζεται από την πλέον έντονη ταξική πόλωση στους κοινωνικούς συσχετισμούς, ανάμεσα στον συνασπισμό των εργατικών και λαϊκών δυνάμεων και στο μπλοκ των κυρίαρχων αστικών δυνάμεων. Κι’ αυτό γιατί η εφαρμογή των συνεχών μνημονίων, ως εργαλείων ανάταξης του ελληνικού καπιταλισμού και τροφοδότησης της κερδοσκοπίας του ευρωπαϊκού τραπεζικού κεφαλαίου δια μέσου του δημόσιου χρέους και της αποπληρωμής του, δεν έχει αφήσει άθικτη καμία πλευρά της ζωής της εργαζόμενης κοινωνικής πλειοψηφίας, καταβαραθρώνοντας το βιοτικό της επίπεδο και αποψιλώνοντας τα δικαιώματά της. Κατά συνέπεια μια αριστερή ριζοσπαστική πολιτική που έχει στο επίκεντρό της την ακύρωση των μνημονιακών ρυθμίσεων, την παύση πληρωμών και διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους, την απαλλαγή από τους δημοσιονομικούς και νομισματικούς καταναγκασμούς της ευρωζώνης, και την διέξοδο από την καπιταλιστική κρίση προς όφελος των δυνάμεων της εργασίας, χρειάζεται να αντιστοιχηθεί σ’ αυτή την βαθειά ταξική πόλωση και να προσδώσει κοινωνική και πολιτική υπόσταση στα στρώματα των «από κάτω». Αν ιστορικά η σοσιαλδημοκρατία λειτούργησε ως αμορτισέρ απορρόφησης των κοινωνικών κραδασμών, η έκλειψή της και η μετάβασή της στην νεοφιλελεύθερη κεντροαριστερά, όπως και η σημερινή κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, έχει κάνει το κοινωνικό όχημα να πορεύεται χωρίς αναρτήσεις, με εξαιρετικά σοβαρούς κινδύνους στην κίνησή του.

Ο ταξικός χαρακτήρας του αντιμνημονιακού λαϊκού μετώπου

Η καθαρότητα των ταξικών προσδιορισμών στην σημερινή περίοδο είναι προϋπόθεση εκ των ων ουκ άνευ για την ριζοσπαστικότητα της αριστερής πολιτικής. Οποιοσδήποτε συσκοτισμός και στρέβλωση αυτών των προσδιορισμών μπορεί να αποβεί μοιραίος για τις λαϊκές τάξεις. Μ’ αυτή την έννοια ο λαϊκός κοινωνικός συνασπισμός (αυτός άλλωστε που πολώθηκε προς την πλευρά του «όχι» στο δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου 2015), απαρτίζεται από τον δημοσιοϋπαλληλικό κόσμο, τους μισθωτούς της καπιταλιστικής παραγωγής, τους ανέργους, τους συνταξιούχους της εξαρτημένης εργασίας , το μεταναστευτικό εργατικό δυναμικό ( τους νέους, ως επί το πλείστον επιστήμονες, που έχουν μεταναστεύσει από την αρχή της καπιταλιστικής κρίσης μέχρι σήμερα στις δυτικές ευρωπαϊκές οικονομίες), καθώς και τα κατώτερα αυτοαπασχολούμενα μικροαστικά στρώματα ορισμένων κατηγοριών των ελευθέρων επαγγελμάτων. Από την άλλη πλευρά το κυρίαρχο αστικό μπλοκ περιλαμβάνει την αστική τάξη στην πολλαπλότητα των εκφράσεών της (στους κλάδους της παραγωγής και στην ιεραρχική διαβάθμιση των επιχειρήσεων), καθώς επίσης τα μεσαία και ανώτερα στρώματα των μικροαστικών τάξεων, είτε απασχολούνται ανεξάρτητα, είτε βρίσκονται στα ανώτερα κλιμάκια της επιχειρηματικής και δημόσιας διοικητικής ιεραρχίας.

Έτσι, στις σημερινές συνθήκες δεν μπορεί να αναβιώνουν «αντιμονοπωλιακές» αντιλήψεις κοινωνικών συμμαχιών, ευρύτατα διαδεδομένες στο ευρωπαϊκό κομμουνιστικό κίνημα σε προηγούμενες δεκαετίες, που επιχειρούσαν, ή και σήμερα επιχειρούν να συσπειρώσουν κοινωνικά το σύνολο όλων των κοινωνικών τάξεων με εξαίρεση την «χούφτα των μονοπωλίων», μια τακτική που πανηγυρικά απέτυχε στις πολιτικές της εφαρμογές. Άλλωστε, οι δυνάμεις που πολώθηκαν προς την πλευρά του «ναι» στο δημοψήφισμα του 2015 δεν αντιπροσώπευαν μόνον την «μονοπωλιακή» κορυφή της επιχειρηματικής πυραμίδας, αλλά απεναντίας συμπεριελάμβαναν τόσο το σύνολο των αστικών στρωμάτων, όσο και εκείνο των μεσαίων και ανώτερων μικροαστικών μερίδων. Το ότι έτσι δεκάδες χιλιάδες μικρομεσαίες επιχειρήσεις έχουν βάλει λουκέτο, ως δευτερογενές αποτέλεσμα της κρίσης υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου και της εισοδηματικής λιτότητας, που συρρίκνωσε την καταναλωτική δαπάνη, αυτό δεν διαφέρει από την εκκαθάριση ακόμη μεγαλύτερων εταιριών στα πλαίσια της λειτουργίας των εκκαθαριστικών μηχανισμών των λιγότερο αποδοτικών κεφαλαίων. Έτσι, όπως δεν τίθεται ζήτημα λαϊκής συμμαχίας με τμήματα της επιχειρηματικής εργοδοσίας που έχουν τεθεί στο περιθώριο, το ίδιο ισχύει και για τα μικρά και μεσαία επιχειρηματικά κεφάλαια.

Συνεπώς η κοινωνική συμμαχία των λαϊκών τάξεων έχει πρωτίστως αντιμνημονιακά χαρακτηριστικά, δηλαδή μέτωπο τόσο απέναντι στην επιχειρηματική εργοδοσία, όσο και απέναντι στις αστικές κυβερνήσεις, καθώς και τέλος στα όργανα της ευρωπαϊκής καπιταλιστικής διεθνοποίησης. Μ’ άλλες λέξεις ευθύς εξ αρχής γίνεται φανερό ότι ο αντιμνημονιακός λαϊκός προσανατολισμός παίρνει εκ των πραγμάτων αντικαπιταλιστικά και όχι «αντί -μονοπωλιακά» χαρακτηριστικά, εφόσον η οποιαδήποτε εργατική επιδίωξη κλονίζει αντικειμενικά τους όρους ανάταξης του ελληνικού καπιταλισμού, που δεν είναι άλλοι από τις διατάξεις και ρυθμίσεις των τριών μνημονίων. Αντί να αναζητούμε διαταξικές συμμαχίες στον πέραν του λαϊκού συνασπισμού κοινωνικό χώρο, στο επίπεδο μικροαστικών και αστικών διαστρωματώσεων, πιστεύοντας ότι έτσι διευρύνουμε το πεδίο απεύθυνσης του αντιμνημονιακού λόγου, περισσότερο αναγκαίο είναι να διευρύνουμε τα όρια και την εμβέλεια επιρροής των αριστερών ριζοσπαστικών δυνάμεων στις διάφορες μερίδες των λαϊκών τάξεων, όπου άλλωστε αυτή η επιρροή είναι σαφέστατα ασθενική.

Κοινωνική δυναμική και κοινοβουλευτικές εκπροσωπήσεις

Το ζήτημα που τίθεται είναι πώς νοείται αυτό το ταξικό λαϊκό μέτωπο αντιμνημονιακού προσανατολισμού, αν δηλαδή αυτό γίνεται με όρους αστικής κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης ή με όρους κινηματικού χαρακτήρα. Προφανώς αυτή η μετωπική λαϊκή συμπαράταξη δεν υφίσταται στην αντικειμενική πραγματικότητα, αλλά υπάρχει ως ιδεολογική κατασκευή υποκειμενικού χαρακτήρα, με βάση τα αντικειμενικά συμφέροντα των λαϊκών τάξεων. Ωστόσο δεν υφίσταται μια τέτοια κοινωνική συγκρότηση, εφόσον δεν προσλαμβάνει οργανωτικά συνδικαλιστικά χαρακτηριστικά, στερείται ενιαίας πολιτικής στάσης, δεν έχει συνείδηση του πολιτικού του ρόλου. Η επίκλησή του με όρους εκλογικής εκπροσώπησης, παρόλη βέβαια την αυτονόητη σημασία της, είναι απρόσφορη εφόσον έχει αποκλειστικά εκλογικά χαρακτηριστικά. Άλλωστε, η οποιαδήποτε αριστερή πολιτική εκπροσώπηση δεν μπορεί να έχει βάθος, σταθερότητα και αποτελεσματικότητα εφόσον δεν βασίζεται στην υλική υπόσταση και κίνηση αυτού του αντιμνημονιακού λαϊκού μετώπου. Η πλατειά αριστερή πολιτική εκπροσώπηση των λαϊκών τάξεων, όπως συνέβη με την εκτίναξη του ΣΥΡΙΖΑ από το 4% στο 27% και από εκεί στο 36%, ήταν προϊόν πρωτίστως του απεργιακού κινήματος της περιόδου 2010 – 12 καθώς και του κινήματος των πλατειών, δηλαδή μιας σαφούς ταξικής κινηματικής δυναμικής.

Στη σημερινή συγκυρία που ξεκίνησε ήδη η εφαρμογή του τρίτου μνημονίου, το εργατικό λαϊκό κίνημα εμφανίζεται απονευρωμένο και αδρανοποιημένο, όπως αποδείχθηκε με την καταφανή του αδυναμία να προβάλει την όποια αντίσταση στην ψήφιση του ασφαλιστικού και φορολογικού νόμου του περασμένου Μαίου. Κατά συνέπεια η θέση για την πολιτική – εκλογική εκπροσώπηση των δυνάμεων της εργασίας, μετά την κινηματική άπνοια, είναι αδύναμη και δύσκολα μπορεί να έχει αποτελέσματα. Έχει αποδειχθεί ιστορικά ότι οι λαϊκές τάξεις κινούνται προς τα αριστερά μόνον αφού έχει προηγηθεί μια περίοδος έντονων ταξικών αντιπαραθέσεων και κοινωνικών κινητοποιήσεων (1974 – 81 με την ελληνική σοσιαλδημοκρατία, 2010-15 με τον ΣΥΡΙΖΑ). Συνεπώς ο μείζον πολιτικός ρόλος που έχει να διαδραματίσει το αριστερό ριζοσπαστικό κίνημα στις σημερινές συνθήκες, αντί να επικαλείται αντιμνημονιακά μέτωπα χωρίς κοινωνικές υλικές αντιστοιχήσεις, είναι ο προσανατολισμός για την τροφοδότηση της ανάπτυξης αυτού του αντιμνημονιακού κινήματος με όρους κοινωνικούς και συνδικαλιστικούς.

Η ανάδειξη έτσι αντιμνημονιακών κοινωνικών συσπειρώσεων – επιτροπών, που να απαρτίζονται από αγωνιστικά σωματεία, από ριζοσπαστικές κινήσεις, από επιμέρους εργαζόμενους, ανέργους, συνταξιούχους κλπ., με σκοπό την αυτοτελή κινητοποίησή τους για την ανατροπή των επίδικων μνημονιακών μέτρων και ρυθμίσεων, μπορεί να αποτελέσει μια επαρκή και αναγκαία βάση για τον επαναπροσδιορισμό των συγκεκριμένων όρων ανάταξης του λαϊκού κινήματος. Μπορούν έτσι να συγκροτηθούν αφετηριακά αντιμνημονιακά κοινωνικά κέντρα τα οποία να επωμισθούν την πραγματοποίηση των διαδικασιών συγκρότησης και κινητοποίησης των λαϊκών τάξεων : Ενεργοποιώντας τις ριζοσπαστικές κινήσεις στα συνδικάτα του δημόσιου τομέα της οικονομίας. – Ωθώντας τα σωματεία του ιδιωτικού τομέα σε ανασυγκρότηση και δραστηριοποίηση, και κυρίως δημιουργώντας εξ υπαρχής νέες μορφές συνδικαλιστικής συσπείρωσης, εφόσον οι παλιές έχουν παραφθαρεί ή περιπέσει σε αδράνεια. – Παίρνοντας την πρωτοβουλία ανάδειξης κινήσεων ανέργων, ιδιαίτερα σε κλαδικό επίπεδο, που να είναι σε θέση να θέσουν σε κίνηση τους αποκλεισμένους από την κοινωνική παραγωγή. – Διευρύνοντας τα όρια επιρροής και κινητοποίησης των ταξικών συνταξιουχικών οργανώσεων, τουλάχιστον όσων έχουν μια υπαρκτή υπόσταση και παρέμβαση κλπ.

Αναγκαίες κοινωνικές οριοθετήσεις της λαϊκής συμπαράταξης

Ένα τέτοιο αντιμνημονιακό κοινωνικό μέτωπο, με κάθε δυνατή ανεξαρτησία ως προς τους προσανατολισμούς και τις πρακτικές του έναντι των όποιων αριστερών πολιτικών υποκειμένων, χρειάζεται να έχει καθαρή οριοθέτηση από τρεις μορφές κοινωνικής οργάνωσης που κινούνται σε εντελώς διαφορετική τροχιά. Απαιτείται πρωτίστως να αναπτύσσεται και να δρα σε πλήρη αποστασιοποίηση από την ολοκληρωτική αναξιοπιστία και αφερεγγυότητα της γραφειοκρατίας του εργοδοτικού και κυβερνητικού συνδικαλισμού, ιδιαίτερα της ΓΣΕΕ, αλλά εξίσου και της ΑΔΕΔΥ. Οποιαδήποτε μορφή συμπαράταξης μ’ αυτές τις δυνάμεις δεν μπορεί παρά να συμπαρασύρει και την αντιμνημονιακή λαϊκή συσπείρωση στην παραφθορά και την καταστροφή. Άλλωστε η λογική που επικράτησε για μακρό χρονικό διάστημα για την «αλλαγή των συσχετισμών» στα γραφειοκρατικά θεσμικά πλαίσια του συνδικαλιστικού κινήματος αποδείχθηκε σενάριο επιστημονικής φαντασίας, αν δεν ήταν αποποίηση της ευθύνης για την αυτόνομη ανασύνταξη του εργατικού κινήματος.

Παράλληλα, είναι εξίσου αναγκαίος ο διαχωρισμός από οποιαδήποτε σύγκλιση και κοινή τροχιά με τα επιστημονικά και τεχνικά διαταξικά επιμελητήρια, που είναι σε σημαντικό βαθμό «συντεχνίες των μανδαρίνων» (μηχανικών, γιατρών κλπ.), εφόσον συσπειρώνουν στους κόλπους τους εκπροσώπους από όλες τις κοινωνικές τάξεις (π.χ. σχετικά με το ΤΕΕ ιδιοκτήτες τεχνικών εταιριών, μικρομεσαίους εργολήπτες, ανεξάρτητους επαγγελματίες, ανώτερα διοικητικά στελέχη του κράτους και των επιχειρήσεων καθώς και μισθωτούς και άνεργους τεχνικούς). Οι κοινωνικές αυτές εκπροσωπήσεις συντάχθηκαν σε κάθε περίπτωση κατηγορηματικά με το μέτωπο του «ναι» στο δημοψήφισμα του 2015, και οι όποιες διαμαρτυρίες τους δεν έχουν αντιμνημονιακό προσανατολισμό και υπόσταση. Και σ’ αυτή την περίπτωση η αντίληψη της «αλλαγής του συσχετισμού των δυνάμεων», που προβάλλεται από ορισμένες δυνάμεις των επιμελητηρίων, αντιλαμβάνεται κανείς ότι αποτελεί όνειρο θερινής νυκτός.

Τέλος, αναγκαίος προβάλλει ο διαχωρισμός με εκπροσωπήσεις μεσαίων στρωμάτων και δυνάμεων της μικρομεσαίας εργοδοσίας, οι οποίες εκφράζουν ενστάσεις έναντι της κυρίαρχης κυβερνητικής πολιτικής, μόνον που αυτές γίνονται κυριολεκτικά «από τα δεξιά», στο μέτρο που αυτές οι κοινωνικές κατηγορίες (έμποροι, βιοτέχνες κ.ά.) στελεχώνουν ισχυρά την βάση του αστικού κοινωνικού μπλοκ, έχουν ωφεληθεί από σημαντικά μνημονιακά μέτρα, και σε κάθε περίπτωση ούτε και οι ίδιες επιθυμούν την αγωνιστική συμπαράταξη με δυνάμεις της εργατικής τάξης ή των ανέργων. Η αντιμονοπωλιακή συμμαχία, πέρα του ότι είναι άγονη από την άποψη του πολιτικού της προσανατολισμού, είναι και πρακτικά ανέφικτη, εφόσον επιδιώκει, εντελώς ανορθόδοξα και αναποτελεσματικά, την κοινή μετωπική σύγκλιση λαϊκών δυνάμεων με δυνάμεις που ασκούν λειτουργίες αστικής κυριαρχίας.

Είναι πλέον προφανές, και αποδείχθηκε τόσο στην εκλογική αναμέτρηση του Σεπτεμβρίου 2015, όσο και με αφορμή την ψήφιση των νόμων του τρίτου μνημονίου την περασμένη άνοιξη, ότι οι όποιες δυνάμεις διαχωρίζονται από την χρεοκοπία της κυβερνητικής πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ, δεν μπορούν να αποκτήσουν διευρυμένο πολιτικό έρεισμα και ακροατήριο, εφόσον παραμένουν στο πεδίο της επίκληση ενός «συνεπούς ΣΥΡΙΖΑ», ο οποίος «προδόθηκε» από την ηγεσία του. Αυτό αντιπροσωπεύει μια ηθικό – πολιτικού τύπου προσέγγιση και δεν έχει σχέση με την υλική ταξική υπόσταση του ΣΥΡΙΖΑ (σχηματισμός του μικροαστικού εκσυγχρονισμού στην τροχιά της αστικής πολιτικής), τουλάχιστον από τον Ιούνιο 2012 και μετά. Η επίκληση μιας «πραγματικής» και «αληθινής» Αριστεράς έχει πλέον περιορισμένη εμβέλεια και προοπτική. Γιατί αντικειμενικά ήταν η «υπαρκτή Αριστερά» (κατά το «υπαρκτός σοσιαλισμός») που έχει χρεοκοπήσει, τόσο με την υιοθέτηση της μνημονιακής πολιτικής από τον ΣΥΡΙΖΑ, όσο και από την καθυστερημένη εκδοχή του ΚΚΕ για την εμπειρία πρότυπο για το μέλλον, του ανατολικού κοινωνικού υποδείγματος, καθώς και από την μετατόπιση της σοσιαλδημοκρατίας σε εμπροσθοφυλακή του ακραίου νεοφιλελευθερισμού. Και οι λαϊκές τάξεις βιώνουν ακριβώς την χρεοκοπία αυτών των μορφών της αντικειμενικά «υπαρκτής Αριστεράς».

Αιχμές αντιμνημονιακής φύσης – ριζοσπαστικής προοπτικής

Οι υποτελείς κοινωνικές τάξεις που εντάσσονται στην αντίληψη του αντιμνημονιακού μετώπου, εμφανίζουν διαφορετικές κοινωνικές ταυτότητες, ωστόσο εκείνο που είναι αναγκαίο είναι ο προσδιορισμός ενωτικών επιδιώξεων αιχμής, μέσα από αυτή τη διαφορετικότητα. Μ’ αυτή την έννοια, οι κύριες αντιμνημονιακές αιχμές θα μπορούσαν να είναι :

α) Η χορήγηση επιδομάτων ανεργίας στην μεγάλη πλειοψηφία των μακροχρόνια ανέργων (αντιπροσωπεύουν τα τρία – τέταρτα του συνόλου και βρίσκονται εκτός παραγωγικής δραστηριότητας πάνω από έναν χρόνο), πράγμα που θα έθετε τέρμα σε μια γενικευμένη κατάσταση κοινωνικής εξαθλίωσης, και ταυτόχρονα θα εξουδετέρωνε την παραλυτική επίδραση του εφεδρικού στρατού επί των ενεργών εργαζομένων. Και προφανώς ο λόγος γίνεται για επιδόματα ανεργίας στο 70% – 80% του αποκατεστημένου κατώτατου μισθού των 750 ευρώ, σε σχέση με το αναξιοπρεπές επίδομα των 360 ευρώ που ισχύει σήμερα, και που δεν το παίρνει παρά ένα 15% των ανέργων.

β) Η αποκατάσταση του κατώτατου μισθού καθώς και των μισθών των συλλογικών συμβάσεων που ανεστάλη η εφαρμογή τους από τις αρχές του 2012, μέσα από σχετική νομοθετική παρέμβαση, γιατί ακριβώς με νομοθετικό τρόπο καταργήθηκαν, και δεν μπορεί να ισχυρίζεται η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ ότι αυτά μπορούν να αποκατασταθούν μέσα από ένα καινούριο πλαίσιο συλλογικών διαπραγματεύσεων, γιατί με την ανεργία στο 25% και την αδήλωτη εργασία στο 13%, μόνον αξιόλογες συλλογικές διαπραγματεύσεις δεν μπορούν να γίνουν και να οδηγήσουν σε θετικά αποτελέσματα για τον εργαζόμενο κόσμο.

γ) Η επαναφορά του επιπέδου των αμοιβών των εργαζομένων στις δημόσιες υπηρεσίες στα προηγούμενά τους επίπεδα, όπως προφανώς και του 13ου και 14ου μισθού. Το γεγονός ότι ο δημοσιοϋπαλληλικός κόσμος διαθέτει το σχετικό κοινωνικό «πλεονέκτημα» της μονιμότητας της απασχόλησης, αυτό δεν σημαίνει ότι εξ αυτού του λόγου μπορεί να περιστέλλεται το βιοτικό του επίπεδο, σε αντιστάθμισμα του γεγονότος ότι έχουν «ασφαλή εργασία», έναντι της εργατικής τάξης της καπιταλιστικής οικονομίας (ενεργό και άνεργη).

δ) Η αποκατάσταση του επιπέδου των συντάξεων στα επίπεδα που νόμιμα προβλέπονταν το 2010, με βάση άλλωστε και τις σχετικές αποφάσεις των ανωτάτων δικαστηρίων που κήρυξαν αντισυνταγματικές τις μειώσεις, καθώς και η επαναφορά της 13ης και 14ης σύνταξης. Η επίθεση σ’ αυτούς που στήριξαν την παραγωγική και οικονομική υπόσταση της κοινωνίας επί δεκαετίες, αντιπροσωπεύει τουλάχιστον γενοκτονία σε βάρος της εργατικής τάξης.

ε) Η επιμονή στην άμεση διαμόρφωση προοπτικών αξιοπρεπούς απασχόλησης των δυνάμεων της νεολαίας, ένα μέρος της οποίας (συνήθως μετά – πανεπιστημιακής μόρφωσης και εξειδίκευσης) βρίσκει ακόμη εργασιακές διεξόδους στις ευρωπαϊκές οικονομίες, χωρίς αυτό να λύνει το πρόβλημα της κοινωνικής της ενσωμάτωσης, ενώ ένα άλλο μέρος (νέοι επιστήμονες αλλά και απόφοιτοι τεχνολογικής ή δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης) λιμνάζει στο τέλμα της ανεργίας, ετεροαπασχόλησης, υποαπασχόλησης.

Τέτοιου είδους διεκδικήσεις αιχμής, μπορούν να αποτελέσουν το κορμό των άμεσων επιδιώξεων των αντιμνημονιακών κοινωνικών συσπειρώσεων, εφόσον φέρνουν στην επιφάνεια και αντιπαραβάλλουν τις ζωτικές λαϊκές ανάγκες με τα συμφέροντα της καπιταλιστικής ανάκαμψης και τις υπαγορεύσεις της ευρωπαϊκής υπερεθνικής ρύθμισης. Είναι σε θέση να τονώσουν την υποκειμενικότητα του λαϊκού παράγοντα και να τον ωθήσουν στην κινηματική ενεργοποίηση με αυθεντικά ταξικούς όρους, επιχειρώντας την αποδόμηση των βασικών πυλώνων του μνημονιακού πλαισίου. Βρίσκονται σε μια ριζοσπαστική τροχιά, και στην ανάπτυξή τους εκ των πραγμάτων προσλαμβάνουν σαφές αντικαπιταλιστικό πρόσημο. Προβάλουν την αντιπαράθεση ανάμεσα στις λαϊκές τάξεις και στο συνολικό μνημονιακό κοινοβουλευτικό τόξο που κυριαρχεί ασφυκτικά στο επίπεδο των εκλογικών εκπροσωπήσεων. Μέσα από αυτό το καμίνι της οξείας κοινωνικής αντιπαράθεσης μπορούν να διαμορφώνονται οι όροι για την κινηματική ανασύνθεση των αριστερών ριζοσπαστικών δυνάμεων και την υλική κοινωνική τους γείωση.

Προφανώς δεν πρόκειται παρά για αγωνιστικά λαϊκά αιτήματα αιχμής και προτεραιότητας, που στην πορεία δεν μπορούν παρά να εμπλουτίζονται με το ευρύτερο φάσμα των εργατικών αναγκών ( επαρκή λειτουργία δημόσιου νοσηλευτικού συστήματος, προάσπιση των δημόσιων κοινωφελών επιχειρήσεων κλπ.). Ωστόσο αυτές οι διεκδικήσεις αιχμής είναι εκείνες που μπορούν να αποτελέσουν τον κινητήριο μοχλό για την κοινωνική μετωπική ενεργοποίηση. Και βέβαια από την άλλη πλευρά τέτοιοι άμεσοι στόχοι πάλης (και εδώ είναι χρήσιμο να ανακαλέσει κανείς την γόνιμη εμπειρία του ΣΥΡΙΖΑ του 2008 με τους «15 προγραμματικούς στόχους πάλης»), εφόσον προωθηθούν, εκ των πραγμάτων ανοίγουν τους δρόμους της γενικευμένης χειραφέτησης και κοινωνικής απελευθέρωσης. Άλλωστε, και μόνον η ενδεχόμενη απαρχή υλοποίησης τέτοιου είδους αντιμνημονιακών επιδιώξεων, θέτουν ζήτημα τέτοιων πόρων που δεν μπορούν να προκύψουν παρά από εκτεταμένη κοινωνικοποίηση της καπιταλιστικής κερδοφορίας της ελληνικής οικονομίας.

Μια Αριστερά που ξεπερνά τη χρεοκοπία του ΣΥΡΙΖΑ και την οπισθοδρομικότητα του ΚΚΕ, προκειμένου να έχει γόνιμη συμβολή στο κίνημα δεν μπορεί σήμερα παρά να είναι λαϊκή, ριζοσπαστική, αντικαπιταλιστική. Να έχει ως πρωταρχική της λειτουργία, όχι την προβολή της υποκειμενικότητάς της, προκειμένου να διασφαλίσει κάποια κοινοβουλευτική εκπροσώπηση, αλλά την καθοριστική συμβολή στην ανάπτυξη του αντιμνημονιακού κοινωνικού μετώπου. Στο μέτρο που επιτυγχάνει έναν τέτοιο στόχο, επόμενο είναι να συμβάλει δημοκρατικά και δημιουργικά στην ριζοσπαστική πολιτικοποίηση αυτού του κινήματος και να διαμορφώνει όρους ευρέων αντικαπιταλιστικών εκπροσωπήσεων. Διαφορετικά θα ανακυκλώνεται στην προβολή πολιτικών επιδιώξεων που δεν γειώνονται έμπρακτα και υλικά στην ίδια την κίνηση των λαϊκών τάξεων.

Θεσσαλονίκη – Αύγουστος 2016

Παρόμοια Άρθρα

Παρατάξεις