Από το Γιώργο Χαρίση

Παρέμβαση στο Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο του ΜΑΧΩΜΕ «Ευρωζώνη, λαϊκή κυριαρχία και εθνικό νόμισμα», όπου ήταν καλεσμένος να μιλήσει. Το Συνέδριο πραγματοποιήθηκε 15-17 Γενάρη, στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Θέμα: Κοινωνικά κινήματα και διαδικασία αποδέσμευσης από την ευρωζώνη

Αγαπητοί σύντροφοι και συντρόφισσες…
Έχει μεγάλη αξία σήμερα, μετά τα έξι χρόνια εφαρμογής των μνημονιακών πολιτικών στη χώρα μας, που ξεκίνησαν το 2010 από το ΠΑΣΟΚ, συνεχίστηκαν από ΝΔ-ΠΑΣΟΚ και εφαρμόζονται σήμερα από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, να δούμε εν συντομία τα στάδια και την εξέλιξη αυτού του αγώνα, τα συμπεράσματα, που είναι χρήσιμο να βγάλουμε και κυρίως ποια είναι σήμερα τα καθήκοντα του εργατικού, αλλά και ευρύτερα του λαϊκού κινήματος στη χώρα μας.

1. Εμείς από την πρώτη στιγμή ως μια βασική συνδικαλιστική, αυτόνομη ταξική συνιστώσα του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος, εκτιμήσαμε ότι η οικονομική κρίση στη χώρα μας δεν είναι απλά μια δημοσιονομική κρίση, αλλά μια βαθιά κρίση του καπιταλιστικού συστήματος και μια προσπάθεια να χρησιμοποιηθεί η χώρα μας – ο αδύνατος κρίκος ΕΕ- ως πειραματόζωο με στόχο την ανατροπή όλων των εργασιακών, κοινωνικών και συνδικαλιστικών δικαιωμάτων των εργαζομένων και την διεύρυνση και παγίωση των πολιτικών της λιτότητας και των νεοφιλελευθερων εμμονών σε πανευρωπαϊκό επίπεδο.

Ο σκοπός ήταν και είναι προφανής: η μεγιστοποίηση των κερδών του μεγάλου κεφαλαίου, ντόπιου και διεθνούς και η εγκαθίδρυση και στο «επίσημο» ευρωπαϊκό πεδίο των συνθηκών εργασίας των χωρών της Ασίας και του επιπέδου ζωής και των δικαιωμάτων των χωρών του ανατολικού τμήματος της Ευρώπης, μετά την κατάρρευσης της ΕΣΣΔ και του «υπαρκτού» σοσιαλισμού.

Η τότε κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, προφανώς καθοδηγούμενη και από διεθνή οικονομικά και πολιτικά κέντρα, προσπάθησε να διχάσει την εργατική τάξη, λέγοντας ότι η κρίση είναι πρόβλημα των αυξημένων δημοσίων δαπανών και άρα με μια μείωσή τους θα οδηγούσε στο ξεπέρασμά της και γι’ αυτό το λόγο ξεκίνησε με μεγάλες περικοπές των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων, με συρρίκνωση και κατάργηση υπηρεσιών και με απολύσεις εργαζομένων, ισχυριζόμενοι ότι μ’ αυτό τον τρόπο αυξηθούν οι αποδοχές των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα.

Αυτό ως ένα βαθμό λειτούργησε στην ελληνική κοινωνία, στην αρχή, υποβοηθούμενο και από τη στάση της ηγεσίας του συνδικαλιστικού κινήματος στον ιδιωτικό τομέα, όπου ουσιαστικά αναγνώριζε ότι αυτή ήταν η αιτία και άρα και κάποια από τα μνημονιακά μέτρα θα έπρεπε να είχαν εφαρμοστεί από παλιότερα.

Τα αποτελέσματα είναι γνωστά: είχαμε μια βίαιη εσωτερική υποτίμηση με αποτέλεσμα την ραγδαία αύξηση της ανεργίας, τη μείωση των μισθών και συντάξεων, την περικοπεί κοινωνικών παροχών και δικαιωμάτων, το κλείσιμο επιχειρήσεων, την ισοπέδωση των μεσαίων κοινωνικών στρωμάτων, την ενίσχυση του αυταρχισμού και την περιστολή των δημοκρατικών δικαιωμάτων.

Οι ταξικές δυνάμεις μέσα στο εργατικό κίνημα πρόβαλαν την ανάγκη του συντονισμού όλων των δυνάμεων της κοινωνίας που πλήττονταν από τις μνημονιακές πολιτικές. Τότε παλέψαμε για τον συντονισμό των συνδικάτων δημόσιου και ιδιωτικού τομέα και την κοινή δράση τους με τους φορείς των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και εμπόρων, με τους επιστημονικούς και επαγγελματικούς φορείς και ήμασταν η δύναμη αυτή που πρωτοστάτησε για τη συνάντηση του εργατικού-συνδικαλιστικού κινήματος με το κίνημα των «αγανακτισμένων» και των πλατειών.

Αυτή η δράση οδήγησε σε μαζικές απεργιακές κινητοποιήσεις, που είχαν ως αποτέλεσμα την αλλαγή του πολιτικού σκηνικού στη χώρα μας μετά το 2012. Το γεγονός αυτό, ενώ κατά βάση ήταν θετικό, γιατί για να έχουν οι μαζικοί αγώνες αποτέλεσμα και να μπορούν να κινητοποιήσουν ευρύτερα κοινωνικά στρώματα, πρέπει να είναι ορατή και η πολιτική διέξοδος, αντέκρουσε στο ότι άρχισε να καλλιεργείται και από τα πάνω, αλλά και από το βαθμό συνειδητότητας του ίδιου του κινήματος, η λογική της ανάθεσης και της αναμονής. Το αποτέλεσμα ήταν να έχουμε μεν πολιτική εναλλαγή, αλλά αλλαγή πολιτικής να μην έχουμε. Αντίθετα, μετά την μνημονιακή στροφή της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, να έχουμε την εφαρμογή και αυτών των πολιτικών που τα προηγούμενα χρόνια δεν μπόρεσαν να εφαρμοστούν.

Παρόλα αυτά, η μνημονιακή μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ και της κυβέρνησής του δεν δικαίωσε της άλλες δυνάμεις της Αριστεράς, σε πολιτικό και συνδικαλιστικό επίπεδο, οι οποίες εγκλωβισμένες στο δογματισμό και τον σεχταρισμό τους, δεν μπόρεσαν να «πιάσουν» το νήμα και τις ανάγκες των ευρύτερων κοινωνικών στρωμάτων και να διατυπώσουν μια πειστική εναλλακτική πολιτική διέξοδο, που θα συσπείρωνε τα στρώματα της κοινωνίας που πλήττονταν από τις μνημονιακές πολιτικές σε ένα μεγάλο ρεύμα κοινωνικής ανατροπής.

Αυτή η προοπτική είναι και σήμερα το ζητούμενο, μετά και την πρόσφατη εμπειρία της κυβερνητικής αποτυχίας και της μετάλλαξης του ΣΥΡΙΖΑ, γιατί σε συνθήκες, όπως είναι νομίζω ακόμα οι σημερινές, κρίσης δηλ. της πολιτικής ηγεμονίας της αστικής τάξης, οι εργαζόμενες τάξεις δεν μπορούν να στοχεύουν σε τίποτα λιγότερο από την κατάληψη της κυβερνητικής εξουσίας.

Άρα και το αίτημα για κυβέρνηση της Αριστεράς πρέπει να επαναδιατυπωθεί με σύγχρονους όρους, από άλλες πολιτικές δυνάμεις και με ένα συνεκτικό ριζοσπαστικό πρόγραμμα τομών και αλλαγών σε αντικαπιταλιστική κατεύθυνση, με ορίζοντα τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας μας, παίρνοντας υπόψη την πρόσφατη εμπειρία και κυρίως την αναγκαιότητα πολιτικής διεξόδου στην συνεχιζόμενη μνημονιακή καταστροφή, αλλά και στους λαϊκούς και κοινωνικούς αγώνες που αναπτύσσονται.

2. Η εξαετής εμπειρία της αντιμνημονιακής πάλης και της ανάπτυξης των αγώνων της εργατικής τάξης και των άλλων πληττόμενων κοινωνικών στρωμάτων απ’ τις βάρβαρες μνημονιακές πολιτικές, ανέδειξε την αναγκαιότητα της επιλογής των κατάλληλων κάθε φορά μορφών πάλης, του συντονισμού των κοινωνικών αγώνων και της πολιτικοποίησης των αιτημάτων τους.

Λένε οι συμβιβασμένες πλειοψηφίες του συνδικαλιστικού κινήματος, ιδιαίτερα της ΠΑΣΚΕ και της ΔΑΚΕ στη ΓΣΕΕ ότι “τι άλλο θα θέλατε να κάναμε, αφού κάναμε 42 γενικές απεργίες και χιλιάδες κλαδικές”.

Το πρόβλημα όμως δεν είναι ποσοτικό.

Πώς να αντιπαρατεθείς νικηφόρα απέναντι σ’ αυτές τις αντεργατικές πολιτικές:

– Όταν απέναντι στην λογική του μονόδρομου των νεοφιλελεύθερων μνημονιακών πολιτικών δεν προβαλλόταν ένας άλλος, εναλλακτικός και ριζοσπαστικός δρόμος ανατροπής της μνημονιακής πολιτικής και της κυριαρχίας του κεφαλαίου και των εκπροσώπων του, που θα έδινε όραμα, προοπτική και ελπίδα στον κόσμο της εργασίας;

– Όταν η ηγεσία συνδικαλιστικού κινήματος και της ΓΣΕΕ δικαιολογούσε τα μνημόνια και το διαχωρισμό των εργαζόμενων μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου τομέα;

– Όταν απέναντι στον μνημονιακό οδοστρωτήρα επέλεγε, αντί ενός σχεδίου γενικής αντιπαράθεσης και αποφασιστικού αγώνα διάρκειας, την απλή διαμαρτυρία, πολλές φορές χωρίς τη θέλησή της, απλά για εκτόνωση της δυσαρέσκειας και της διαμαρτυρίας;

– Όταν τάσσονταν υπέρ του ΝΑΙ στο δημοψήφισμα του περασμένου Ιουλίου, μαζί με το ντόπιο και ευρωπαϊκό πολιτικό και οικονομικό κατεστημένο, δηλαδή με όλους τους ταξικούς αντιπάλους των εργαζομένων.

– Όταν δεν υπήρχε ο συντονισμός όλων των δυνάμεων της εργασίας, με αποτέλεσμα να αναπτύσσονται μεμονωμένη κλαδικοί αγώνες, πολλές φορές μαζικοί, με διάρκεια και αποφασιστικότητα, που όμως κατέληγαν όλοι στην ήττα και την απογοήτευση;

– Όταν την πρωτοβουλία των κινήσεων πάντα την είχαν οι κυβερνήσεις, με αποτέλεσμα το σύνολο σχεδόν των γενικών απεργιακών κινητοποιήσεων να γίνονταν την ημέρα που συζητιούνταν ή ψηφίζονταν τα διάφορα νομοσχέδια στη βουλή, να εξαγγέλλονται γι’ αυτό το λόγο την τελευταία στιγμή, χωρίς ένα σχέδιο προετοιμασίας, ενημέρωσης, συμμετοχής των εργαζομένων και κλιμάκωσης των κινητοποιήσεών τους;

– Όταν δεν υπήρχε πολιτική βούληση και δεν αναλαμβάνονταν πρωτοβουλίες συντονισμού του αγώνα του εργατικού – συνδικαλιστικού κινήματος με τα μεσαία στρώματα, τους επαγγελματοβιοτέχνες και τους εμπόρους, τους ελεύθερους επαγγελματίες, τους αυτοαπασχολούμενους και τους αγρότες, στρώματα δηλ. που πλήγηκαν ιδιαίτερα ή ακόμα και καταστράφηκαν κατά τη μνημονιακή περίοδο και που σήμερα δέχονται το τελειωτικό τους χτύπημα με το ασφαλιστικό, το φορολογικό, τα “κόκκινα” δάνεια και τους πλειστηριασμούς;

– Όταν ακόμα και δυνάμεις που θέλουν να λέγονται ταξικές και να μονοπωλούν τον ταξικό – αγωνιστικό προσανατολισμό μέσα στο κίνημα, όπως οι δυνάμεις του ΠΑΜΕ, επέλεξαν τον μοναχικό τους δρόμο, σαμποτάροντας την ανάγκη οικοδόμησης ενός ευρύτερου εργατικού και κοινωνικού μετώπου για να μπει ένα φρένο στην καταστροφή; Ακόμη και χθες στο μεγάλο συλλαλητήριο ενάντια στο ασφαλιστικό, δεν συμμετείχαν, ενώ οι δυνάμεις του στο δημόσιο και σε άλλους χώρους το ψήφισαν, φαινόταν ότι το στήριζαν και κάποια στιγμή μεσοβδόμαδα, με άνωθεν κομματική εντολή, αποσύρθηκαν και ανακοίνωσαν ξεχωριστό συλλαλητήριο στις 23/1/2016, που κατά την άποψή μου θα πρέπει να ανακοινωθεί και να συνδιοργανωθεί απ’ όλο το συνδικαλιστικό κίνημα.

3. Στη σημερινή συγκυρία, όπου το θέμα του ασφαλιστικού θα κυριαρχήσει, καθοριστικό ρόλο θα παίξουν τα μεσαία στρώματα, οι ελεύθεροι επαγγελματίες, οι επιστήμονες και οι αγρότες, στρώματα και κλάδοι κατεστραμμένοι, στους οποίους με το 3ο μνημόνιο επιχειρείται να δοθεί το τελειωτικό χτύπημα.

Ο συντονισμός της δράσης του εργατικού – συνδικαλιστικού κινήματος μ’ όλα αυτά τα στρώματα και τις κοινωνικές ομάδες, μπορεί να δώσει νικηφόρους αγώνες, να επιδιώξουμε και να πετύχουμε να ΜΗΝ ΠΕΡΑΣΟΥΝ ΤΑ ΝΕΑ ΑΝΤΙΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ.

Η θετική έκβαση του αγώνα για το ασφαλιστικό είναι σίγουρο ότι θα τροφοδοτήσει πολιτικές εξελίξεις στη χώρα μας και θα συμβάλει καθοριστικά στην έκβαση του αγώνα στα ανοιχτά μέτωπα που έχουμε μπροστά μας, που είναι οι πλειστηριασμοί και τα “κόκκινα” δάνεια, οι ιδιωτικοποιήσεις και το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας, τα εργασιακά και οι ομαδικές απολύσεις, οι συλλογικές διαπραγματεύσεις και οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας κλπ.

Οι μεθοδεύσεις κατ’ απαίτηση των δανειστών για την αλλαγή της συνδικαλιστικής νομοθεσίας για των περιορισμό των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων των εργαζομένων, με κύρια αιχμή τον περιορισμό του δικαιώματος της απεργίας να την νομιμοποίηση της ανταπεργίας.

Κατά συνέπεια η γενική απεργία που έχει εξαγγελθεί για τις 4 Φλεβάρη 2016 πρέπει να πάρει παλλαϊκά χαρακτηριστικά και να αποτελέσει το επόμενο βήμα με στόχο την κλιμάκωση των αντιδράσεων και των κινητοποιήσεων με στόχο να μην κατατεθεί στη βουλή!

Είναι ανάγκη όμως να επισημάνουμε ότι παρά την πείρα που είναι συσσωρευμένη σχετικά με τις μορφές πάλης, πολλές φορές αυτές απολυτοποιούνται.

Οι καταλληλότερες μορφές πάλης είναι αυτές που ανταποκρίνονται στις κάθε φορά ανάγκες και δυνατότητες και κυρίως είναι αυτές που μπορούν να δώσουν αντοχή, συνέχεια, διάρκεια και προοπτική και να εξασφαλίζουν τη μεγαλύτερη δυνατή μαζικότητα. Η απολυτοποίηση της απεργίας, και μάλιστα πολλές φορές χωρίς απεργούς, είναι αποτέλεσμα αδυναμίας του συνδικαλιστικού κινήματος και όχι ενός αγωνιστικού και ταξικού προσανατολισμού.

Στη διάρκεια της προηγούμενης μνημονιακής περιόδου νικηφόρες ήταν αυτού του είδους οι κινητοποιήσεις (βλ. τον αγώνα κατά της αξιολόγησης των ΔΥ, τον αγώνα των καθαριστριών, των σχολικών φυλάκων κλπ) πολύ περισσότερο που σήμερα με την υψηλή ανεργία και το φόβο των απολύσεων, τη διεύρυνση της ελαστικής εργασίας και την περικοπή των μισθών, δυσκολεύονται πολλά τμήματα των εργαζομένων και δεν αντέχουν την επιπλέον, λόγω απεργιών, περικοπή των μισθών τους.

4. Ένα άλλο στοιχείο που έγινε συνείδηση τα προηγούμενα χρόνια και που σήμερα ισχύει ακόμη πιο πολύ, πέρα από την αναγκαιότητα του συντονισμού των αγώνων σε πανεργατικό και παλλαϊκό επίπεδο, είναι η απαραίτητη πολιτικοποίηση της δράσης και των αγώνων και η σύνδεση των επιμέρους αιτημάτων της εργατικής τάξης με την πάλη για την ανατροπή των μνημονιακών πολιτικών και όσων τις υπηρετούν, γιατί συνεχίζει να ισχύει το γεγονός ότι η επίλυση και των επιμέρους κλαδικών ή άλλων προβλημάτων των εργαζομένων, προσκρούει στην μνημονιακή απαγορευτική λογική, όπου το επιμέρους συναρθρώνεται με το γενικό και αποτελεί ένα ενιαίο σύνολο που δεν επιτρέπει επιμέρους υποχωρήσεις, γιατί μπορεί να οδηγήσουν στο συνολικό του ξήλωμα αυτών των πολιτικών.

Πρέπει να επιμείνουμε λοιπόν στην πολιτικοποίηση των αιτημάτων του εργατικού – συνδικαλιστικού κινήματος και στην ανάγκη του περάσματος από μια αμυντική λογική που επικρατεί – να συγκρατήσουμε κάτι απ’ αυτά που μας επέμειναν – σε μια επιθετική γραμμή διεκδίκησης ανατροπής της λιτότητας, αυξήσεων για τους εργαζόμενους, επαναφοράς εργατικών δικαιωμάτων, επαναρρύθμισης της “αγοράς” εργασίας και μείωσης του ωραρίου εργασίας χωρίς μείωση αποδοχών και δικαιωμάτων.

Όμως δεν μπορούμε να δώσουμε πειστικές απαντήσεις και κυρίως διέξοδο και προοπτική στους αγώνες αν δεν συνδέσουμε τα επιμέρους προβλήματα με την ανάγκη εφαρμογής ενός προγράμματος αναβάθμισης της διεθνούς θέσης της χώρας, διακοπής της εξυπηρέτησης ενός άδικου, παράνομου, ταξικού και επονείδιστου δημοσίου χρέους, διαγραφής τουλάχιστον του μεγαλύτερου μέρους του, διαγραφής κατά περίπτωση και ρύθμισης και του ιδιωτικού χρέους, εθνικοποίησης και εργατικού-κοινωνικού έλεγχου του τραπεζικού συστήματος, σταμάτημα των ιδιωτικοποιήσεων και επανάκτηση από το κράτος των επιχειρήσεων στρατηγικής σημασίας, που θα χρησιμοποιηθούν ως εργαλείο για την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας σε όφελος του λαού και αναδιανομής του παραγόμενου πλούτου, σε όφελος των εργαζομένων και των αδύναμων κοινωνικών στρωμάτων.

Η εμπειρία όμως του πρώτου εξαμήνου της διακυβέρνησης της χώρας μας από το ΣΥΡΙΖΑ, κατέρριψε όλες τις αυταπάτες ότι δηλ. μπορεί να συμβαδίζει ένα ριζοσπαστικό, προοδευτικό πρόγραμμα εξόδου από την κρίση με την παραμονή της χώρας μας στο ευρώ και την ευρωζώνη ή ότι μπορεί να υλοποιηθεί αυτό χωρίς την οργάνωση του λαού και την αποφασιστικότητα της σύγκρουσης με τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης και έξοδό της από αυτή, εφόσον δεν γίνεται αλλιώς.

Απέναντι λοιπόν στην κατάσταση που βιώνει ο ελληνικός λαός δεν υπάρχει άλλος δρόμος από την οργάνωση της αντίστασης του ελληνικού λαού και των συνδικάτων ενάντια στα νέα ακόμη πιο βάρβαρα μέτρα που έρχονται. Σήμερα μπορεί να κυριαρχεί αμηχανία, μπορεί να φαίνεται δύσκολο να κινητοποιηθεί ο κόσμος, μετά την απογοήτευση και το αίσθημα ηττοπάθειας που επικρατεί, όμως επειδή θα ζήσει νέες περιπέτειες είναι σίγουρο ότι θα έχουμε και νέες κοινωνικές εκρήξεις.

Το εργατικό κίνημα και η Αριστερά πρέπει να συμβάλλουν στην οργάνωση της λαϊκής αντίστασης μέσα από τη συγκρότηση παντού, σ’ όλες τις συνοικίες, τις πόλεις, τα χωριά και τους χώρους δουλειάς, Λαϊκών Επιτροπών Αντίστασης. Αποτελεί χρέος μας να δώσουμε σ’ αυτούς τους αγώνες μια νέα πολιτική προοπτική και διέξοδο, που να συμπυκνώνεται στην ανάγκη της εφαρμογής ενός νέου προγράμματος παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας, σε όφελος του λαού και του τόπου, για την αντιμετώπιση της ανεργίας και για την αποκατάσταση της διεθνούς θέσης της χώρας στη βάση της ισοτιμίας και της δικαιοσύνης.

Αθήνα 17/1/2016