Οι μειώσεις μισθών δεν απέδωσαν

yp-ergasias 4

yp-ergasias 4Του Τζώρτζη Ρούσσου

Με τη θέση ότι οι πολιτικές εσωτερικής υποτίμησης συνέβαλαν στον τετραπλασιασμό της ανεργίας, στη μείωση κατά 1/5 της απασχόλησης και στη φτωχοποίηση του 1/3 της κοινωνίας έγινε ο σχεδιασμός στο υπουργείο Εργασίας για την ανάταξη των εργασιακών σχέσεων που θα οδηγήσουν στην ολική επαναφορά της ελληνικής οικονομίας.

Μάλιστα, σύμφωνα με το επιτελείο του υπουργού Εργασίας Π. Σκουρλέτη, μνημονιακές παρεμβάσεις στα εργασιακά συνέβαλαν στη διολίσθηση της πλειονότητας των μισθών και στην κατά 50% μείωση της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων.

Η «Εφ.Συν.» σήμερα παρουσιάζει τα κριτήρια που διαμόρφωσαν τον βασικό πυρήνα των επιλογών της κυβέρνησης στο θέμα της αγοράς εργασίας, μέσα από το ενημερωτικό κείμενο που συνέταξε ο σύμβουλος του υπουργού Εργασίας, Γιάννης Κουζής.

Μέσα από το κείμενο που παρουσιάζει η «Εφ.Συν.» αναδεικνύονται οι στόχοι που έχει θέσει το υπουργείο Εργασίας για να αποκαταστήσει τη βληθείσα τάξη στην αγορά εργασίας και την πραγματική ελληνική οικονομία, αλλά και στα επέκεινα των μνημονιακών πολιτικών που επέφεραν την «ερημοποίηση» της Ελλάδας.

Αντίθετα αποτελέσματα

Σύμφωνα λοιπόν με το υπουργείο Εργασίας, τα υφεσιακά μέτρα της περιόδου της κρίσης και των μνημονίων συνέτειναν σε σωρευτική μείωση του ΑΕΠ κατά 23,5% και κατά 20% της απασχόλησης. Ο κίνδυνος φτώχειας επεκτάθηκε από το 22% στο 34%, ενώ η ανεργία εκτοξεύθηκε από το 7,7% στο 27,5% (από το 25% στο 58% για τους νέους κάτω των 25 ετών), με τους ανέργους να αυξάνονται από τους 378.000 σε 1.350.000 σε μια περίοδο που ενισχύεται η διευκόλυνση των ατομικών και των ομαδικών απολύσεων.

Η πολυδιαφημισμένη μείωση των μισθών, από την άλλη, που δήθεν θα συνέβαλλε στην ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας, επέφερε τα ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα. Η μείωση με νόμο των κατώτατων μισθών (κατά 22% και 32% για τους νέους έως 25 ετών) και η αποδιάρθρωση του συστήματος των συλλογικών συμβάσεων και της επίλυσης των συλλογικών διαφορών συνέτειναν στη διολίσθηση της πλειονότητας των μισθών.

Ετσι καταφέραμε στα χρόνια του Μνημονίου:

Η Ελλάδα να είναι η μοναδική ευρωπαϊκή χώρα όπου, στην περίοδο της κρίσης, καταγράφηκε ονομαστική μείωση των κατώτατων μισθών 26% και 35,5% για τους νέους κάτω των 25 ετών.

Ο κατώτατος μισθός στην Ελλάδα είναι πλέον ο 5ος χαμηλότερος στην ευρωζώνη (από αντίστοιχα 8ος το 2008).

Ο μνημονιακός στόχος για μείωση του μοναδιαίου κόστους εργασίας κατά 15% υπηρετήθηκε με ιδιαίτερο ζήλο οδηγώντας στη γρήγορη υπέρβασή του στο 19% (17% και 22% για μισθολογικό και μη μισθολογικό κόστος, αντίστοιχα).

Το πραγματικό μισθολογικό κόστος μειώθηκε κατά 25,2% συμβάλλοντας κατά τα 4/5 στην αύξηση της κερδοφορίας και κατά 1/5 στη μείωση των τιμών, διευρύνοντας τις ανισότητες αφού κατά την περίοδο 2008-14 το μερίδιο της εργασίας στο συνολικά παραγόμενο εισόδημα υποχώρησε κατά 9 μονάδες (από το 62% στο 53%).

Το ύψος των πραγματικών μισθών υποχώρησε από το 81% στο 65% των αντίστοιχων μισθών της Ε.Ε.15

Η αγοραστική δύναμη των μισθών στην Ελλάδα υποχωρεί από τη 14η στη 18η θέση, στο πλαίσιο της Ε.Ε.28.

Η αγοραστική δύναμη υποχώρησε ανά εργαζόμενο κατά 32% και για το σύνολο της μισθωτής εργασίας κατά 50% λόγω της μείωσης των μισθών, της εξέλιξης του τιμάριθμου, της φορολογικής επιβάρυνσης και της μείωσης των κοινωνικών παροχών.

Το 2012 μέχρι το κατώτατο όριο των 751 ευρώ αμειβόταν το 17% των εργαζομένων (το 12% και 5% των πλήρως και μερικώς απασχολουμένων, αντίστοιχα).

Η μείωση των κατώτατων μισθών, η αποδόμηση των συλλογικών συμβάσεων και η εξατομίκευση των αμοιβών οδήγησαν το 45% των εργαζομένων (23% και 22% των πλήρως και μερικώς απασχολουμένων, αντίστοιχα) να αμείβεται με μισθούς μέχρι το παλιό κατώτατο όριο των 751 ευρώ.

Τι κατάφεραν με όλα αυτά οι μνημονιακές κυβερνήσεις που όμνυαν ότι έτσι θα έρθει η ανάπτυξη, με τους βουλευτές των Ν.Δ., ΠΑΣΟΚ, ΛΑΟΣ και ΔΗΜΑΡ να αισθάνονται, για μία 5ετία, σωτήρες της Ελλάδας;

Πολύ απλά η ανταγωνιστικότητα της χώρας κατά την περίοδο της κρίσης και των μνημονίων υποχώρησε από την 69η στην 96η θέση ανάμεσα σε 144 χώρες, για να βρεθεί στην 81η θέση πρόσφατα, σύμφωνα με το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ. Κάπως έτσι η μονομερής προσήλωση στη μείωση του κόστους εργασίας για την αύξηση της ανταγωνιστικότητας αποτέλεσε, σύμφωνα με τον κ. Κουζή, αναποτελεσματική επιλογή.

* Αναδημοσίευση από efsyn.gr