Πετρόπουλος: Καράβι αταξίδευτο η «αξιολόγηση»

petropoulos-1Του Γιώργου Πετρόπουλου*

Δεν αποτελεί ασφαλώς πρωτοτυπία – η άλλη μια προσφυγή – της κυβέρνησης, εναντίον απεργιακής κινητοποίησης. Πρόκειται για συνήθη πλέον πρακτική, που ταυτόχρονα συνιστά προσπάθεια αποπολιτικοποίησης της κοινωνικής διαμάχης και ταυτόχρονα απόπειρα ενσωμάτωσης της σε ένα αυταρχικό «κανονιστικό» πλαίσιο. Η ενδιαφέρουσα πρωτιά της κυβέρνησης, σε αυτή την περίπτωση είναι η προσφυγή ενάντια σε τριτοβάθμιο συνδικαλιστικό όργανο, στην ΑΔΕΔΥ εν προκειμένω.

Για να φτάσουμε εδώ προηγήθηκαν πρωτοφανής σε μαζικότητα γενικές συνελεύσεις, συλλογή δεκάδων χιλιάδων υπογραφών και η σχεδόν καθολική συμμετοχή των εργαζομένων του Δημοσίου στην απεργία-αποχή που προκήρυξε η ΑΔΕΔΥ, ενάντια στην υποτιθέμενη αξιολόγηση που προωθεί ο Υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης Κ. Μητσοτάκης.

Το αποτέλεσμα ήταν η «αξιολόγηση» να μην εφαρμόζεται σχεδόν πουθενά, παρά τις αλλεπάλληλες μεταθέσεις των καταληκτικών ημερομηνιών, στις ελάχιστες δε περιπτώσεις που επιχειρήθηκε η εικόνα είναι μάλλον τραγελαφική. Αναφέρομαι στις περιπτώσεις Διευθύνσεων όπου οι εργαζόμενοι κλήθηκαν να επιλέξουν οι ίδιοι για το ποιοι θα ενταχθούν στο 15% των ανεπαρκών και υποψήφιων προς απόλυση, αλλού επιλέχθηκαν με κλήρωση, θυμίζοντας το γνωστό παιδικό τραγούδι.

Η επιλογή εφαρμογής του συστήματος της «υποχρεωτικής ποσόστωσης» από τον υπουργό Κ. Μητσοτάκη εμφανίζει πλέον χαρακτηριστικά εμμονικής συμπεριφοράς. Πρόκειται για ένα σύστημα που δεν αντέχει στην επιστημονική ή μεθοδολογική κριτική, δεν αντέχει καν στη βάσανο της κοινής λογικής, είναι δε χαρακτηριστικό πως το σύνολο των φορέων που ασχολούνται με την Δημόσια Διοίκηση, με ανακοινώσεις τους έχουν προχωρήσει σε πλήρη αποδόμηση της συλλογιστικής που διέπει το νόμο. Δεν εφαρμόζεται στο Δημόσιο Τομέα πουθενά στην Ευρώπη, και οι ιδιωτικές επιχειρήσεις που το εφάρμοζαν το εγκαταλείπουν ως «αντιπαραγωγικό». Ακόμη και στην «παιδική χαρά» της Σχολής του Σικάγο, τη Χιλή, ασκείται έντονη κριτική στις επιχειρήσεις που συνεχίζουν αξιολογούν το προσωπικό τους με την μεθοδολογία της υποχρεωτικής ποσόστωσης. Υπενθυμίζω ότι το ίδιο σύστημα επιχειρήθηκε να εφαρμοστεί την τριετία της διακυβέρνησης του πατήρ Μητσοτάκη, κι εδώ πλέον μπορούν να αναζητηθούν ψυχοδυναμικές ερμηνείες για αυτή την εμμονή, ίσως οι απολύσεις μέσω της «αξιολόγησης» να είναι το αντίστοιχο «Ιράκ» της δικής μας πολιτικής οικογένειας.

Εδώ να τονίσω πως οποιαδήποτε συζήτηση περί αποτίμησης των παρεχόμενων υπηρεσιών προς τους πολίτες, η της αναγκαίας κοινωνικής λογοδοσίας, εκχυδαΐζεται όταν έχει ως αφορμή και αναφερόμενο τη συγκεκριμένη «αξιολόγηση». Εδώ πρόκειται για την προσπάθεια επιβολής ενός μηχανισμού απολύσεων, διάλυσης δομών του κοινωνικού κράτους και νέας μείωσης μισθών. Πρόκειται επίσης, και αυτό μάλλον έχει υποτιμηθεί, για την απόπειρα κατασκευής κοινωνικών βιοτόπων για τις συμπεριφορές που θα συγκροτούν τους κοινωνικούς χώρους υποστήριξης των νεοφιλελεύθερων πολιτικών, όχι πλέον ως «κατάσταση εξαίρεσης», αλλά ως καθεστώς.

Διαμορφώνεται λοιπόν μια κατάσταση που αξίζει επανεκτίμησης, από τις κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις που αντιστέκονται στην τετραετή βαρβαρότητα. Φαίνεται να αναπτύσσεται μια κινηματική δυναμική που μπορεί – υπό προϋποθέσεις – να πάρει το χαρακτήρα μαζικής πολιτικής ανυπακοής. Είναι προφανώς μία κατάσταση με δυναμικά χαρακτηριστικά ευμετάβλητη και φυσικά με αβέβαιη έκβαση, η οποία όμως έφτασε ως εδώ χωρίς βερμπαλιστικές διακηρύξεις, με πολλή δουλειά βάσης, με σεβασμό στις αξίες της συλλογικότητας σε μια απόπειρα να διατυπωθεί, υπαινικτικά έστω, ένα νέο συνδικαλιστικό Παράδειγμα.

Θα πρέπει λοιπόν να αποφεύγουμε να αναπαράγουμε τις ευκολίες με τις οποίες περιγράφεται ο χώρος του Δημοσίου ή του συνδικαλισμού σε αυτόν, αγνοώντας τις περιπλοκότητα και την ιστορικότητα τους, πολύ δε περισσότερο όταν οι ευκολίες αυτές παίρνουν το χαρακτήρα πολιτικής απόφανσης οδηγώντας τελικά σε συσκότιση των προτεραιοτήτων της πολιτικής πάλης.

Πρακτικά, το ζήτημα της «αξιολόγησης» και της πάλης των εργαζομένων πρέπει να πάρει περισσότερο πολιτικά χαρακτηριστικά, να τοποθετηθεί, μαζί με τα πολλά άλλα, στο επίκεντρο της πολιτικής διαμάχης. Όχι μόνο γιατί θα οδηγήσει σε νέες απολύσεις, όχι μόνο γιατί θα μετατρέψει το δημόσιο σε ένα απέραντο «πεδίο μάχης» και ακραίων διαπροσωπικών συγκρούσεων αλλά και γιατί συγκροτείται, ένα δυνητικά ριζοσπαστικό εγχείρημα, ειδικά σε μια περίοδο κοινωνικής απάθειας.

Και κάτι ακόμη. Η απόφαση του δικαστηρίου μπορεί μεν να επιτρέπει στην ΑΔΕΔΥ τη συνέχεια της απεργίας- αποχής, εισάγει όμως μια άκρως επικίνδυνη λογική καθώς κατά το σκεπτικό της, το μόνο αρμόδιο σώμα να προκηρύξει απεργία της ΑΔΕΔΥ είναι το Συνέδριό της, το οποίο όμως συνέρχεται κάθε τρία χρόνια. Αν αυτό γίνει αποδεκτό, τότε δεν θα χρειάζεται η αλλαγή του Ν. 1264 καθώς το δικαίωμα της απεργίας θα έχει καταργηθεί στην πράξη. Και αυτό δεν είναι κάτι που αφορά μόνο την ΑΔΕΔΥ, είναι ζήτημα δημοκρατίας στο οποίο όλοι οφείλουν να πάρουν θέση.

Αναδημοσίευση από Αυγή 20/07/2014

http://www.avgi.gr/article/3401490/karabi-ataxideuto-i-axiologisi

*Ο Γιώργος Πετρόπουλος μέλος της Ε.Ε. της ΑΔΕΔΥ