15.2 C
Athens
Πέμπτη, 2 Φεβρουαρίου, 2023

Γενιά των 500 ευρώ… και αν!

Πρόσφατα

«Θα πρέπει για ένα δίμηνο – τρίμηνο να περάσεις από εκπαίδευση (εννοείται ότι αυτό το διάστημα δεν πληρώνεται) και στη συνέχεια θα πληρώσεις 80 ευρώ για να δώσεις εξετάσεις. Αν περάσεις προσλαμβάνεσαι. Αν προσληφθείς, ο μισθός σου θα ανέρχεται στα 500 ευρώ, αρκεί να κάνεις δύο πωλήσεις ασφαλειών τον μήνα. Αν όχι, δεν θα πληρωθείς». Αυτά εξήγησε η Μ.Ν. πως της είπαν πηγαίνοντας σε συνέντευξη για τη δουλειά σε μια πρώην κρατική και νυν ιδιωτική ασφαλιστική εταιρεία.

 Η Μ.Ν., ετών 24, όπως η πλειοψηφία των συνομηλίκων της, που ανήκουν στη γενιά των 500 ευρώ, εξιστορεί τη δική της περιπέτεια στην ελεύθερη αγορά εργασίας. Έχει ολοκληρώσει τις σπουδές της στο αντικείμενο της δημοσιογραφίας και, προκειμένου να είναι «έτοιμη» για τις απαιτήσεις των μελλοντικών εργοδοτών της, έχει κάνει την πρακτική της. Παράλληλα, έχει εργαστεί, αμισθί πάντα, σε πλήθος ενημερωτικών site, σε διαδικτυακό ραδιοφωνικό σταθμό, ενώ έχει εργαστεί και στον τομέα των δημοσίων σχέσεων, αφού, όπως διδάσκουν και στις σχολές δημοσιογραφίας (κρατικές ή ιδιωτικές), ο δημοσιογράφος έχει μεταλλαχθεί πια και σε διαφημιστή. Γνωρίζει πολύ καλά αγγλικά και γαλλικά και «χειρίζεται άνετα τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές» (για να το πούμε όπως αναγράφεται και στις αγγελίες).

Με τα εφόδια αυτά, και φυσικά με άφθονη διάθεση για δουλειά και λόγω ηλικίας, αλλά και εξαιτίας της ανάγκης για τα προς το ζην, ύστερα από επέμβαση ενός φίλου, που μεσολάβησε, απευθύνθηκε σε πρώην κρατική ασφαλιστική εταιρεία.

Πριν όμως αναφερθούμε στο τι της είπαν εκεί, λίγα λόγια για την ασφαλιστική. Στα τέλη του 2008, η διοίκηση της κρατικής τράπεζας, που θυγατρική της ήταν ή εν λόγω εταιρεία, αποφασίζει να αναζητήσει ξένο ασφαλιστικό όμιλο για την ανάπτυξη στρατηγικής συνεργασίας. Συμβουλευτικές υπηρεσίες παρείχε η Goldman Sachs International. Επικριτές της απόφασης της διοίκησης της τράπεζας έκαναν λόγο για σκοπιμότητα, αφού η τράπεζα απέσυρε τη θυγατρική ασφαλιστική της από το Χρηματιστήριο, βελτίωσε τους οικονομικούς δείκτες της ασφαλιστικής για να φαίνεται υγιής και να παρουσιάζει ενδιαφέρον στους ξένους επενδυτές. Όμως, σύμφωνα με το καταστατικό της Βασιλείας ΙΙ (σύμφωνο το οποίο εκδόθηκε στις 26 Ιουνίου του 2004), προβλέπεται ότι για την ενίσχυση του χρηματοπιστωτικού συστήματος και τη σωστή απορρόφηση των οικονομικών κινδύνων εντός του τραπεζικού συστήματος, μια τράπεζα που έχει θυγατρική ασφαλιστική επωμίζεται η ίδια τις απώλειες και ζημίες της θυγατρικής. Επομένως είχε έρθει η ώρα πια να ιδιωτικοποιηθεί.

Και επανερχόμαστε στην ασφαλιστική και τον τρόπο με τον οποίο προσλαμβάνει το προσωπικό της, όπως περιέγραψε η Μ.Ν.: «Πήγα με ενθουσιασμό, παρ’ ότι δεν συμπαθώ τον τομέα των πωλήσεων, όχι για άλλο λόγο, αλλά γιατί εκεί είσαι αναλώσιμος. Ανά πάσα ώρα και στιγμή, αλλάζουν προσωπικό, άλλα λένε στην αρχή, άλλα αργότερα. Ο ‘στόχος’, δηλαδή πόσες πωλήσεις θα κάνεις, αλλάζει, δεν τους κάνεις και ‘αποχωρείς’. Κι όλα αυτά πάνω στον χρόνο. Δεν ξέρω, ίσως στον χρόνο θα πρέπει να αλλάξει η σύμβαση εργασίας και γι’ αυτό σε διώχνουν;», είπε αναφορικά με τις πωλήσεις. Όμως η επείγουσα ανάγκη για δουλειά παραμέρισε αυτές τις ανησυχίες της.

«Πήγα εκεί και μου είπαν ότι θα πρέπει να περάσω πρώτα από εκπαίδευση για δύο περίπου μήνες. Τον τρίτο μήνα θα έδινα εξετάσεις για να δουν αν είμαι κατάλληλη. Εν είδει εξέταστρου, φαντάζομαι, γιατί αυτό δεν μου το εξήγησαν, θα πλήρωνα 80 ευρώ. Αν περνούσα, θα προσλαμβανόμουν και για ένα χρόνο θα υπήρχε και κάποιος επόπτης για να με βοηθάει, ώστε να μάθω σωστά τη δουλειά και να εξελιχθώ. “Εάν κάνεις δύο πωλήσεις ασφαλειών, πληρώνεσαι 500 ευρώ τον μήνα. Κάθε επιπλέον πώληση φέρνει στην τσέπη σου 120 ευρώ”, είπαν. Στην ερώτηση “εάν δεν κάνεις πώληση;” η απάντηση που έλαβε η Μ.Ν. ήταν σαφέστατη: «Δεν πληρώνεσαι».

«Αυτό είναι το άλλο άσχημο μέρος των πωλήσεων. Δηλαδή θα πηγαίνω εκεί, για τρεις μήνες είναι βέβαιο ότι δεν θα έχω εισόδημα, θα πληρώσω και 80 ευρώ, και αν προσληφθώ, θα πηγαίνω καθημερινά σε οχτάωρη βάση, θα απασχολούμαι και ίσως στο τέλος του μήνα καταλήξω με το μυθικό για τις μέρες μας ποσό των 500 ευρώ!» εξηγεί αγανακτισμένη η Μ.Ν. και προσθέτει: «Δεν έχω πρόβλημα να δουλέψω σε όποια δουλειά κι αν είναι. Ήδη απασχολούμαι περιστασιακά σε έναν εκδοτικό οίκο, όταν με καλέσουν σημαίνει το ‘περιστασιακά’, παίζω ροκ μουσική σε ένα μαγαζί και τέλος πάντων όχι στη δουλειά δεν λέω. Υποθέτω όμως πως εκεί ζητάνε κάποιον που έχει άπλετο ελεύθερο χρόνο, δεν πιέζεται οικονομικά και θέλει να δουλεύει από χόμπι»!

Συν τοις άλλοις η Μ.Ν. αφηγήθηκε και τον τρόπο που προσπάθησαν να την κινητοποιήσουν να κυνηγήσει τη δουλειά, που θυμίζει ακριβώς το αμερικανικού τύπου μάρκετινγκ, με τους υπεύθυνους Τύπου και τους επικοινωνιολόγους να ξεχνούν πάντα ότι: ένα μοντέλο επικοινωνίας, για να έχει επιτυχία, δεν το εφαρμόζεις ακριβώς, όπως εφαρμόστηκε στη χώρα που γνώρισε επιτυχία, αλλά το προσαρμόζεις στην κοινωνία, που απευθύνεται! Είπαν λοιπόν στη Μ.Ν.: «Έχουμε και μια θέση γραμματέως, έχουμε και μια θέση ασφαλιστή. Εσύ θέλεις να είσαι το παιδί για όλες τις δουλειές ή να επιδιώξεις να γίνεις μέχρι και συνεταίρος στην εταιρεία μας;». Ξέχασαν μια λεπτομέρεια. Εδώ είναι Ελλάδα. Ελλάδα της κρίσης. Σε κάθε οικογένεια η πλειοψηφία των μελών της είναι άνεργα και δεν υπάρχουν χρήματα ούτε για την κάλυψη των καθημερινών αναγκών. Κανείς δεν έχει μεγάλες βλέψεις για στόχους, όνειρα, καταξίωση, επιτυχία. Ο μοναδικός στόχος είναι, πώς θα βρεθεί μια δουλειά για να υπάρχει τροφή στο σπίτι.

* Για την ιστορία να πούμε πως όταν η Μ.Ν. αργότερα ρώτησε για τη θέση γραμματέως, επειδή μια φίλη της χρειαζόταν κατεπειγόντως δουλειά, της είπαν πως δεν ενδιαφέρονται για γραμματείς, απλώς της έθεσαν το ερώτημα για να της δώσουν κίνητρο. Αυτό το μοντέλο θα ήταν επιτυχές στην Ελλάδα του ’80 ή του ’90. Όχι σήμερα!

Πηγή: left.gr

«Θα πρέπει για ένα δίμηνο – τρίμηνο να περάσεις από εκπαίδευση (εννοείται ότι αυτό το διάστημα δεν πληρώνεται) και στη συνέχεια θα πληρώσεις 80 ευρώ για να δώσεις εξετάσεις. Αν περάσεις προσλαμβάνεσαι. Αν προσληφθείς, ο μισθός σου θα ανέρχεται στα 500 ευρώ, αρκεί να κάνεις δύο πωλήσεις ασφαλειών τον μήνα. Αν όχι, δεν θα πληρωθείς». Αυτά εξήγησε η Μ.Ν. πως της είπαν πηγαίνοντας σε συνέντευξη για τη δουλειά σε μια πρώην κρατική και νυν ιδιωτική ασφαλιστική εταιρεία.

Η Μ.Ν., ετών 24, όπως η πλειοψηφία των συνομηλίκων της, που ανήκουν στη γενιά των 500 ευρώ, εξιστορεί τη δική της περιπέτεια στην ελεύθερη αγορά εργασίας. Έχει ολοκληρώσει τις σπουδές της στο αντικείμενο της δημοσιογραφίας και, προκειμένου να είναι «έτοιμη» για τις απαιτήσεις των μελλοντικών εργοδοτών της, έχει κάνει την πρακτική της. Παράλληλα, έχει εργαστεί, αμισθί πάντα, σε πλήθος ενημερωτικών site, σε διαδικτυακό ραδιοφωνικό σταθμό, ενώ έχει εργαστεί και στον τομέα των δημοσίων σχέσεων, αφού, όπως διδάσκουν και στις σχολές δημοσιογραφίας (κρατικές ή ιδιωτικές), ο δημοσιογράφος έχει μεταλλαχθεί πια και σε διαφημιστή. Γνωρίζει πολύ καλά αγγλικά και γαλλικά και «χειρίζεται άνετα τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές» (για να το πούμε όπως αναγράφεται και στις αγγελίες).

Με τα εφόδια αυτά, και φυσικά με άφθονη διάθεση για δουλειά και λόγω ηλικίας, αλλά και εξαιτίας της ανάγκης για τα προς το ζην, ύστερα από επέμβαση ενός φίλου, που μεσολάβησε, απευθύνθηκε σε πρώην κρατική ασφαλιστική εταιρεία.

Πριν όμως αναφερθούμε στο τι της είπαν εκεί, λίγα λόγια για την ασφαλιστική. Στα τέλη του 2008, η διοίκηση της κρατικής τράπεζας, που θυγατρική της ήταν ή εν λόγω εταιρεία, αποφασίζει να αναζητήσει ξένο ασφαλιστικό όμιλο για την ανάπτυξη στρατηγικής συνεργασίας. Συμβουλευτικές υπηρεσίες παρείχε η Goldman Sachs International. Επικριτές της απόφασης της διοίκησης της τράπεζας έκαναν λόγο για σκοπιμότητα, αφού η τράπεζα απέσυρε τη θυγατρική ασφαλιστική της από το Χρηματιστήριο, βελτίωσε τους οικονομικούς δείκτες της ασφαλιστικής για να φαίνεται υγιής και να παρουσιάζει ενδιαφέρον στους ξένους επενδυτές. Όμως, σύμφωνα με το καταστατικό της Βασιλείας ΙΙ (σύμφωνο το οποίο εκδόθηκε στις 26 Ιουνίου του 2004), προβλέπεται ότι για την ενίσχυση του χρηματοπιστωτικού συστήματος και τη σωστή απορρόφηση των οικονομικών κινδύνων εντός του τραπεζικού συστήματος, μια τράπεζα που έχει θυγατρική ασφαλιστική επωμίζεται η ίδια τις απώλειες και ζημίες της θυγατρικής. Επομένως είχε έρθει η ώρα πια να ιδιωτικοποιηθεί.

Και επανερχόμαστε στην ασφαλιστική και τον τρόπο με τον οποίο προσλαμβάνει το προσωπικό της, όπως περιέγραψε η Μ.Ν.: «Πήγα με ενθουσιασμό, παρ’ ότι δεν συμπαθώ τον τομέα των πωλήσεων, όχι για άλλο λόγο, αλλά γιατί εκεί είσαι αναλώσιμος. Ανά πάσα ώρα και στιγμή, αλλάζουν προσωπικό, άλλα λένε στην αρχή, άλλα αργότερα. Ο ‘στόχος’, δηλαδή πόσες πωλήσεις θα κάνεις, αλλάζει, δεν τους κάνεις και ‘αποχωρείς’. Κι όλα αυτά πάνω στον χρόνο. Δεν ξέρω, ίσως στον χρόνο θα πρέπει να αλλάξει η σύμβαση εργασίας και γι’ αυτό σε διώχνουν;», είπε αναφορικά με τις πωλήσεις. Όμως η επείγουσα ανάγκη για δουλειά παραμέρισε αυτές τις ανησυχίες της.

«Πήγα εκεί και μου είπαν ότι θα πρέπει να περάσω πρώτα από εκπαίδευση για δύο περίπου μήνες. Τον τρίτο μήνα θα έδινα εξετάσεις για να δουν αν είμαι κατάλληλη. Εν είδει εξέταστρου, φαντάζομαι, γιατί αυτό δεν μου το εξήγησαν, θα πλήρωνα 80 ευρώ. Αν περνούσα, θα προσλαμβανόμουν και για ένα χρόνο θα υπήρχε και κάποιος επόπτης για να με βοηθάει, ώστε να μάθω σωστά τη δουλειά και να εξελιχθώ. “Εάν κάνεις δύο πωλήσεις ασφαλειών, πληρώνεσαι 500 ευρώ τον μήνα. Κάθε επιπλέον πώληση φέρνει στην τσέπη σου 120 ευρώ”, είπαν. Στην ερώτηση “εάν δεν κάνεις πώληση;” η απάντηση που έλαβε η Μ.Ν. ήταν σαφέστατη: «Δεν πληρώνεσαι».

«Αυτό είναι το άλλο άσχημο μέρος των πωλήσεων. Δηλαδή θα πηγαίνω εκεί, για τρεις μήνες είναι βέβαιο ότι δεν θα έχω εισόδημα, θα πληρώσω και 80 ευρώ, και αν προσληφθώ, θα πηγαίνω καθημερινά σε οχτάωρη βάση, θα απασχολούμαι και ίσως στο τέλος του μήνα καταλήξω με το μυθικό για τις μέρες μας ποσό των 500 ευρώ!» εξηγεί αγανακτισμένη η Μ.Ν. και προσθέτει: «Δεν έχω πρόβλημα να δουλέψω σε όποια δουλειά κι αν είναι. Ήδη απασχολούμαι περιστασιακά σε έναν εκδοτικό οίκο, όταν με καλέσουν σημαίνει το ‘περιστασιακά’, παίζω ροκ μουσική σε ένα μαγαζί και τέλος πάντων όχι στη δουλειά δεν λέω. Υποθέτω όμως πως εκεί ζητάνε κάποιον που έχει άπλετο ελεύθερο χρόνο, δεν πιέζεται οικονομικά και θέλει να δουλεύει από χόμπι»!

Συν τοις άλλοις η Μ.Ν. αφηγήθηκε και τον τρόπο που προσπάθησαν να την κινητοποιήσουν να κυνηγήσει τη δουλειά, που θυμίζει ακριβώς το αμερικανικού τύπου μάρκετινγκ, με τους υπεύθυνους Τύπου και τους επικοινωνιολόγους να ξεχνούν πάντα ότι: ένα μοντέλο επικοινωνίας, για να έχει επιτυχία, δεν το εφαρμόζεις ακριβώς, όπως εφαρμόστηκε στη χώρα που γνώρισε επιτυχία, αλλά το προσαρμόζεις στην κοινωνία, που απευθύνεται! Είπαν λοιπόν στη Μ.Ν.: «Έχουμε και μια θέση γραμματέως, έχουμε και μια θέση ασφαλιστή. Εσύ θέλεις να είσαι το παιδί για όλες τις δουλειές ή να επιδιώξεις να γίνεις μέχρι και συνεταίρος στην εταιρεία μας;». Ξέχασαν μια λεπτομέρεια. Εδώ είναι Ελλάδα. Ελλάδα της κρίσης. Σε κάθε οικογένεια η πλειοψηφία των μελών της είναι άνεργα και δεν υπάρχουν χρήματα ούτε για την κάλυψη των καθημερινών αναγκών. Κανείς δεν έχει μεγάλες βλέψεις για στόχους, όνειρα, καταξίωση, επιτυχία. Ο μοναδικός στόχος είναι, πώς θα βρεθεί μια δουλειά για να υπάρχει τροφή στο σπίτι.

* Για την ιστορία να πούμε πως όταν η Μ.Ν. αργότερα ρώτησε για τη θέση γραμματέως, επειδή μια φίλη της χρειαζόταν κατεπειγόντως δουλειά, της είπαν πως δεν ενδιαφέρονται για γραμματείς, απλώς της έθεσαν το ερώτημα για να της δώσουν κίνητρο. Αυτό το μοντέλο θα ήταν επιτυχές στην Ελλάδα του ’80 ή του ’90. Όχι σήμερα!

Πηγή: left.gr

Παρόμοια Άρθρα

Παρατάξεις