Η πρόταση της Εθνικής προάγγελος εξελίξεων στον τραπεζικό κλαδο

του ΝΙΚΟΥ ΠΑΠΑΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ*

Η είδηση «βόμβα» που έσκασε με κρότο το μεσημέρι της Παρασκευής 18 Φλεβάρη σχετικά με την πρόταση της Εθνικής Τράπεζας για «φιλική συγχώνευση» με την Alpha Bank, ήρθε να επιβεβαιώσει όσους εκτιμούσαν, ότι το τραπεζικό κεφάλαιο θα επιχειρήσει, ακόμη και μεσούσης της κρίσης, κινήσεις ανασύνταξης και συγκεντροποίησης. Κινήσεις, που αν μη τι άλλο, υποδηλώνουν την επιδίωξη (και) της κυβέρνησης για ουσιαστική ισχυροποίηση του τραπεζικού καρτέλ. Κινήσεις, που σε κάθε περίπτωση είναι απόλυτα αντιθετικές προς τα συμφέροντα της κοινωνίας και των εργαζομένων.

ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ ΜΕ ΟΡΟΥΣ ΕΝΙΣΧΥΣΗΣ ΤΟΥ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΟΛΙΓΟΠΩΛΙΟΥ

Ο χρηματιστηριακός ενθουσιασμός και ο παροξυσμός στα ΜΜΕ, αμέσως μετά τη διαρροή της πρότασης της ΕΤΕ, βρίσκεται σε πλήρη αντιστοίχηση με την προ ημερών δημόσια τοποθέτηση του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος υπέρ των συγχωνεύσεων στο εγχώριο τραπεζικό σύστημα. Απηχούν, δε απόλυτα, τόσο στους σχεδιασμούς των κυρίαρχων κύκλων, όσο και στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές κυβέρνησης και τρόικα, που είναι συνδεδεμένες άρρηκτα με την εξυπηρέτηση των συμφερόντων του μεγάλου κεφαλαίου.

Η πρόταση «φιλικής συγχώνευσης» επιχειρείται να τεκμηριωθεί σε δυο σκέλη. Από τη μια σε όρους προσδοκώμενης αύξησης της «αξίας στο μέτοχο», ως αποκλειστικό «ορθολογικό» κριτήριο για την αποδοχή της πρότασης. Από την άλλη, με την εκτίμηση, ότι οι οικονομίες κλίμακας σε συνδυασμό με την ενίσχυση της κεφαλαιακής επάρκειας αλλά και του συνολικού μεγέθους του προτεινόμενου νέου τραπεζικού σχήματος, θα διευρύνουν τη δυνατότητα άντλησης κεφαλαίων, με συνέπεια να «απελευθερωθούν» οι δυο τράπεζες από το «βραχνά» του δανεισμού από την ΕΚΤ και να επεκτείνουν την πιστοδοτική πολιτική τους.

Είναι φανερό, λοιπόν, ότι είναι παντελώς έξω από την παραπάνω ανάλυση, τόσο τα συμφέροντα της κοινωνίας, όσο και αυτά του συναλλασσόμενου κοινού. Κι αυτό, παρόλο που στη δημοσιοποιημένη εκδοχή της πρότασης συγχώνευσης, γίνεται αναφορά σε «πολλαπλά οφέλη για τις ελληνικές επιχειρήσεις και νοικοκυριά»… Η εμπειρία των τελευταίων είκοσι ετών, η πολιτική τεχνητής υπερδιόγκωσης της κατανάλωσης με δανεικά και τα δραματικά αποτελέσματά της, διαγράφουν και την παραμικρή αμφιβολία για το πως οι τράπεζες αντιλαμβάνονται τα «οφέλη» αυτά. Πρόκειται, φυσικά, για ένα και μόνον «όφελος», δηλαδή την επαναφορά των τραπεζών σε καθεστώς κερδοφορίας δισεκατομμυρίων, πάντα προς όφελος των μετόχων τους.

Άμεση συνέπεια, σε περίπτωση που το εγχείρημα τελικά προχωρήσει παρά την αρχική άρνηση του Δ.Σ. της Alpha Bank, θα είναι ο περιορισμός στο 0,9% του μεριδίου του Δημοσίου στο συνολικό μετοχικό κεφάλαιο, ενώ τα ασφαλιστικά ταμεία θα κατέχουν μόλις το 12%. Προκαλεί, όμως, απορίες η τοποθέτηση του προέδρου του Συλλόγου Προσωπικού Alpha Bank, ότι τάχα μια τέτοια συγχώνευση θα σημάνει την «κρατικοποίηση» της Alpha. Αντιθέτως, πρόκειται ουσιαστικά για πλήρη παραγκωνισμό των φορέων δημοσίου συμφέροντος από τη συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων και την άσκηση ελέγχου στη διοίκηση του νέου ομίλου. Το γεγονός αυτό εντείνει την ολιγοπωλιακή διάρθρωση της εγχώριας τραπεζικής αγοράς, προς όφελος αποκλειστικά ιδιωτικών συμφερόντων. Το τραπεζικό καρτέλ ενισχύεται και μάλιστα ανενόχλητο, αν όχι πριμοδοτούμενο…

ΤΟΠΙΟ ΣΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΣΤΟΝ ΤΡΑΠΕΖΙΚΟ ΚΛΑΔΟ

Στο «Μνημόνιο Νο. 3» του περασμένου Νοέμβρη, υπάρχει ρητή δέσμευση της κυβέρνησης να λάβει μέτρα, ώστε οι εργασιακές σχέσεις στον τραπεζικό κλάδο να εξομοιωθούν με αυτές που ισχύουν στον ευρύτερο ιδιωτικό τομέα. Σε πρώτη ανάγνωση, η υλοποίηση της δέσμευσης αυτής θα αναλογούσε σε ένα «δωράκι» εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ προς τους τραπεζίτες, είτε ως μείωση του μισθολογικού κόστους, είτε ενδεχομένως ως αύξηση των ωρών εργασίας με την κατάργηση του συμβατικού ωραρίου.

Υπάρχουν, όμως, και βαθύτερες παρενέργειες, που πρέπει να αναζητηθούν στο δογματικά νεοφιλελεύθερο σχέδιο επίθεσης στις ρυθμισμένες εργασιακές σχέσεις, που εξυφαίνεται μέσα από τις κυβερνητικές πολιτικές και τις μνημονιακές επιταγές. Το «φάρμακο» του αποπληθωρισμού σε συνδυασμό με την υιοθέτηση της συνολικής ατζέντας της επιχειρηματικής ελίτ, επιτάσσουν την ισοπέδωση των εργασιακών σχέσεων στη χώρα, την επικράτηση ενός εργασιακού μεσαίωνα, το ριζικό περιορισμό των εισοδημάτων των εργαζομένων, την πλήρη ελαστικοποίηση της εργασίας. Όλα αυτά στο βωμό μιας υποτιθέμενης «ανταγωνιστικότητας» και μάλιστα με ανύπαρκτο παραγωγικό σχέδιο και αποστεωμένο τον παραγωγικό ιστό της χώρας.

Το αντεργατικό και αντικοινωνικό αυτό σχέδιο δεν μπορεί να εφαρμοστεί, αν πρώτα δεν έχουν χτυπηθεί βάναυσα όλοι εκείνοι οι κλάδοι, που μέσα από αγώνες έχουν κατακτήσει ένα αξιοπρεπές επίπεδο εργασιακών σχέσεων. Οι τραπεζοϋπάλληλοι αποτελούν έναν τέτοιο κλάδο, με ισχυρή κλαδική συλλογική σύμβαση εργασίας, όπως και με ισχυρούς κανονισμούς εργασίας σε μια σειρά από τράπεζες. Δεν είναι, συνεπώς, καθόλου τυχαίο, ότι αποτελεί κυβερνητική προτεραιότητα το ξεθεμελίωμα των εργασιακών τους σχέσεων.

Σε πλήρη στοίχιση με τον απεχθή σχεδιασμό, οι επίσημες προτροπές για συγχωνεύσεις και εξαγορές στον κλάδο, εύλογα προκαλούν ανησυχία για τις θέσεις εργασίας. Τις ανησυχίες αυτές έρχεται να επιτείνει η σχετική αναφορά στη δημοσιευμένη εκδοχή της πρότασης της ΕΤΕ, ότι στόχος είναι να «ελαχιστοποιήσει τυχόν κοινωνικό αντίκτυπο που θα έχει η διαδικασία ενοποίησης»! Όπου «κοινωνικός αντίκτυπος» βλέπε απολύσεις – «παράπλευρες απώλειες» σε ωφέλιμες, κατά τα άλλα, χρυσοτόκες αναπτυξιακές διαδικασίες…

ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΟΝ Η ΑΡΧΗ…

Σύσσωμες οι αναλύσεις των τελευταίων ημερών συγκλίνουν στο συμπέρασμα, ότι η πρόταση «φιλικής συγχώνευσης» ΕΤΕ – Alpha είναι μόλις η πρώτη πινελιά στον καμβά της αναδιάταξης του εγχώριου τραπεζικού συστήματος. Δεν τρέφουμε αυταπάτες, ότι η οποιαδήποτε αντίστοιχη κίνηση μπορεί να εμπεριέχει κριτήρια διαφορετικά από τη μεγιστοποίηση της «αξίας στο μέτοχο» και την αναπαραγωγή του ρόλου των τραπεζών ως καρδιά του καπιταλιστικού συστήματος, με όλες τις οικονομικές, πολιτικές και κοινωνικές προεκτάσεις του.

Αν κάτι έχει αποδείξει η σφοδρή καπιταλιστική κρίση και η κρίση δημοσίου χρέους που βιώνουμε, είναι ότι «συνταγές» του παρελθόντος δεν μπορούν να δώσουν λύσεις κοινωνικά αποδεκτές στα μεγάλα ζητούμενα του κοινού μας μέλλοντος. Το πρόβλημα δεν είναι η αντικατάσταση του «κακού» τραπεζίτη από έναν «καλό» τραπεζίτη. Ούτε καν η πίστη, ότι με την εφαρμογή 2-3 κανόνων το τραπεζικό σύστημα θα εξορθολογίσει τη λειτουργία και τις πρακτικές του σε διαφορετική κατεύθυνση.

Το τραπεζικό και κατ’ επέκταση το χρηματιστικό κεφάλαιο αποτελούν την κορωνίδα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Ο σκληρός, αυτός, πυρήνας, έχοντας κυριαρχήσει σε παγκόσμια βάση, λειτουργεί για να απομυζά κέρδη με κάθε τρόπο, ακόμη κι αν χρειαστεί να επιβάλει πολιτικές. Ακόμη κι αν χρειαστεί να αντλήσει πακτωλούς δημόσιου χρήματος για να ανταπεξέλθει στις κρίσεις που αυτό προκαλεί.

Κάτω από αυτό το πρίσμα, η μόνη συμβατή με το κοινωνικό συμφέρον διέξοδος είναι η υπαγωγή του εγχώριου τραπεζικού συστήματος κάτω από δημόσιο και κοινωνικό έλεγχο. Είναι στοίχημα των εργαζομένων και καθήκον της πολιτικής και κοινωνικής Αριστεράς, να διεκδικήσουμε τη συγκεκριμένη διέξοδο: Αντί να κοινωνικοποιούμε τα χρέη, ας κοινωνικοποιήσουμε τις τράπεζες!

*Ο Νίκος Παπατριανταφύλλου Μέλος toy ΔΣ Συλλόγου Υπαλλήλων ΕΤΕ

– Δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα ΙΣΚΡΑ στις 21-2-2011