ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΗ ΑΠΕΡΓΙΑ ΤΗΝ ΤΕΤΑΡΤΗ

Tου
Αλέκου Καλύβη*

Η απεργία την ερχόμενη Τετάρτη μπορεί να αποτελέσει το εφαλτήριο για ένα άλμα του συνδικαλιστικού κινήματος και για την καταγραφή μιας νέας δυναμικής στην αντίθεση των εργαζομένων και ευρύτερα της κοινωνίας απέναντι στην πολιτική της τρόικας και της κυβέρνησης. Δεν πρέπει, όμως, να είναι μια ακόμη κορύφωση χωρίς συνέχεια. Αυτό, φυσικά, δεν έχει σχέση με την αριθμητική των απεργιών αλλά με την δυναμική του αριθμού των εργαζομένων, που πολύμορφα κινητοποιούνται.Το πολύ εύστοχο μήνυμα που υιοθέτησαν τα συνδικάτα: δικό τους το χρέος-δικό μας χρέος ο αγώνας, πρέπει ακόμη περισσότερο να αναλυθεί στους έλληνες εργαζόμενους και να αποδειχθεί με επάρκεια ο ταξικός χαραχτήρας του χρέους, αλλά και η ταξικά μεροληπτική-υπέρ του κεφαλαίου- στάση της κυβέρνησης στο θέμα της αντιμετώπισής του.

 

Επιστροφή
στον καπιταλισμό
του 19ου αιώνα

Η πολιτική της τρόικας και του μνημονίου συνιστά ένα πείραμα ανασυγκρότησης του καπιταλισμού στηριγμένο στην ακόμη πιο ληστρική εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης, στην προλεταριοποίηση μεγάλης μερίδας των μεσαίων στρωμάτων,στην πλήρη αποδιάρθρωση των συλλογικών και κοινωνικών δικαιωμάτων,στη επέκταση της δράσης του κεφαλαίου με την εμπορευματοποίηση και ιδιωτικοποίηση των δημόσιων και κοινωνικών αγαθών. Με αυτές τις επιλογές γυρίζουν τον τροχό της ιστορίας δεκάδες χρόνια πίσω. Όμως, επειδή ισχύει το ουδέν κακόν αμιγές καλού, η κατάσταση αυτή κάνει πιο ευάλωτο το σύστημα που υποστηρίζει το μνημόνιο αφού αποδιαρθρώνονται πλήρως οι κοινωνικές συμμαχίες του,ενώ η ισοπέδωση των εισοδημάτων και δικαιωμάτων των εργαζομένων ενοποιεί ταυτόχρονα και τα συμφέροντα εντός της τάξης και ενισχύει, υπό προϋποθέσεις βέβαια, την δυνατότητα κοινής δράσης των διάφορων τμημάτων της.
Από την άλλη μεριά όμως οι δομικές αλλαγές που πραγματοποιούνται επιδρούν αρνητικά με έναν διττό τρόπο. Διότι χτυπούν ανελέητα και το υποκείμενο που είναι η εργατική τάξη υποβαθμίζοντας δραματικά την θέση της αλλά και τον ρόλο του συνδικαλιστικού κινήματος αφού του ακυρώνουν στην ουσία το εργαλείο της συλλογικής διαπραγμάτευσης. Η κατάσταση αυτή επιδρά αντιφατικά αφού ενισχύει και την οργή και τον φόβο, και την διάθεση για αγώνα και την αναστολή των αγωνιστικών διαθέσεων,και την συλλογική δράση και το κλείσιμο του εργαζόμενου στον εαυτό του. Το τι θα κυριαρχήσει εξαρτάται από την δυναμική των πραγμάτων που θα κριθεί στο κοινωνικό και στο πολιτικό πεδίο.
Τα κρίσιμα ζητήματα της περιόδου έχουν σχέση με την μεγάλη και υποχρεωτική διατίμηση της εργατικής δύναμης που είναι το μόνο εμπόρευμα που δεν ανατιμάται στις σημερινές συνθήκες. Το κράτος δεν ενεργοποιεί μόνο τον μηχανισμό πρωτογενούς διανομής (εισοδηματική πολιτική, ΣΣΕ) αλλά χρησιμοποιεί όλους τους μηχανισμούς αναδιανομής (φορολογία, πληθωρισμός, τιμολογιακή πολιτική ΔΕΚΟ, κρατικός προϋπολογισμός) που μειώνουν δραματικά το διαθέσιμο εισόδημα των εργαζομένων, το οποίο έχει υποστεί πραγματική λεηλασία. Η πρόβλεψη για τελική μείωση του εισοδήματος κατά 30-40% δεν είναι εκτός πραγματικότητας. Αυτό είναι το βασικό εργαλείο αύξησης της εκμετάλλευσης και αναδιάρθρωσης του κεφαλαίου ώστε μέσα από την κρίση να ξεπηδήσουν οι νέοι πρωταγωνιστές της καπιταλιστικής ανάπτυξης.
Όλες οι πολιτικές αλλοίωσης των θεσμών συλλογικής διαπραγμάτευσης έχουν αυτό το στόχο, ενώ η ενσυνείδητη αύξηση της ανεργίας (που σύντομα θα ξεπεράσει το εκατομμύριο) αλλά και της μερικής ανεργίας( που αυξάνεται αλματωδώς) δημιουργούν έναν εφεδρικό στρατό που σύμφωνα με τον Μαρξ αλλά και την κοινή λογική ρίχνουν τους μισθούς εντείνουν την ανασφάλεια και αντιστρέφουν τη τάση μείωσης του ποσοστού κέρδους.

Θέλουν να μετατρέψουν
τις συλλογικές συμβάσεις
σε αδειανό πουκάμισο

Ειδικά για το θέμα των συλλογικών συμβάσεων που αποτελεί το θεμέλιο ύπαρξης του συνδικαλιστικού κινήματος, η σύγκρουση αποκτά στρατηγική αξία και για το κεφάλαιο και για την εργατική τάξη. Μέχρι στιγμής η παρέμβαση στον ρόλο του οργανισμού μεσολάβησης και διαιτησίας, ο οποίος κατά βάση έλυνε ζητήματα συμβάσεων που αφορούσαν τις πιο αδύναμες οργανώσεις του ιδιωτικού τομέα, περιορίζει σημαντικά το εύρος του περιεχομένου των συμβάσεων, με αποτέλεσμα μια σειρά διατάξεις που αφορούν επιδόματα και θεσμικές ρυθμίσεις να μπορούν να περάσουν στο πεδίο της ατομικής διαπραγμάτευσης, εφόσον μέσα σε ένα εξάμηνο από την λήξη της προηγούμενης δεν υπογραφεί νέα συλλογική σύμβαση. Επίσης η υπογραφή της ειδικής σύμβασης σε επίπεδο επιχειρήσεων, σε συνδυασμό με την ευχέρεια της υπουργού να επεκτείνει ή όχι τις κλαδικές συμβάσεις μπορεί να οδηγήσει σε μεγάλες μειώσεις μισθών στον ιδιωτικό τομέα στο όνομα της ανταγωνιστικότητας.
Με τις παρεμβάσεις που ήδη έχουν γίνει,ο δημόσιος τομέας πλήττεται με νομοθετικές ρυθμίσεις στα πλαίσια της εισοδηματικής πολιτικής ενώ επίκειται νέα μείωση μέσω της αναμόρφωσης του μισθολογίου. Οι δημόσιες επιχειρήσεις, επίσης με νομοθετικές ρυθμίσεις, έχουν προβεί σε σημαντικές μειώσεις μισθών ακυρώνοντας με νόμο το περιεχόμενο συλλογικών συμβάσεων. Στον ιδιωτικό τομέα έχει υπονομευτεί ο πραγματικός κατώτερος μισθός με την σύμβαση που υπέγραψε η ΓΣΕΕ, αλλά και με τις εξαιρέσεις που αφορούν τους νέους εργαζόμενους που θα αμείβονται με 592 ΕΥΡΩ αντί για 740. Ενώ εκεί που ισχύουν οι κλαδικές συλλογικές συμβάσεις και αφορούν στο 80% των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα, θα καρατομηθεί ο μέσος μισθός μέσα από την πρακτική των ειδικών συμβάσεων, από την μετατροπή των σταθερών σχέσεων εργασίας σε ευέλικτες, από την εκ περιτροπής εργασία, την μείωση του ωραρίου και του μισθού, τις άτυπες εκβιαστικές συμφωνίες κ. α. Άρα όλη η γκάμα των μισθών στη χώρα μας έχει συρρικνωθεί ενώ το δίκαιο των συλλογικών δικαιωμάτων έχει υπονομευτεί.
Ειδικά για τις ειδικές συμβάσεις βλέπουμε ότι υπάρχει ένας αγώνας δρόμου με καθοριστικό τον ρόλο των εργοδοτών για να στηθούν επιχειρησιακά σωματεία που θα τα χρησιμοποιήσουν για τις ειδικές συμβάσεις. Δεν γνωρίζουμε αν ο αριθμός των 600 αιτήσεων στα πρωτοδικεία,που δημοσιεύτηκε, είναι ακριβής, αλλά σε κάθε περίπτωση η τάση αυτή υπάρχει και αποδεικνύει τις επιδιώξεις. Σε αυτή την προσπάθεια δεν μπορεί να μείνει παρατηρητής το ταξικό συνδικαλιστικό κίνημα, αλλά πρέπει να παρέμβει ώστε να στηθούν σωματεία με διαφορετικό προσανατολισμό που θα ανακόψουν την πορεία συρρίκνωσης των μισθών.

Κλιμάκωση
ενός πολύμορφου
κινήματος

Η μάχη, λοιπόν, την επόμενη περίοδο δεν θα γίνει μόνο με γενικούς όρους,αλλά και με ειδικές παρεμβάσεις και συσπειρώσεις σε κάθε ζήτημα που ανακύπτει. Χρειάζονται πολύμορφες κινητοποιήσεις από τα κάτω, συντονισμός πρωτοβάθμιων και δευτεροβάθμιων οργανώσεων, ένταση της αλληλεγγύης στα τμήματα της εργατικής τάξης που κάθε φορά χτυπιούνται Απαιτούνται κοινωνικές συμμαχίες με τα μεσαία στρώματα που και αυτά πλήττονται καθώς και η διασύνδεση των εργατικών συνδικάτων με τα κινήματα αντίστασης και ανυπακοής που ξεπηδούν αυτή την περίοδο. Με αυτούς τους τρόπους μπορεί να δαμαστεί η εργοδοτική τρομοκρατία, ο διογκούμενος κρατικός αυταρχισμός και η καταστολή των αγώνων.
Η απεργία στις 23 Φλεβάρη πρέπει να πετύχει και να γίνει ένα σημαντικό γεγονός που θα εκφράσει την ριζική αντίθεση των εργαζομένων στην τρόικα και στο μνημόνιο, που θα θέσει τα αιτήματα για αναδιανομή του εισοδήματος,για την υπεράσπιση του θεσμού των συλλογικών διαπραγματεύσεων, για την ουσιαστική προστασία των ανέργων, για την υπεράσπιση του δημόσιου πλούτου και των δημόσιων-κοινωνικών αγαθών. Η επιτυχία της απεργίας θα δημιουργήσει τους όρους για μια αποτελεσματική κλιμάκωση του αγώνα με στόχο την ανατροπή του μνημονίου και της αντιλαϊκής κυβερνητικής πολιτικής.

*Πρώην αναπληρωτής
πρόεδρος ΓΣΕΕ.

Αναδημοσίευση απο ΕΠΟΧΗ, 21-2-2011